Ο Χαλαζίας συλλογίστηκε «Αν όλα τα πιτσιρίκια του κόσμου…» του Ντίνου Δημόπουλου

Από τα Σεπτεμβριανά και τα βίαια επεισόδια εκδίωξης των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης με τα μεθοδευμένα πογκρόμ των Τούρκων μέχρι τον βιασμό της ελληνικής Δημοκρατίας και την δικτατορία των Συνταγματαρχών και από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο μέχρι την ιδεαλιστική αποστολή, την ασαφή δράση και τα πενιχρά αποτελέσματα των πολιτικών του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για την φτώχεια, την ανισότητα και τον πόλεμο μια δυνατή ιστορία  ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη με εξιδανικευμένους χαρακτήρες που είναι σε θέση να εμπνεύσουν και να διαμορφώσουν θετικά πρότυπα για τους νέους ανθρώπους. Αν τα συλλογικά τραύματα μούγκαναν την λαλιά σου και δεν βρίσκεις το σθένος να μιλήσεις για τις πρόσφατες εθνικές τραγωδίες στα παιδιά σου, τότε το νεανικό μυθιστόρημα «αν όλα τα πιτσιρίκια του κόσμου…» θα χαρίσει την φωνή που σου στέρησαν και θα μεταλαμπαδεύσει στα παιδιά και τους εφήβους σημαντικά ψήγματα της σύγχρονης ιστοριογραφίας.   

Περίληψη από το Οπισθόφυλλο

          Ο πατέρας, η μάνα και το παιδί. Μέσα σ’ ένα δύσκολο, ακατανόητο κι ωστόσο όμορφο κόσμο. Τα μικροπροβλήματα, οι μικροχαρές, τα παιχνίδια, τα όνειρα για το μέλλον. Κι άξαφνα ο πόλεμος. Εκεί, στην Κύπρο. Κι όλα σκοτεινιάζουν απότομα. Πως θα βρει το δρόμο του το παιδί μέσα σε τούτη τη μεγάλη, την ανεξήγητη περιπέτεια; Που να καταφύγει, από ποιον να ζητήσει απόκριση στα χίλια ερωτήματα που πνίγουν την παιδική του ψυχή; Και τότε επιστρατεύεται η φαντασία. Και το όνειρο. Και τούτο το παιδί, η Ελπίδα, μαζί με όλα τα πιτσιρίκια του κόσμου, θα βρουν το δρόμο που δεν μπορούν να τους πουν, που δεν ξέρουν οι μεγάλοι. Και το μεγάλο οδοιπορικό αρχίζει.

          Ένα θαυμάσιο βιβλίο που μιλάει για Πόλεμο και γράφει για την Ειρήνη.

          Το σύγχρονο μυθιστόρημα περιπέτειας για τα σύγχρονα παιδιά.

          Τολμηρό, τρυφερό, συναρπαστικό, αισιόδοξο, είναι γραμμένο για να διαβαστεί απ’ όλα τα πιτσιρίκια του κόσμου.

Κριτική

          Ο Ντίνος Δημόπουλος εκτός από συγγραφέας είναι και κορυφαίος έλληνας σκηνοθέτης. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι η ταινία του Μανταλένα (1960) προτάθηκε στο Φεστιβάλ των Καννών για Χρυσό Φοίνικα ενώ θεωρείται και κεντρική μορφή του ελληνικού σινεμά των δεκαετιών του 1950 και του 1960.

Κεντρικός ήρωας της συγκεκριμένης ιστορίας «αν όλα τα πιτσιρίκια του κόσμου…» είναι ο μαστρο- Πολύξερος. Αξίζει να σημειωθεί ότι το μυθιστόρημα αυτό είναι το δεύτερο της σειράς με κεντρικό ήρωα τον μαστρο- Πολύξερο ενώ ο τίτλος  του πρώτου βιβλίου της σειράς ήταν «ο μαστρο- Πολύξερος και η παλιοπαρέα του». Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι το βιβλίο αυτό που επεξεργαζόμαστε εκδόθηκε το 1987 και τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών και πιο συγκεκριμένα με το Έπαθλο Κώστα Ουράνη Παιδικής Λογοτεχνίας.  

          Το βιβλίο «αν όλα τα πιτσιρίκια του κόσμου» είναι χωρισμένο σε εννιά κεφάλαια. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη ότι το βιβλίο αυτό αποτελείται από 195 σελίδες και απευθύνεται σε παιδιά ηλικίας από 8 ετών και άνω σύμφωνα με το οπισθόφυλλο, τότε εξάγουμε το συμπέρασμα ότι θα ήταν σκόπιμο να γίνουν κάποιες μικρές διορθώσεις και αναπροσαρμογές. Πιο συγκεκριμένα, ίσως να ήταν δόκιμο το βιβλίο αυτό να απευθύνεται σε παιδιά μεγαλύτερων ηλικιών δεδομένου ότι τα παιδιά των 8 ετών  δεν έχουν εξοικειωθεί να διαβάζουν τόσο μακροσκελή κείμενα – κεφάλαια –  σε αυτήν την ηλικία. Για παράδειγμα αν κανείς υπολογίσει την σελίδα που ξεκινά το 1ο κεφάλαιο και λογαριάσει το σύνολο των σελίδων του βιβλίου διαπιστώνει ότι ο κάθε εν δυνάμει 8χρονος αναγνώστης θα πρέπει να είναι σε θέση να μπορεί να διαβάζει 20 σελίδες την φορά όσο είναι και μεσοσταθμικά η έκταση του κάθε κεφαλαίου – γεγονός αν όχι ανέφικτο τότε σίγουρα αρκετά δύσκολο.  Επιπρόσθετα, ορισμένες περιγραφές είναι αρκετά ρεαλιστικές και ίσως σε αρκετά παιδιά μπορεί να προκαλέσουν φόβο, άγχος  και αποστροφή δεδομένου ότι ενδεχομένως να μην είναι κατάλληλες για την ηλικία τους, προκειμένου να γίνει η ψηλάφηση τέτοιων τραυματικών θεμάτων που ενέχουν σκηνές βίας. Όσο και αν συμμεριζόμαστε την ανάγκη των εκδοτικών οίκων να απευθύνονται σε ένα κατά το δυνατόν ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, προκειμένου να είναι σε θέση να έχουν αυξημένες πιθανότητες για ένα μεγαλύτερο πλήθος πωλήσεων των αντιτύπων τους, στην συγκεκριμένη περίπτωση ίσως να ήταν σκόπιμο αντί ο συγγραφέας να αύξανε το πλήθος των κεφαλαίων για την εξιστόρηση της ιστορίας του να ανέβαζε την ηλικιακή ομάδα, μολονότι θα περιοριζόταν έτσι η ομάδα – στόχος (target group) στην οποία απευθύνεται.   

          Η ιστορία αυτή χωρίζεται κατά την γνώμη μου ατύπως σε δύο μέρη. Στο  πρώτο μέρος της ιστορίας γίνεται παρουσίαση του Παύλου και της οικογένειας του και με αφορμή την προσωπική του ιστορία ο συγγραφέας ξετυλίγει το νήμα της σύγχρονης μεταπολεμικής Ελλάδας. Ωστόσο, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τα πλέον μελανά χρώματα για να περιγράψει τα ιστορικά γεγονότα με αποτέλεσμα να γίνεται αρκετά περιγραφικός και αναλυτικός και να φαίνεται σαν να αφηγείται εν τέλει μια ιστορία με τελικό αποδέκτη ένα ενήλικο αναγνωστικό κοινό. Στο δεύτερο μέρος πρωταγωνιστής της ιστορίας  είναι ο μαστρο- Πολύξερος και η αφήγηση γίνεται περισσότερο ονειρική και φαντασιακή. Τα μικρότερα παιδιά ίσως να βρουν περισσότερο στο κομμάτι αυτής της αφήγησης στοιχεία που να τα συγκινήσουν, να τα συνεπαίρνουν και εν τέλει να τα ευαισθητοποιούν.

          Εν κατακλείδι, το βιβλίο αυτό διαβάζεται αρκετά ευχάριστα γιατί αγγίζει πολιτικά θέματα που ακόμη και σήμερα στην Ελλάδα παραμένουν ταμπού. Επιπρόσθετα, ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να μάθει κάποια κομμάτια της σύγχρονης ιστορίας σε μια απόπειρα αμεροληψίας αυτής της καταγραφής από τον συγγραφέα δεδομένου ότι το Κυπριακό δεν έχει ακόμη χαρτογραφηθεί πλήρως από την ελληνική ιστοριογραφία λόγω της ανεπάρκειας της απαιτούμενης και χρήζουσας χρονικής απόστασης που είναι αναγκαία από την ιστορική έρευνα προκειμένου να μπορέσουν οι ιστορικοί να οριοθετήσουν αυτά τα εμβληματικά  ιστορικά γεγονότα. Το βιβλίο εντέλει προτείνεται σε νέους, οι οποίοι επιθυμούν να μάθουν την σύγχρονη ιστορία και να αναψηλαφήσουν τις εθνικές τραγωδίες του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι η βουβαμάρα της ελληνικής πολιτείας και των διανοούμενων για τα Σεπτεμβριανά είναι αν όχι πληγερή τότε τουλάχιστον εκκωφαντική.  Εφόσον όμως γίνεται ένα τέτοιο εκδοτικό εγχείρημα με στόχο την αφύπνιση της νεότερης γενιάς πάνω σε αυτά τα ζητήματα είναι τουλάχιστον αξιέπαινο.

Ο Χαλαζίας ξεκαρδίστηκε με «τον Τράνζη το Μικρό Ρομπότ» του Dimiter Inkiow

Αν έχεις διαβάσει την «Γραμματική της Φαντασίας» του Τζιόνι Ροντάρι και διακρίνεις στον εαυτό σου ότι διαχρονικά και σταθερά έχει διεισδύσει στον ψυχισμό σου    μια πειρακτική διάθεση  που εξωτερικεύεται και αποτυπώνεται  μέσα από την ανάγνωση και την επεξεργασία αφηγηματικών παιχνιδισμάτων, τα οποία επιλέγεις τακτικά να μετέρχεσαι για να επικοινωνείς σκέψεις και ιδέες με τα παιδιά και τους νέους, τότε το συγκεκριμένο βιβλίο ενδείκνυται για να το αξιοποιήσεις ως χρήσιμο εργαλείο προκειμένου να ζωηρέψεις και να «ξυπνήσεις» την υπνωτισμένη φαντασία τους.  Στο ενδεχόμενο που θα ήθελες να διαβάσεις μια περισσότερο σύγχρονη και διαφοροποιημένη εκδοχή του  παραμυθιού του «Πινόκιο» του Κάρλο Κολλόντι  , τότε «ο Τράνζης το μικρό ρομπότ» είναι μια ιστορία που θυμίζει τις «Περιπέτειες του Πινόκιο» και μπορεί να κερδίσει το ενδιαφέρον και το χαμόγελο κάθε νεαρού αναγνώστη. Αναλυτικότερα, σε μια συγκριτική ανάλυση θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε την θέση ότι ο καθηγητής Κατσαβίδας παρουσιάζει αρκετά κοινά στοιχεία με τον Μαστροτζεπέττο, έναν ηλικιωμένο άτεκνο τεχνίτη ξυλογλυπτικής που επιθυμούσε να δημιουργήσει μια μαριονέτα για παιδί του  προκειμένου να τον συντροφεύει στα γεράματα του. Αντιστοίχως, ο Τράνζης ως δημιούργημα του Κατσαβίδα  παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με τον Πινόκιο ως δημιούργημα του Μαστροτζεπέττο.    Συνοπτικά θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι το βιβλίο αυτό του Dimiter Inkiow ομοιάζει με παρωδία της πραγματικότητας και συγχρόνως  με μια σύγχρονή φουτουριστική αληθοφανής φαρσοκωμωδία.     

Περίληψη από το Οπισθόφυλλο

Ο Τράνζης είναι ο μονάκριβος γιος του καθηγητή Κατσαβίδα. Έχει μια πρίζα στην κοιλιά, μια πινακίδα του Υπουργείου Συγκοινωνιών στον ποπό και τρώει τρυπητές καραμέλες. Είναι όμως το ίδιος έξυπνος και άταχτος όπως ένα αληθινό παιδί. Είναι και περίεργος. Είναι λοιπόν περίεργο που μπλέκεται από περιπέτεια σε περιπέτεια;

          Ο Δημήτρης Ινκιόφ γεννήθηκε στη Βουλγαρία, ζει στη Γερμανία και έχει αμερικανική υπηκοότητα. Σκηνοθέτης θεάτρου και δημοσιογράφος άρχισε να γράφει από δέκα χρονών.

Κριτική

            «Ο Τράνζης το μικρό ρομπότ» του Dimiter Inkiow εκδόθηκε το 1975 στη Γερμανία και είναι ένα μεταφρασμένο βιβλίο από τις εκδόσεις Μετόπη από την γνωστή συγγραφέα παιδικών βιβλίων, Κίρα Σίνου και τον Λεωνίδα Σίνο. Η χρονολογία έκδοσης του συγκεκριμένου βιβλίου δεν είναι τυχαία δεδομένου ότι πραγματώνεται κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι η Γερμανία είναι εκείνη την περίοδο σύμφωνα και με την Συνθήκη της Γιάλτας χωρισμένη σε δύο διαφορετικές ζώνες επιρροές.  Πιο συγκεκριμένα η Δυτική Γερμανία βρίσκεται υπό το άρμα των Η.Π.Α. και με οικονομικό μοντέλο οργάνωσης τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής ενώ αντιστοίχως η Ανατολική Γερμανία βρίσκεται στη ζώνη επιρροής της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, η οποία ως πρότυπο οικονομικής οργάνωσης έχει υιοθετήσει τον κρατικό έλεγχο των μέσων παραγωγής και τον κολλεκτιβισμό. Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι στην Ανατολική Γερμανία υπήρχε το Υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας, – η επονομαζόμενη Στάζι –  όπου ένα πλήθος επίσημων και ανεπίσημων υπαλλήλων της κατασκόπευαν τους πολίτες της και ξένες  χώρες.  Κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και με τις δυτικές χώρες, οι οποίες προσπαθούσαν να αποσπάσουν πολύτιμες εμπιστευτικές πληροφορίες και ευαίσθητα κρατικά αρχεία και μυστικά από τις χώρες του ανατολικού μπλοκ μέσω κατασκόπων. Στην παιδική αυτή ιστορία γίνεται μια κωμική αναφορά για τον ανταγωνισμό των πρακτόρων των διαφόρων μυστικών υπηρεσιών, προκειμένου να μπορέσει η κάθε χώρα να εξασφαλίσει σημαντικά τεχνολογικά επιτεύγματα και καινοτομίες. Εξάλλου, η κατάκτηση του Διαστήματος ενδεχομένως να ήταν ανέφικτη αν δεν είχε προηγηθεί ο αδυσώπητος ανταγωνισμός μεταξύ της Δύσης και της ΕΣΣΔ. Αντιστοίχως λοιπόν και στην ιστορία μας ο Τράνζης γίνεται το μήλον της έριδος μεταξύ των διαφόρων μυστικών υπηρεσιών, τον οποίο επιθυμούν να χαρτογραφήσουν και να στρατολογήσουν στις τάξεις τους. Οι έμμεσες αναφορές του Inkiow στην πολιτική και πιο συγκεκριμένα στον υπαρκτό σοσιαλισμό γίνεται μέσα και από την ίδια την έκβαση της ιστορίας όπου ο Τράνζης επιλέγει να εργαστεί και να υπηρετήσει σε θέση δημόσιου συμφέροντος.

«Ο Τράνζης το μικρό ρομπότ» είναι μια αφήγηση όπου  παρουσιάζονται με ευχάριστο και εύγλωττο τρόπο τα ψήγματα του οράματος μιας φουτουριστικής τεχνολογικής δυστοπίας. Αναλυτικότερα, τα Υπουργεία Αμύνης διάφορων χωρών ενδιαφέρονται να εντάξουν στο στρατό τους «αυτόματα παιδιά», έτσι ώστε κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων ο κίνδυνος για το κόστος σε ανθρώπινο κεφάλαιο να είναι ανύπαρκτος. Για τον λόγο αυτόν διάφοροι μεταμφιεσμένοι πράκτορες παρακολουθούν τον Τράνζη και τον καθηγητή Κατσαβίδα και προσπαθούν να αποσπάσουν τα σχέδια κατασκευής του από τον Καθηγητή γιατί ενδιαφέρονται να τον εντάξουν στο οπλοστάσιο τους.  Ας θυμηθούμε όμως ότι σήμερα στις σύγχρονες πολεμικές επιχειρήσεις εμπλέκονται ολοένα και περισσότερο μηχανές (drones κλπ) αντί για έμψυχο δυναμικό. Ο Inkiow θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι λειτούργησε προφητικά για το μέλλον μέσα από αυτήν την παιδική του ιστορία.

          Οι θιασώτες του Νεολουδισμού ή του Νεολουδιτισμού (Neo-Luddsim) είναι βέβαιο ότι το βιβλίο αυτό θα το αντιπαθήσουν δεδομένου ότι το κίνημα αυτό αντιτίθεται σε ορισμένες μορφές σύγχρονης τεχνολογίας και το βιβλίο αυτό έχει ως κεντρικό χαρακτήρα και ήρωα τον  «Τράνζη, το μικρό ρομπότ». Επομένως είναι δύσκολο οι οπαδοί του κινήματος της τεχνοφοβίας, οι οποίοι και υποστηρίζουν την πλήρη απόρριψη κάθε μορφής σύγχρονης τεχνολογίας να επιθυμούν να διαβάσουν και να απολαύσουν αισθητικά ένα βιβλίο με τον τίτλο και μόνο «Τράνζης το μικρό ρομπότ».            

  Εν κατακλείδι, το βιβλίο αυτό είναι γραμμένο σε απλή γλώσσα και  σε πρώτη ανάγνωση η πλοκή της υπόθεσης είναι αρκετά ευρηματική. Η δημιουργικότητα του συγγραφέα πλημμυρίζει με έμπνευση τις σελίδες του βιβλίου του και προσφέρει στον νεαρό αναγνώστη έντονες εμπειρίες αστεϊσμού και χιούμορ δίνοντας την ευκαιρία όμως στους πιο υποψιασμένους αναγνώστες  να γευτούν μια έμμεση σάτιρα για την παγκόσμια πολιτική σκηνή.

Ο Χαλαζίας διάβασε «τον Μυστικό Κήπο» της Frances Hodgson Burnett

«Ο Μυστικός Κήπος»  θεωρείται ως ένα από τα πλέον εμβληματικά παιδικά μυθιστορήματα του προηγούμενου αιώνα. Μολονότι το έργο αυτό δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στα τεύχη του περιοδικού The American Magazine, το 1911 – ένα χρόνο αργότερα από την αρχική του δημοσίευση δηλαδή – εκδόθηκε ως αυτοτελές βιβλίο από την βρετανίδα δημιουργό του. Στο αθώο και απροβλημάτιστο αυτό παιδικό βιβλίο σε διασκευή από το πρωτότυπο από την Μαρία Πάππα εγείρονται και ζυμώνονται σημαντικά ερωτήματα από τον μέσο αναγνώστη, τα οποία γονιμοποιούνται και διαμορφώνονται σε ακέραιους συμπαγείς προβληματισμούς μετά την παρέλευση αρκετών ετών και τη δόμηση μιας περισσότερο κριτικής σκέψης μέσα από τους φακούς ενός περισσότερο υποψιασμένου και λιγότερο αφελούς φιλαναγνωστικού κοινού. Εξάλλου οι παιδικές αφηγήσεις δεν μπορούν  να αντιμετωπίζονται ως θεολογικά θρησκευτικά δόγματα εξουδετερωμένα από ιδέες , προκατασκευασμένες αντιλήψεις και πλαίσια αναφορών αλλά ως αφηγηματικά κείμενα, τα οποία θα πρέπει να δοκιμάζονται δεδομένου ότι είναι ικανά να διαπλάσουν  ή να προσηλυτίσουν ανυπεράσπιστα παιδιά – και μελλοντικούς πολίτες –  σε ιδεολογικά συστήματα, τα οποία είναι σε θέση να διαφθείρουν και να αλλοιώσουν την καθαρότητα της  σκέψης τους.    

Μήπως η σωματική και ψυχολογική εργασία είναι το φάρμακο για την καταπολέμηση της νοσηρότητας; Μήπως η ασθένεια και η υγεία είναι νοητικές κοινωνικές κατασκευές χωρίς πραγματική υπόσταση αλλά συνιστούν προβολές και κοινωνικούς κατοπτρισμούς του εαυτού μας σε σχέση με μας και σε σχέση με όλους τους άλλους γύρω μας; Ενδέχεται ο κατοπτρικός εαυτός μας να μεταβάλλει το είδωλο μας και να τον μεταμφιέζει σε νοσηρή ή υγιή οντότητα ανάλογα με την σύνθεση και τις προσδοκίες του κοινωνικού περιβάλλοντος και του ίδιου του εαυτού μας; Μήπως η αυτοεικόνα μας και οι «σημαντικοί άλλοι» είναι οι παραμορφωτικοί φακοί που διαμορφώνουν την πραγματικότητα και τους ρόλους του δράματος που επιλέγουμε να υποδυθούμε; Η μικροκοινωνιολογία του καναδού Erving Goffman θα μπορούσε ενδεχομένως να ερμηνεύσει και να εξηγήσει την περίπτωση  του Κόλιν , ενός παιδιού που αποδεικνύεται ότι είναι κατά φαντασία ασθενής και να δώσει μια διαφορετική  οπτική όσον αφορά την αποκατάσταση της υγείας του μέσα από την ενασχόληση του με μια φυσιολατρική  δραστηριότητα;

Υπάρχει πιθανότητα η δημιουργός του βιβλίου να ήθελε ασυναίσθητα να ταυτίσει στις συλλογικές παραστάσεις των αναγνωστών της την υποανάπτυκτη τριτοκοσμική Ασία με την επιδημία της χολέρας και κατ’ επέκταση με ένα αθεράπευτο νοσηρό περιβάλλον, ενώ αντιστρόφως να ήθελε να σφυρηλατήσει στην κοινή συνείδηση ότι η Αγγλία – αν και διαθέτει βαλτότοπους με ελώδη στάσιμα ύδατα – συγκαταλέγεται στη Δύση,  στον ανεπτυγμένο Πρώτο Κόσμο, όπου στην κοινή συνείδηση συμπίπτει με την υγεία και την ευεξία; Όσο και να θέλει κανείς να αμφισβητήσει το δίπολο νοσηρότητα – υγεία ξεδιπλώνεται κατ’ αντιστοιχία και ο  άξονας  Ινδίες –Αγγλία που προκαλεί τον αναγνώστη να το διαβάζει υποσυνείδητα το μυθιστόρημα και με ένα σχήμα αναλογίας.   

Περίληψη από το Οπισθόφυλλο

          Αυτή είναι η ιστορία της Μαίρης Λένοξ, ενός στριμμένου και αντιπαθητικού κοριτσιού, που γεννήθηκε στις Ινδίες από Άγγλους γονείς, αλλά έμεινε ορφανή στα εννιά της χρόνια και αναγκάστηκε να πάει να μείνει στο αρχοντικό του παράξενου θείου της, στα βαλτοτόπια της βόρειας Αγγλίας. Η Μαίρη αρχίζει να κάνει μακρινούς περιπάτους στους έρημου κήπους του αρχοντικού και μαθαίνει για κάποιον κήπο που μένει κλειδωμένος από τότε που πέθανε η γυναίκα του θείου της.  Πιάνει φιλίες με έναν κοκκινολαίμη, μ’ ένα γέρο κηπουρό κι ένα παιδί της ηλικίας της, τον Ντίκον, που ξέρει όλα τα μυστικά της φύσης και συνεννοείται με τα ζώα και τα φυτά. Αλλά και με τον Κόλιν γίνεται φίλη, τον άρρωστο γιο του θείου της, που τον ανακαλύπτει σ’ ένα μυστικό δωμάτιο του αρχοντικού. Τα τρία παιδιά αποφασίζουν να βρουν το μυστικό κήπο και να τον ξαναζωντανέψουν. Ο μυστικός κήπος είναι ένας ύμνος για τη φύση, ένας ύμνος για τη ζωή!   

Κριτική

                Ένα βιβλίο με απλό και δωρικό λόγο, μικρές περιόδους και εύκολη υπόθεση. Ο Μυστικός Κήπος ανήκει στα κλασικά βιβλία εκείνα που μπορεί κανείς να τα κατανοήσει χωρίς ιδιαίτερες  απαιτήσεις. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι επιφυλασσόμαστε για την υποδοχή του βιβλίου αυτού που μπορεί να έχαιρε στις Ινδίες δεδομένου του ανεπούλωτου συλλογικού τραύματος που υπάρχει σε σχέση με την περίοδο της αποικιοκρατίας.  

          Μέσα από το συγκεκριμένο βιβλίο αναδεικνύονται οι επιπτώσεις της απόρριψης και της αποδοχής, η σημασία της φιλίας, η δυνατότητα του ανθρώπου να αλλάξει και να μετακινηθεί όσον αφορά τις στάσεις του, την συμπεριφορά του και τον  αξιακό του προσανατολισμό. Ο πυρήνας όμως όλης αυτής της ιστορίας περιστρέφεται γύρω από την εξύμνηση της φύσης και της νατουραλιστικής προσέγγισης της εξιστόρησης.

          Εν κατακλείδι, ο Μυστικός Κήπος είναι ένα παιδικό μυθιστόρημα που είναι σκόπιμο να υπάρχει σε κάθε παιδική βιβλιοθήκη –  και ιδανικά ενδείκνυται να διαβάζεται σε συναρτηση με αντίστοιχες κηπουρικές δραστηριότητες που μπορούν να  κάνουν τα παιδιά στην ύπαιθρο ή εναλλακτικά στην αυλή τους – και να συνοδεύεται από βαθιά περισυλλογή και σκέψη για την αποκρυπτογράφηση ενδεχόμενων κρυφών μηνυμάτων της ιστορίας.   

Ο Χαλαζίας διάβασε «το Παραράδιασμα» της Ζωρζ Σαρή

Η Ζωρζ Σαρή, αυτή η  δημοφιλής και βραβευμένη δημιουργός παιδικών και εφηβικών βιβλίων που έχει καταφέρει να κυριέψει την νεανική φαντασία και να αναδειχθεί σε αφηγηματικό συγγραφικό ίνδαλμα , σκαρώνει και εκδίδει το 1989 από τις εκδόσεις Πατάκη το ηθογραφικό μυθιστόρημα «το Παραράδιασμα». Λίγο πριν ξεκινήσω να διαβάζω το βιβλίο αυτό, θέλησα να μάθω την σημασία και το εννοιολογικό περιεχόμενο του τίτλου του. Έτσι προσπάθησα να αντλήσω πληροφορίες από την περίληψη στο οπισθόφυλλο μήπως περιείχε κάποια πρόσθετη πληροφόρηση  και εν συνεχεία να φυλλομετρήσω το βιβλίο επιζητώντας να συλλάβω την σημασία της άγνωστης για μένα αυτής λέξης. Το μυαλό μου είχε καρφωθεί και κλωθογύριζε συνεχώς επιζητώντας να αποκωδικοποιήσει «το Παραράδιασμα». Μην καταφέρνοντας να βρω απάντηση, δοκίμασα να εξερευνήσω με οδηγό το ποντίκι μου την σημασία της λέξης μέσα στην άγρια διαδικτυακή ζούγκλα αλλά και πάλι κάτι τέτοιο κατέστησε την προσπάθεια μου άκαρπη και ατελέσφορη. Τελευταίο καταφύγιο στην επίμονη αναζήτηση μου ήταν ένα μεγάλο εγκυκλοπαιδικό λεξικό που χρόνια τώρα ξεκουραζόταν ακουμπώντας την ράχη του πλαγιασμένο όρθια στο ράφι της βιβλιοθήκης μου. Μην αναρωτηθείς για το αποτέλεσμα. Η λέξη «παραράδιασμα» ήταν εξαφανισμένη και αναζητούσε απεγνωσμένα από τους αναγνώστες να προστρέξουν και να της δώσουν το φιλί της ζωής που της στέρησαν βίαια όλοι οι εγγράμματοι και ελιτιστές διανοούμενοι.  Τι είναι λοιπόν το Παραράδιασμα;    

Το Παραράδιασμα είναι ένα έργο, στο οποίο γίνεται αναφορά σε όλες τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις της νεώτερης και σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδας.  Το βίαιο αιματοκύλισμα του Εμφυλίου Πολέμου, η ύπαιθρος με τον γεωργικό και ποιμενικό επαγγελματικό βίο των ανθρώπων της   που κονταροχτυπιέται με την φτώχεια, την  βιοπάλη,  την εξ ανάγκης σχολική διαρροή για την ενίσχυση του οικογενειακού εισοδήματος και την παιδική εργασία. Παραράδιασμα είναι το απαύγασμα μιας ώριμης αισθητικής αναγνωστικής  εμπειρίας που περιγράφει και ζωντανεύει την μεταπολεμική ανάπτυξη της βιοτεχνίας και της μεταποίησης, και την ζύμωση μιας  εφήμερης εργατικής τάξης που πασχίζει με τα αιτήματα της να πραγματώσει τις κατακτήσεις που ενσαρκώνει το συνδικαλιστικό κίνημα. Παραράδιασμα είναι οι έμφυλες διακρίσεις που οδήγησαν στην συστηματική κακοποίηση της γυναίκας με όχημα τον γάμο και εν ονόματι  της προστασίας της οικογένειας την σκηνοθέτησαν να συνηγορεί σταθερά και να θυματοποιείται  εισφέροντας στην  θεσμοποίηση της  εκμετάλλευσης της εργατικής της δύναμης και παρέχοντας στην ελληνική παραδοσιακή κοινωνία αμέτρητες ώρες αφιλοκερδούς απλήρωτης οικιακής εργασίας.

Τελικά σας ανέφερα τι είναι πραγματικά το παραράδιασμα; Παραράδιασμα είναι όταν σε μια οικογένεια τα παιδιά δεν παντρεύονται με την σειρά – από το γηραιότερο  προς το νεότερο –  όπως ορίζεται από τις άτυπες κοινωνικές συμβάσεις αλλά όταν παραβιάζονται οι προφορικοί κανόνες της παράδοσης και κάποιο νεότερο παιδί μπορεί να προπορευτεί όσον αφορά την κοινωνική του αποκατάσταση και να νυμφευτεί ή να παντρευτεί νωρίτερα από την προδιαγεγραμμένη σειρά του. Το παραράδιασμα συνεπαγόταν τον σιωπηλό κοινωνικό στιγματισμό και την μομφή για την παραβίαση της παράδοσης από τον κοινωνικό περίγυρο.      

Περίληψη από το Οπισθόφυλλο

          1946. Σ’ ένα αποξεχασμένο χωριό της Ελλάδας. Η Ανάστω τελείωσε την πρώτη δημοτικού με άριστα. Ξέρει να διαβάζει τρεχαλητά, να γράφει όμορφα ολοστρόγγυλα γράμματα, και ξέρει την πρόσθεση και την αφαίρεση. Όταν θα μεγαλώσει, θα γίνει γιατρός. Όμως ο Παγετός που καίει και καταστρέφει τη γη, που γκρεμίζει τα όνειρα, θα της φράξει το δρόμο. Η Ανάστω θα παρατήσει το σχολείο και θα γίνει «μεροκάματο». Μια ζωή στην ξένη δούλεψη, θα περιμένει μάταια το  θαύμα. Ένα θαύμα, που μόνο ένας «από μηχανής θεός» – συγγραφέας μπορεί να της προσφέρει.  

Κριτική

          Ένα βιβλίο, το οποίο χωρίζεται σε τρία μέρη και καταδεικνύει τις μεταπολεμικές προκλήσεις και δυσκολίες της γενιάς των baby boomers. Ένα κορίτσι, η Ανάστω, τέκνο πολυμελούς οικογένειας με σημαντικά οικονομικά προβλήματα μεγαλώνει στην ύπαιθρο και υποχρεώνεται να κατευνάσει τις βαθύτερες επιθυμίες της, προκειμένου να προωθήσει και να εξυπηρετήσει τις οικογενειακές ανάγκες και προτεραιότητες. Ένα βιβλίο που χαρακτηρίζεται από την γνησιότητα του χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας και την απελπισμένη  προσπάθεια της φίλης  – και βιογράφου  – της Ανάστως να εμπνεύσει και να εμπνευστεί δοκιμάζοντας  να συνθέσει και να αναπλάσει αφηγηματικά την ζωή της.

          Ο λόγος που χρησιμοποιεί η Ζωρζ Σαρή στο βιβλίο της εμπεριέχει αρκετά στοιχεία τοπικής ιδιολέκτου και χαρακτηριστικά δείγματα ντοπιολαλιάς. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο βιβλίο αυτό κρύβεται ένας κατακερματισμένος θησαυρός πλούσιος σε λαογραφικά και εθνογραφικά στοιχεία της υπαίθρου.  Το κορίτσι ως ψυχοκόρη, τα σπάργανα της ανάπτυξης της ελληνικής κλωστοϋφαντουργίας, το καφενείο ως τόπος αποκλειστικής συνάντησης και διασκέδασης των αντρών, το παραράδιασμα, η προίκα, ο «σινεμάς». 

          Το Παραράδιασμα είναι ένα βιβλίο που δεν διαβάζεται ευχάριστα. Δεν υπάρχει happy end αλλά διάχυτος προβληματισμός και πόνος. Το μυθιστόρημα αυτό παρουσιάζει την γυναίκα ως παιδί – βάρος στον οικογενειακό προϋπολογισμό  , την γυναίκα ως κόρη – πρόσωπο λανθάνοντος Οιδιπόδειου συμπλέγματος για τον πατέρα της και πρόσωπο υπόρρητης και φθονερής αντιζηλίας με την μητέρα της , την γυναίκα ως αδελφή – ανυπεράσπιστο πλάσμα των προσωπικών επιδιώξεων και στοχεύσεων των αδελφών της, την γυναίκα ως εργατική μονάδα – αναγκαίο εξάρτημα απρόσκοπτης λειτουργίας του οικονομικού συστήματος, την γυναίκα ως σύζυγο – ανυπόληπτης νοικοκυράς που φροντίζει τον άντρα της και το σπιτικό της , την γυναίκα ως φίλης – ανακουφιστικής συντροφιάς και παρέας για την φίλη της.

          Εν κατακλείδι, το Παραράδιασμα μολονότι γράφτηκε πριν 33 χρόνια και η θέση της γυναίκας μοιάζει να έχει αισθητά βελτιωθεί  σε σχέση με το παρελθόν, ωστόσο, το βιβλίο αυτό παραμένει τραγικά επίκαιρο. Τα επεισόδια ενδοοικογενειακής βίας και οι επιθέσεις εναντίον γυναικών κατέχουν εξέχουσα θέση στην ειδησεογραφία και συγκεκριμένα στα αστυνομικά ρεπορτάζ. Τα ποσοστά συμμετοχής των γυναικών στα κέντρα λήψης αποφάσεων παραμένουν αρκετά χαμηλά και η συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών υποαμοίβεται σε σχέση με τους άνδρες.  Η οικονομική εκμετάλλευση των γυναικών στις δουλειές του νοικοκυριού είναι κάτι που αντιστρέφεται αλλά με πολύ αργούς ρυθμούς δεδομένου και της ένταξης διαφόρων οικιακών συσκευών σε αυτά που διευκολύνουν την ζωή και εξοικονομούν χρόνους στις  διάφορες εργασίες στο σπίτι.  Το Παραράδιασμα είναι ένα βιβλίο άρτιας μυθιστορηματικής επεξεργασίας που αφήνει μια πικρή γεύση στο στόμα αλλά αναγκαίας συνθήκης για να συνθηκολογήσεις με το μυαλό σου και να υποσχεθείς να αντιστρέψεις μέσα σου και γύρω σου τις κυρίαρχες κοινωνικές νόρμες για την γυναίκα.

Ο  Χαλαζίας ένιωσε  πικρία και θλίψη με το βιβλίο «όταν τα νιάτα θέλουν» της Νίτσας Τζώρτζογλου

Αν ενδιαφέρεσαι να διαβάσεις ένα ιστορικό μυθιστόρημα από την εποχή του Παύλου Μελά που θα σε βουλιάξει στα βαλτώδη έλη της άβολης αμηχανίας και θα πλημμυρίσει την καρδιά σου με τα δυσάρεστα αισθήματα  της ντροπής και της αιδούς, τότε η δημιουργός του βιβλίου  «όταν τα νιάτα θέλουν» θα αγγίξει τα αδιόρατα νήματα ενός εθνικού συλλογικού τραύματος που υπόκωφα ουρλιάζει στα κατάκλειστα  κελάρια της τοπικής κοινωνίας της Μακεδονίας και ενοχικά αυτολογοκρίνεται ένεκα μιας πολλά υποσχόμενης πολιτικής υπερεθνικής ολοκλήρωσης.  Αν ενδιαφέρεσαι να μάθεις ορισμένες πληροφορίες για τον Μακεδονικό Αγώνα σε μυθιστορηματική μορφή αλλά φοβάσαι ότι οι κυρίαρχοι ιδεολογικοί συντελεστές καταστολής σκέψης θα σου προσάψουν αυθαίρετα την απαξιωτική ταμπέλα του «εθνικόφρονα» και θα σου φορέσουν την ετικέτα του «φασίστα», τότε   το «όταν τα νιάτα θέλουν» της Νίτσας Τζώρτζογλου είναι ένα καταφύγιο για να ακουμπήσεις την ψυχή σου και να επικοινωνήσεις με την νεκρή ζωντανή  δημιουργό του, η οποία κοπιάζει να διασώσει την συλλογική μνήμη σε μια εποχή που οι αρχιτέκτονες της παγκοσμιοποίησης και των αφομοιωτικών της διαδικασιών και μηχανισμών επιδιώκουν να αλλοιώσουν και να παραχαράξουν την ιστορία και να δρομολογήσουν την συλλογική λήθη. Ενδεχομένως λαμβάνοντας υπόψη την πολιτική ροή της τρέχουσας επικαιρότητας  των τελευταίων ετών και τις γεωπολιτικές εξελίξεις μεταξύ των συμφωνιών της Ελλάδας με άλλα κράτη της βαλκανικής καταλαβαίνει κανείς ότι ενδεχομένως αν ζούσε και έγραφε σήμερα  η δημιουργός ξανά το βιβλίο της θα παρέφραζε τον τίτλο και θα το ονομάτιζε ως «όταν τα νιάτα δεν θέλουν». 

Περίληψη από το Οπισθόφυλλο

Το βιβλίο μας πηγαίνει πίσω σ’ ένα πολύ γνωστό κομμάτι της ιστορίας του Μακεδονικού Αγώνα. Η δράση αρχίζει στη Θεσσαλονίκη, μεταφέρεται στις όχθες της λίμνης της Καστοριάς, για να τελειώσει και πάλι στη Θεσσαλονίκη.

Οι ιστορικές αναφορές είναι αυθεντικές και δίνουν μια ζωντανή εικόνα του δραματικού αγώνα που δόθηκε για τη Μακεδονική ανεξαρτησία. Όσο για τους ήρωες, είναι μια αγορίστικη και κοριτσίστικη παρέα που παρακινημένη από το αίσθημα του δίκιου και του πατριωτισμού, καταφέρνει όσα και για μεγάλους ακόμα θα ήταν δύσκολα. Στο διάστημα του ενός χρόνου που κρατά η ιστορία μας, ανάμεσα σε δραματικές και αστείες περιπέτειες, τα παιδιά φέρνουν σε καλό τέλος τις αποστολές τους και δίνουν το λόγο τους να συνεχίσουν έως την τελειωτική απελευθέρωση της Μακεδονίας.   

Κριτική

            Το βιβλίο αυτό της Νίτσας Τζώρτζογλου εμφανίζει αρκετά κοινά στοιχεία όσον αφορά την θεματολογία με το κλασικό και διαχρονικό βιβλίο της Πηνελόπης Δέλτα, «τα Μυστικά του Βάλτου». Στο «όταν τα νιάτα θέλουν» ο αναγνώστης γίνεται παρατηρητής μιας παρέας παιδιών που προέρχονται από διαφορετικές κοινωνικές αφετηρίες  αλλά μοιράζονται ένα κοινό όραμα που δεν είναι άλλο από την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Βέβαια, στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι στο οπισθόφυλλο η Νίτσα Τζώρτζογλου αναγράφει ότι «οι ιστορικές αναφορές δίνουν μια ζωντανή εικόνα του δραματικού αγώνα που δόθηκε για τη Μακεδονική ανεξαρτησία». Το σημείο αυτό εγείρει αρκετά ερωτηματικά στον σύγχρονο αναγνώστη δεδομένου ότι υπάρχουν φωνές από το εξωτερικό που υποστηρίζουν και υπερασπίζονται την Μακεδονική ανεξαρτησία. Ωστόσο, δεδομένου ότι το βιβλίο αυτό γράφτηκε το 1987 υποθέτουμε ότι η δημιουργός του αναφερόταν στην εθνική ολοκλήρωση και ενσωμάτωση της περιοχής της Μακεδονίας στο εθνικό κορμό.

            Η συγγραφέας αναφέρεται στη δράση των εκπροσώπων των  θεσμικών φορέων του ελληνικού κράτους (π.χ. Εκκλησία, Δημόσιες προξενικές αρχές, στρατός, σχολείο) προκειμένου να προστατεύσουν τους τοπικούς πληθυσμούς  και να αντιμετωπίσουν τους βούλγαρους κομιτατζήδες, οι οποίοι εφορμούσαν στα ελληνικά χωριά της Μακεδονίας. Το βιβλίο αυτό διαδραματίζεται ατύπως σε δύο κεντρικούς άξονες.  Ο πρώτος άξονας αναφέρεται στη δράση των παιδιών στα μεγάλα αστικά κέντρα και σε μυστική συνεννόηση με τις προξενικές αρχές του ελληνικού κράτους στη Θεσσαλονίκη, που ήταν ακόμη πόλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.  Ο δεύτερος άξονας αναφέρεται στη δράση για την απελευθέρωση της Μακεδονίας που διαδραματίζεται στην περιφέρεια και την ύπαιθρο.

            Στο φόντο  του ιστορικού αυτού μυθιστορήματος  υφέρπουν και τα ειδύλλια των νεαρών παιδιών  που συνθέτουν ένα εκρηκτικό μίγμα ικανό να προσελκύσει το ενδιαφέρον του νεαρού αναγνώστη για την εξέλιξη τους. Συγκινητικό στοιχείο συνιστά η ανταλλαγή γραμμάτων και η σημασία και η αξία της επικοινωνίας που προσέδιδαν οι πρωταγωνιστές στα ανεπίσημα αυτά ταχυδρομικά δίκτυα. Η σπανιότητα και η δυσκολία της επικοινωνίας προσέδιδε ένα διαφορετικό νόημα σε αυτήν. Το πολιτισμικό αυτό στοιχείο της ανταλλαγής χειρόγραφων γραμμάτων γίνεται ακόμη πιο έντονο σήμερα δεδομένης της πολυτροπικότητας και της πυκνότητας της επικοινωνίας  που επικρατεί μετά κιόλας της εξάπλωσης και της διάδοσης του διαδικτύου, των ηλεκτρονικών υπολογιστών και των έξυπνων κινητών τηλεφώνων.     

            Συνοπτικά, το «όταν τα νιάτα θέλουν» είναι ένα βιβλίο που θα πρέπει να διαβαστεί από όλους τους Έλληνες αναγνώστες κάθε ηλικίας δεδομένου ότι ενδυναμώνει την συλλογική μνήμη και υπενθυμίζει άθελα του τα ολισθήματα και τις παλινωδίες της σύγχρονης εξωτερικής πολιτικής. Δεδομένου ότι η έκδοση του βιβλίου που διαβάσαμε ήταν του 1992 συνειδητοποιούμε ότι 30 χρόνια  αργότερα το βιβλίο αυτό γίνεται τραγικά επίκαιρο εφόσον δεν εξυπηρετεί την σκοποθεσία και τα συμφέροντα της κυρίαρχης οικονομικής και πολιτικής ελίτ Οι αναγνώστες με βιβλία σαν αυτό της Τζώρτζογλου αποκτούν ερεθίσματα που μπορούν να ενεργοποιήσουν τα κοινωνικά και εθνικά τους αντανακλαστικά, να σφυρηλατήσουν την μορφή μιας δυναμικής αντίδρασης τους στα γεωπολιτικά κελεύσματα που επιτάσσουν οι εποχές να προκαλέσουν την εναντίωση τους και εντέλει να γκρεμίσουν βίαια το οικοδόμημα ενός πλαστού αφηγήματος  με μοναδικό σκοπό  οι εθνικές κοινωνίες να προχωρήσουν στην υπερεθνική τους μετάλλαξη φορώντας  τον μανδύα μιας ειρηνευτικής διεθνιστικής ερμηνείας και προοπτικής.  

            Εν κατακλείδι , διαβάζοντας το «όταν τα νιάτα θέλουν» συνειρμικά μας ήρθαν στις διψασμένες αμμουδιές του νου τα δροσερά κύματα από τους στίχους του Δημήτρη Μητσοτάκη του συγκροτήματος των Ενδελέχεια:

«Κλωστές κρατάνε και κινούμαι σε μια χώρα που επιπλέει
με επιβάτες παραμύθια και θεούς
κρατώντας γύφτικο ζουρνά, στήνει καρτέρι
να μας μαγέψει με της Κίρκης τους λυγμούς

Κλωστές, τα σύνορα του κόσμου…

κλωστές, ο φόβος κι ο θυμός μου»

Ο Χαλαζίας έφριξε με «το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι» και συγκεκριμένα με το «Α’ βιβλίο: Η ζωή στο μεγάλο δάσος»  της Laura Ingalls Wilder

Ένα κλασικό παιδικό βιβλίο, το οποίο έχει μεταφερθεί και προβάλλεται ως ψυχαγωγική τηλεοπτική σειρά μέσα από την διαδικτυακή πλατφόρμα – ertflix.gr –  της ελληνικής δημόσιας κρατικής τηλεόρασης. Αν ενδιαφέρεσαι να έρθεις σε επαφή με ένα λογοτεχνικό έργο, το οποίο σήμερα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πατριαρχικό, σεξιστικό, ρατσιστικό και ακατάλληλο για παιδιά που μεγαλώνουν στο δυτικό κόσμο, τότε «το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι» εμπεριέχει όλα τα κλισέ, τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις που μαστίζουν και προσπαθούν να αποτινάξουν από το σώμα τους οι σύγχρονες κοινωνίες. Ο φόβος, η τιμωρία και η απειλή χρήσης βίας ως εργαλεία για την ορθή διαπαιδαγώγηση των παιδιών συνιστούν σήμερα ανεδαφικές, παρωχημένες και αναχρονιστικές πρακτικές στο πεδίο των Επιστημών της Αγωγής. Μολονότι η επαφή με την φύση οξύνει στα παιδιά την καλλιέργεια της νατουραλιστικής τους νοημοσύνης, ωστόσο, το στυλ μάθησης που υιοθετούν οι άρρενες γονείς και οι ενήλικες υποχρεώσεις με τις οποίες επωμίζονται τα παιδιά της ιστορίας  είναι τέτοιες που μοιάζει να μην αφήνουν το περιθώριο στα ίδια τα  παιδιά  να βιώσουν και να ζήσουν την παιδική τους ηλικία. Ο βιοπορισμός των οικογενειών πιέζει την ενηλικίωση των παιδιών να πραγματοποιηθεί σε όλο και νεαρότερες ηλικίες καταδεικνύοντας το πρόβλημα της προστασίας της παιδικής ηλικίας και υπογραμμίζοντας την παιδική εργασία ως την μόνη διέξοδο για την προστασία του οικογενειακού εισοδήματος.  

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Τα βιβλία της σειράς το «Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι» περιγράφουν τη ζωή της Laura Ingalls Wilder.

H Laura γεννήθηκε το 1867, μέσα σε μια μικρή καλύβα, κοντά στο μεγάλο δάσος του Ουισκόνσιν.

Κατόπιν, χρόνο με το χρόνο, μέσα σε σκεπαστή άμαξα, ταξίδεψε με την οικογένεια της στο Κάνσας, στη Μινεζότα και, τέλος, στην περιοχή της Ντακότα όπου συνάντησε και παντρεύτηκε τον Αλμάντζο Ουάιλντερ.

Τα χρόνια εκείνα, οι στερήσεις ήταν πολλές κι η δουλειά σκληρή. Οι σοδειές καταστρέφονταν από καταιγίδες και ακρίδες. Ωστόσο, υπήρχαν κι οι ευτυχισμένες στιγμές της χαράς και της αγάπης. Βόλτες και μικρά ταξιδάκια με το έλκηθρο, κοινωνικές επαφές και διάφορες μικρογιορτές.

Μέσα απ’ τους τίτλους της σειράς, η οικογένεια Ingalls παρουσιάζεται μπροστά μας ολοζώντανη, προσφέροντας το καλύτερο πνεύμα της εποχής των Αμερικανών πιονέρων.  

ΚΡΙΤΙΚΗ  

            Μια παιδική ιστορία όπου η κατανομή των ρόλων είναι διακριτή και σαφής. Ο πατέρας είναι ο θηρευτής του οίκου και είναι ταυτισμένη η δράση του με το «έξω» ενώ η μητέρα ασχολείται με τις εργασίες του σπιτιού και η δράση της συμπίπτει με το «μέσα». Η κατανομή και ο επιμερισμός των εργασιών υποδεικνύει και την διάκριση τους με κεντρικό άξονα το φύλο. Οι βαριές, επικίνδυνες και δύσκολες εργασίες γίνονται από τον πατέρα του σπιτιού, ενώ οι εργασίες που σχετίζονται με την φροντίδα, την μέριμνα και την επιμέλεια  των παιδιών και του σπιτιού πραγματοποιούνται από την μητέρα. Το βιβλίο αυτό υιοθετεί και ενσωματώνει μια βουβή κοινωνική σύμβαση, σύμφωνα με την οποία οι γυναίκες έχουν έμφυτα ανεπτυγμένο σε μεγαλύτερο βαθμό την δυνατότητα της φροντίδας και της προστασίας των παιδιών τους σε σχέση με τους άντρες, οι οποίοι αποτελούν τον ομφάλιο λώρο με την σύνδεση της οικογένειας με τον έξω κόσμο.

          Η ευλαβική τήρηση της  θρησκευτικής παράδοσης  και η πίστη στην χριστιανική ηθική συνιστά ένα επιπλέον στοιχείο που διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο της Laura Ingalls Wilder . Δεδομένης της αναφοράς που γίνεται στην οπλοφορία και οπλοχρησία από την μεριά του πατέρα, της προσήλωσης των πρωταγωνιστών στην χριστιανική πίστη και τέλος, στην περιχαράκωση και την ανάδειξη της ιστορίας με κεντρικό άξονα μια πυρηνική οικογένεια, τότε συμπεραίνουμε ότι το αφηγηματικό μοτίβο είναι αρκετά συντηρητικό. Αν προστεθεί στα παραπάνω δεδομένα ορισμένες αναφορές σε σχέση με την θέση και την μεταχείριση των Αφροαμερικανών και την αλαζονική και υπεροπτική τους αντιμετώπιση από τους πρωταγωνιστές του βιβλίου τότε διαπιστώνουμε ότι το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι διαθέτει αρκετές ρατσιστικές αναφορές.

          Οι αφηγήσεις ορισμένων βίαιων σκηνών σε σχέση με την επεξεργασία του κρέατος και με την διαχείριση και την αποθεματοποίηση των τροφίμων με γνώμονα  την αποδοτικότερη κι αποτελεσματικότερη οικιακή οικονομία είναι αρκετά αναλυτικές και δεν εξυπηρετούν στην αισθητική απόλαυση του αναγνώστη. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι η γλώσσα είναι αρκετά δωρική και λιτή και μπορεί να γίνει το κείμενο κατανοητό ακόμη και σε αρκετά νεαρότερες ηλικίες.

          Το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι (Α Βιβλίο: Η ζωή στο μεγάλο δάσος)  είναι ένα νεανικό ανάγνωσμα  που σήμερα ίσως να είναι περισσότερο πρόσφορο να   διαβαστεί και να μελετηθεί από τους νεαρούς αναγνώστες περισσότερο ως μια άσκηση ανίχνευσης και εντοπισμού προκατασκευασμένων αντιλήψεων και υπεραπλουστευμένων θέσεων.  Ένα βιβλίο παρωχημένο και ξεπερασμένο από την εποχή του. Ενδεχομένως να μπορεί να διαβαστεί, προκειμένου να λειτουργήσει ως μια ανθρωπολογική μελέτη για την δομή και την μορφή της οικογένειας στην Αμερική.  Ένα βιβλίο που δεν είναι προορισμένο να ωφελήσει κανένα παιδί η νέο του σήμερα και για τον λόγο αυτό δεν συστήνεται να διαβαστεί.

Ο Χαλαζίας διάβασε το «Κρυφό Μονοπάτι» της Gilard Madelein

       Αν είσαι φυσιολάτρης και ενδιαφέρεσαι να αφήσεις τα ατίθασα άλογα της φαντασίας σου να καλπάσουν ελεύθερα στα περίφημα νατουραλιστικά κάδρα των ζωηρών περιγραφών της περιοχής της Προβηγκίας, τότε το Κρυφό Μονοπάτι είναι ένα  βιβλίο που θα προσελκύσει το ενδιαφέρον κάθε αναγνωστικού εξερευνητή. Αν ο αναγνωστικός σου φακός έχει καιρό τώρα στεγνώσει από καρέ με σκηνές από κατάφυτα και δυσπρόσιτα φυσικά τοπία , τότε η Gilard Madelein θα φροντίσει εμπράκτως να ποτίσει τα διψασμένα χώματα της  λογοτεχνικής φαντασίας σου. Αν ως παιδί ή έφηβος ροκάνιζες την ενέργεια και τις λέξεις των βουβών εσωτερικών σου μονολόγων σε συλλογισμούς σε σχέση με την απουσία του πατέρα σου από την ζωή σου και άγγιζες με βουβό πόνο την δύσκολη μονογονεϊκότητα με την οποία μεγάλωσες, τότε το κρυφό μονοπάτι ίσως μπορεί να σου δώσει μια άλλη – ενδεχομένως και αναλγητική –   διέξοδο οπτικής. Τέλος, αν αυτολογοκρίνεσαι και βιώνεις ενοχικά την χειμερία νάρκη μιας ακαταμάχητης ανάγκης για  συμφιλίωση που σε καταβάλει και το άγριο  ξύπνημα για το ξέσπασμα της σύγκρουσης που σε δυναμιτίζει με κατά τα άλλα οικεία και αγαπημένα σου πρόσωπα, τότε το Κρυφό Μονοπάτι ίσως είναι ένας σταθμός για να αγκυροβολήσεις με ασφάλεια την ανήσυχη σκέψη σου.  

Περίληψη από το Οπισθόφυλλο

Δύο αδέλφια, η Λώρα και ο Μαρκ, θα περάσουν τις καλοκαιριάτικες διακοπές τους στο πανδοχείο του θείου τους στη Βωκλύζ. Στην Μπορί – Πράσινη. Παράξενο όνομα για ένα πανδοχείο. Η Μπορί- Πράσινη ήταν μια προϊστορική σπηλιά. Όμως η Μπορί – Πράσινη κρύβει κάποιο μυστικό.

Κριτική

          Πρωταγωνιστές του βιβλίου είναι η Λώρα και ο Μαρκ και ο χώρος όπου διαδραματίζεται η υπόθεση είναι η Βωκλύζ. Η περιπέτεια ξεκινά και το ταξίδι αρχίζει.  Μια ζωηρή και συνάμα ξένοιαστη καθημερινότητα ξεδιπλώνεται  στο  συμπαθητικό πανδοχείο του θείου των παιδιών. Ένα συναρπαστικό βιβλίο που διαβάζεται ευχάριστα και παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες και με άλλα  αντίστοιχα της ελληνικής και παγκόσμιας παιδικής λογοτεχνίας με παρεμφερή θεματολογία. Δεδομένου ότι ένα σημαντικό μέρος της δράσης των παιδιών  διαδραματίζεται στο βουνό μέσα στο δάσος με σκοπό την ανάπτυξη της νατουραλιστικής νοημοσύνης των αναγνωστών, τότε αξίζει να θυμηθούμε ότι η υπόθεση έχει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά στοιχεία και με το «Μικρό Σπίτι Στο Λιβάδι» της Wilder Laura Ingalls, με τον «Μυστικό Κήπο» της Frances Hodgson – Burnett και με τα «Ψηλά Βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου.

       Η Μπορί – Πράσινη θα γίνει το καλοκαιρινό καταφύγιο των παιδιών και ο συνδετικός κρίκος τους με τον εξαφανισμένο πατέρα τους και το μυστικοπαθές παρελθόν του. Τα παιδιά θα αντικρίσουν στο πανδοχείο του θείου τους τα αντεστραμμένα είδωλα τους και θα βιώσουν την ασυναίσθητη σύγκριση και τον ανταγωνισμό με τους αντιθετικούς κατοπτρικούς εαυτούς τους. Η ξαφνική εμφάνιση του πατέρα των παιδιών στο μικρό πανδοχείο του θείου τους και η απρόσμενη και απροσδόκητη αναχώρηση του από αυτό εξυπηρετεί στην δόμηση και την αποδόμηση του και στην τελική εμφατική υπογράμμιση της απουσίας του. Μολονότι, δοκιμάζεται αμφίδρομα η πατρική εμπιστοσύνη και φαίνεται να υπάρχει σιωπηλά αμοιβαία αποδοχή και συμφιλίωση, τα παιδιά στο τέλος συνηγορούν ότι η πραγματικότητα είναι πιθανόν να μην συμπίπτει με τις ιδεαλιστικές αναπαραστάσεις και αφηγήσεις του πατέρα τους έτσι όπως τις μοιράστηκαν πάνω στο βουνό στην αληθινή την Μπορί την Πράσινη.  Στο τέλος τα παιδιά ενδόμυχα αμφισβητούν αφενός την εγκυρότητα της πατρικής αφήγησης και αφετέρου την γνησιότητα της εμπιστοσύνης με την οποία ο πατέρας των παιδιών επιθυμεί να  εκμυστηρευτεί πολύτιμα κομμάτια από την οικογενειακή ιστορία και τον συλλογικό θρύλο των αντιστασιακών ομάδων της Γαλλίας κατά την περίοδο του Β Παγκοσμίου Πολέμου.

          Εν κατακλείδι, το Κρυφό Μονοπάτι είναι ένα νεανικό βιβλίο με γλαφυρές και αναλυτικές περιγραφές τοπίων εξαίρετου φυσικού κάλους όπου ο αναγνώστης ταξιδεύει και περιπλανάται νοερά επεκτείνοντας περαιτέρω την χωροταξική του νοημοσύνη χωρίς να χρειαστεί να κάνει το παραμικρό βήμα αλλαγής θέσεως από τον καναπέ του.  Αξίζει να σημειωθεί ότι η μετάφραση του συγκεκριμένου βιβλίου έχει γίνει από την περίφημη και αρκετά επιτυχημένη συγγραφέα νεανικών βιβλίων, Ζωρζ Σαρρή.