Ο Χαλαζίας θύμωσε με  το «Κάθε μέρα λίγο πιο κοντά. Μια Ψυχοθεραπεία ειπωμένη δυο φορές» του Irvin Yalom και της Ginny Elkin

Αποστολή ενός σκηνοθέτη δεν είναι να ενορχηστρώνει παραστάσεις εγκλωβισμένες στα στεγανά μιας προσωπικής αισθητικής αδύναμες να αποδράσουν από το μοτίβο μιας εσαεί πρόβας. Αντιστοίχως, έργο ενός μουσουργού δεν είναι να συντονίζει τα μέλη ενός μουσικού συνόλου  να παίζει κλειδωμένο στα αυτιά του την λούπα μιας μουσικής σύνθεσης αδυνατώντας να παρουσιάσει μια μελωδία ως σύνολο σε ένα μουσικόφιλο κοινό. Όταν η Ψυχοθεραπεία μετατρέπεται σε Κυκλοθεραπεία και η Λογοτεχνία μετασχηματίζεται  σε Κολυμβήθρα του Σιλωάμ για να βουτήξει ο Irvin Yalom τα ακάθαρτα της ψυχοθεραπευτικής πράξης, τότε το περιτύλιγμα των ψυχολογικών θεωριών (Βλέπε για παράδειγμα Θεωρία των Διαπροσωπικών Σχέσεων και  Θεωρία του Διπλού Δεσμού) όσο λαμπερό και μεγαλειώδες και αν φαίνεται… όμορφα καίγεται. Η θεραπευτική πράξη θα πρέπει να αποτιμάται όχι αποκλειστικά με όρους  -αν και αμφίβολης – αποτελεσματικότητας αλλά και με όρους αποδοτικότητας. Εξαρτημένα υποκείμενα επισκέπτονται συστηματικά τα ψυχοθεραπευτικά τους τοτέμ αποστεγνώνοντας τα ασφαλιστικά ταμεία και τα πορτοφόλια τους αναβάλλοντας την ζωή τους σε μια άλλη…ζωή. Βολικές εξηγήσεις και θεωρητικά και ερμηνευτικά σχήματα κουμπώνουν πάντα σε ερευνητικές υποθέσεις ικανές να δικαιολογήσουν μια αλόγιστη οικονομική σπατάλη χρημάτων και χρόνου στους ψυχοθεραπευτικά εθισμένους του Πρώτου Κόσμου.  

Ένα εξέχον πανεπιστήμιο χρηματοδοτεί εν αγνοία του το συγγραφικό εγχείρημα του Irvin Yalom με την καταγραφή παράλληλων μονολόγων μιας ασθενούς με τον θεραπευτή της. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου δηλαδή. Και ο Νόμος του Ιπποκράτη ομοιάζει με μια ρομαντική ανάμνηση της εποχής της αθωότητας.  

                  ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Αλλά η μεγαλύτερη μαγεία που μπήκε ποτέ στη ζωή μου δεν είναι οι λέξεις, είναι τα αληθινά αισθήματα κι οι αληθινές πράξεις, όπως να κλαίω και να χτυπιέμαι. Χάνομαι μιλώντας. […]. Καθόμουνα σαν πηλός σ’ εκείνη την πολυθρόνα προσποιούμενη πως διαθέτω συναισθήματα και σχήμα.

-ΤΖΙΝΝΥ

Είναι σαν να φέρνει το δικό της γκρίζο σκηνικό και να το στήνει πολύ επιδέξια μέσα στα πρώτα λεπτά της ώρας. Πολύ σύντομα έχω μπλεχτεί στο δράμα. Νιώθω τον κόσμο όπως τον νιώθει εκείνη: μια παράξενη, αλλόκοτη, κυκλική μελαγχολία. Αρχίζω να μοιράζομαι την ίδια απελπισία.

-ΔΡ. ΓΙΑΛΟΜ

Η Τζίννυ Έλκιν είναι μια νεαρή πολλά υποσχόμενη συγγραφέας με ψυχικά προβλήματα. Κατά καιρούς έχει χαρακτηριστεί από ψυχιάτρους «σχιζοειδική… με οριακά ψυχωτικές νοητικές διεργασίες». Έχοντας δοκιμάσει ποικίλες θεραπείες, ξεκινά τελικά ατομική ψυχοθεραπεία με τον Ίρβιν Γιάλομ στα εξωτερικά ιατρεία του Πανεπιστημίου Στάνφορντ. Το «Κάθε μέρα λίγο πιο κοντά» είναι προϊόν του θεραπευτικού τους συμβολαίου, στο οποίο συμφώνησαν να καταγράφουν χωριστά τις εντυπώσεις και τα συναισθήματα τους από κάθε συνεδρία. Στις σελίδες του βιβλίου ξετυλίγεται για πρώτη φορά η σχέση θεραπευτή και θεραπευομένου χωρίς καμιά μυθοπλασία. Το μόνο φανταστικό στοιχείο είναι το όνομα της θεραπευόμενης, αφού για λόγους ιατρικού απορρήτου ήταν απαραίτητη η απόκρυψη της ταυτότητας της.  Σ’ αυτή την ανταλλαγή σημειωμάτων, που μοιάζει σχεδόν σαν επιστολικό μυθιστόρημα, παρακολουθούμε τον τριανταεννιάχρονο Γιάλομ και την εικοσάχρονη ασθενή του να αγωνίζονται για την εμπέδωση μιας σχέσης οικειότητας και εμπιστοσύνης που θα συμβάλλει καίρια στην ίαση.

              «Οι πολύ ευφραδείς ασθενείς μας δυσκολεύουν να τους βοηθήσουμε, κι είναι μεγάλο προνόμιο να παρακολουθούμε σε τόσο μεγάλο βάθος πως ένας από τους καλύτερους Αμερικανούς ψυχοθεραπευτές διεξάγει μία προς μία τις θεραπευτικές συνεδρίες με έναν τέτοιο άξιο αντίπαλο. Πέρα όμως από το ψυχοθεραπευτικό ενδιαφέρον, το βιβλίο αφηγείται την ιστορία δύο ανθρώπων που μοιράζονται τις δυνάμεις και τις αδυναμίες τους, επομένως μπορεί και πρέπει να διαβάζεται σαν λογοτεχνία – όχι μόνο σαν ένα σοφό και ειλικρινές μάθημα.»

-ALEX COMFORT  

Κριτική

              Ο αναγνώστης διαβάζει σε 374 σελίδες τις σουρρεαλιστικές εκρήξεις ονείρων και τα φαντασιακά παραληρήματα ζωής μιας αθώας παιδούλας που φαίνεται να διαθέτει αρκετό ελεύθερο χρόνο για τυχερά παιχνίδια, χημικούς πειραματισμούς,  φίλους και υπαρξιακές αναζητήσεις. Ωστόσο, ο ψυχοθεραπευτής αντί να αναζητήσει την πηγή των συμπτωμάτων της θεραπευόμενης του ( πονοκεφάλους και κρίσεις πανικού) στην ευκαιριακή χρήση ψυχότροπων ουσιών που κάνει και στον τρόπο ζωής που υιοθετεί τζογάροντας σε ιπποδρομίες και χαρτιά  , θεωρεί σκόπιμο η θεραπεία τους να διαρκέσει περισσότερο για να απολαύσει τα ψυχολογική τόνωση της «μεταβίβασης» της ασθενούς του προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η άρρητη απόλαυση που εισπράττει από  τον θαυμασμό του εξιδανικευμένου προσώπου του.

              O Irvin Yalom αδυνατεί να δαμάσει και να χαλιναγωγήσει τον ναρκισσισμό του και μοιάζει με το πρόσχημα της επαγγελματικής σχέσης να δοκιμάζει και να  επενδύει σε μια ενδεχόμενη σεξουαλική και ερωτική ανάφλεξη με την ασθενή του χωρίς να την προστατεύει. Όταν τα προσωπικά αισθήματα υφέρπουν και απειλούν τις επαγγελματικές σχέσεις, τότε χρέος του ψυχοθεραπευτή είναι να προστατεύσει με κάθε κόστος τον ψυχικό κόσμο της θεραπευόμενης του.

              Αξίζει να σημειωθεί ότι για άλλη μια φορά εγείρονται και άλλα ζητήματα ηθικής τάξης. Δεν αναγράφεται πουθενά στο βιβλίο αν στη δημοσίευση των σημειώσεων και του ημερολογίου των συναντήσεων του συντρόφου της θεραπευομένης με τον Irvin Yalom υπήρξε η γραπτή συγκατάθεση του για την δημοσίευση τους.

              Εν κατακλείδι, το «Κάθε μέρα λίγο πιο κοντά» είναι ένα βιβλίο χωρίς ιδιαίτερο λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Ωστόσο, στις τελευταίες σελίδες με τον Επίλογο του Irvin Yalom οι φοιτητές ψυχολογίας και οι εραστές των επιστημών ψυχικής υγείας μπουκώνουν από επιστημονική θεωρία – ίσως και από τεκμηριωμένη δικαιολογία – για να βιώσουν μια κάποια αναγνωστική αξία του βιβλίου  και από τον Επίλογο της Ginny Elkin ξεδιψάνε  από ιδέες, εικόνες και ζωηρές λογοτεχνικές περιγραφές που έχουν τόσο ανάγκη από μια νεαρή και πολλά υποσχόμενη συγγραφέα. Ωστόσο, οι ενδιάμεσες σελίδες μοιάζουν με φλυαρία χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Ο αναγνώστης είναι υποψιασμένος για την έκβαση της ιστορίας και καμία έκπληξη δεν κρύβεται προκειμένου να τον αιφνιδιάσει ευχάριστα. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι ως προς τη δομή της αφήγησης το βιβλίο αυτό μοιάζει αρκετά με το «Σπίτι για Πέντε» της Λότης Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου αν και το περιεχόμενο του είναι εντελώς διαφορετικό.  Ένα βιβλίο που διαβάζεται με αποκλειστικό σκοπό την ψυχοθεραπευτική εμπέδωση, προκειμένου να σιγάσουν τις σκοτεινές αμφιβολίες τους και τις προσωπικές Ερινύες.  

Published by

Χαλαζίας

www.scatteredpages.gr

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s