Ο xalazias περιεργάζεται τις Μαγικές Ασπίδες του Στράτου Γιάγκου

Όταν ένα βιβλίο φαντασίας, το οποίο αφενός  –και λόγω είδους – αποφεύγει να εγκλωβιστεί και να οχυρωθεί εντός των κλειστών τειχών μιας ρηχής πεζής πραγματικότητας και αφετέρου –λόγω ύφους – επιτυγχάνει να διαστείλει τις προσωπικές φαντασιακές σφαίρες των αναγνωστών του, αντιπαρατίθεται με την δοσμένη πραγματικότητα και την υπερνικά τότε οι Μαγικές Ασπίδες μετασχηματίζονται σε μαγικά χαλιά που υπερίπτανται και  θεραπεύουν τον αναγνώστη από την τραυματική εμπειρία του δυσβάστακτου θορύβου που εκπέμπεται από την μηχανιστική επανάληψη  της απτής και  τετριμμένης ρουτίνας της καθημερινότητας.

Περίληψη

Οκτώ ασπίδες που αντιπροσωπεύουν ισάριθμες αρετές επιζητούν απεγνωσμένα να εντοπίσουν και να διαλέξουν τους οκτώ εκλεκτούς οι οποίοι είναι σε θέση να τις κρατήσουν και να ενεργοποιήσουν τις μαγικές τους ιδιότητες. Οκτώ ασπίδες που συμβολίζουντην δικαιοσύνη, την αγάπη, την φιλία, την σοφία, το θάρρος, την γενναιοδωρία, την κατανόηση και την ευγένεια συνιστούν τα κρυφά και κυρίαρχα χαρακτηριστικά που φέρουν οι πρωταγωνιστές της αφήγησης.  Σε έναν φανταστικό κόσμο που έχει κυριευτεί από τις σκοτεινές δυνάμεις του κακού, του Darkull,  μια παρέα τριών νεαρών που τους έχουν αποκαλυφθεί οι μαγικές ασπίδες τους ξεκινούν ένα δύσκολο ταξίδι γεμάτο κινδύνους, δυσκολίες και αντιξοότητες προκειμένου να αναγνωρίσουν τους υπόλοιπους συντρόφους της εκλεκτής παρέας τους που θα τους επιλέξουν οι αντίστοιχες μαγικές ασπίδες  προκειμένου  να υπερνικήσουν το σκοτάδι που απειλεί να πλημμυρίσει τις καρδιές των ανθρώπων.     

Κριτική

       Οι επιρροές του συγγραφέα είναι καταφανώς οι ιαπωνικοί χαρακτήρες anime, τα video games, ο J.R.R. Tolkien και η αρχαία ελληνική μυθολογία.  Πρόσωπα που περιπλέκονται και φέρουν μαζί τους το δικό τους στοιχείο στην ολοκλήρωση της ιστορίας συνθέτουν ένα μωσαϊκό χαρακτήρων από διαφορετικές κουλτούρες και χώρους. Από τον ψηφιακό κόσμο των συνεργατικών ηλεκτρονικών παιχνιδιών – π.χ. League of Legends  – μέχρι και  τον αρχαιοελληνικό μινωικό μύθο του Τάλου και από εκεί από την σκοτεινή περιοχή της Mordor του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών μέχρι τους δημοφιλείς χαρακτήρες του ιαπωνικού animation ξεπηδά η έμπνευση για τις μαγικές ασπίδες. Σημαντική διαφαίνεται να είναι και η συμβολή των μυθιστορημάτων της βρετανίδας συγγραφέως Joanne Rowling που είναι αρκετά δημοφιλής εξαιτίας των βιβλίων της του Harry Potter καθώς επίσης και από τις κινηματογραφικές αποδόσεις των αντίστοιχων βιβλίων που έγιναν από την Warner Bros. Το βιβλίο αυτό είναι περιβεβλημένο με  την σημασία που αποδίδει ο συγγραφέας του, Στράτος Γιάγκος,  σε διαχρονικές ηθικές αξίες του ανθρώπινου πολιτισμού.  

          Ο χρόνος και ο χώρος είναι φανταστικοί. Αξίζει να σημειωθεί ότι για την καλύτερη κατανόηση του περιεχομένου του βιβλίου και για την γεωγραφική τοποθέτηση των γεγονότων υπάρχει ενσωματωμένος χάρτης με τις περιοχές έτσι όπως τις κατονομάζει  ο συγγραφέας στην αφήγηση του. Το στοιχείο αυτό το οποίο είχε υιοθετήσει και συμπεριλάβει στην αφήγηση του και ο J.R.R. Tolkien συνιστά ένα επιπλέον δομικό υλικό που καθιστά τον συγγραφέα Στράτο Γιάγκο εγγύτερα σε συγγραφείς αυτού του είδους.

          Αξίζει να σημειωθεί ότι μολονότι η γλώσσα του μυθιστορήματος  δεν είναι αρκετά επιτηδευμένη και η ιστορία της υπόθεσης ενδεχομένως να είχε περιθώρια για περαιτέρω επεξεργασία το βιβλίο του Γιάγκου συνιστά μια πρόταση για τους λάτρεις της λογοτεχνίας του φανταστικού. Η εναλλαγή των τοπίων είναι γρήγορη και δεν κουράζουν τον αναγνώστη, ο οποίος ταξιδεύει από ερήμους και κάστρα μέχρι σε θάλασσες και υπόγειες εγκαταλελειμμένες πολιτείες χωρίς να νιώθει ότι πλήττει.

Ορισμένες περιγραφές πολεμικών σκηνών και αναμετρήσεων των οκτώ εκλεκτών προσιδιάζουν ενδεχομένως σε κομμένα καρέ βιντεοπαιχνιδιών και ίσως να θεωρηθούν και δύσληπτες εξαιτίας των λεπτομερών και οξυδερκών αναφορών τους για έναν μη εξοικειωμένο αναγνώστη του συγκεκριμένου είδους . Ωστόσο, το τελικό αποτέλεσμα αποζημιώνει τον αναγνώστη εφόσον η ιστορία  συνεπαίρνει τον αναγνώστη και μέσω των Μαγικών Ασπίδων καταφέρνει να «σκάψει» το προσωπικό τούνελ του και να δραπετεύσει από τα σφικτά δεσμά της  κλειστής και δοτής βιωμένης πραγματικότητας.

Οι εκλεκτοί πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος είναι πολεμιστές – και όχι πολέμαρχοι –  που μάχονται με κυρίαρχο εξοπλισμό τους τις ασπίδες τους. Οι ασπίδες συνιστούν όπλα που διαθέτουν μια ιδιότυπη μαγεία με συμβολικές απεικονίσεις και σκαλίσματα. Η επιλογή των ασπίδων ενδεχομένως να έγινε γιατί αποτελούν όπλα ανάσχεσης μιας επίθεσης και θέλοντας ο συγγραφέας να δείξει την συμφιλιωτική διάθεση των χαρακτήρων.           Οι μαγικές ασπίδες είναι ένα βιβλίο που οξύνει την ηθική νοημοσύνη του αναγνώστη. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι  το βιβλίο αυτό εκδόθηκε με την υποστήριξη της Εταιρίας  Ψυχοκοινωνικών Μελετών της Δραπετσώνας και ενισχύει άτομα με αυτισμό και διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές. Ο Στράτος Γιάγκος διαθέτει φαντασία και αυτό αποτυπώνεται και αποδίδεται  στις Μαγικές Ασπίδες του. Πλάσματα φαντασίας με μορφή που σίγουρα δεν θα συναντήσεις πουθενά αλλού εκτός από τους ανεξερεύνητους διαδρόμους του μυαλού σου έχεις την τύχη  να ακολουθήσεις με όχημα τις Μαγικές Ασπίδες του Στράτου Γιάγκου.   

Ο xalazias τραβάει πλάνα για την Κινηματογραφική Λέσχη του David Gilmour

Η απογοήτευση είναι συναίσθημα. Αν την νιώσεις μην απελπίζεσαι. Ίσως να είναι και ο μοναδικός δρόμος για να επιβεβαιώσεις ότι εξακολουθείς να αισθάνεσαι. Η “Κινηματογραφική Λέσχη” ίσως για κάποιους να αποσκοπεί στο να απογοητεύει, γιατί έτσι θα τους κάνει να νιώσουν- και κάτι τέτοιο σήμερα δεν το λες και αμελητέο!


Περίληψη από το Οπισθόφυλλο

Όταν ο Τζέσε, ο δεκαπεντάχρονος γιος του Ντέιβιντ Γκίλμουρ, αρχίζει να κόβεται σε όλα τα μαθήματα στο σχολείο, ο πατέρας του του κάνει μια πρωτότυπη πρόταση: μπορεί να παρατήσει το σχολείο -δε χρειάζεται να πιάσει δουλειά ή να πληρώνει νοίκι-, αλλά με έναν όρο: κάθε βδομάδα θα βλέπει τρεις ταινίες που θα επιλέγει ο πατέρας του. Έτσι, βδομάδα τη βδομάδα, πατέρας και γιος, δίπλα δίπλα, παρακολουθούν τις καλύτερες (και κατά καιρούς τις χειρότερες) ταινίες του κόσμου, ενώ μιλούν για τον κινηματογράφο και τη ζωή.

Καθώς η “Κινηματογραφική λέσχη” οδεύει προς ένα αναπόφευκτο γλυκόπικρο τέλος, ο Τζέσε παίρνει μια απόφαση που ξαφνιάζει ακόμα και τον πατέρα του…

Κριτική

Ένας έφηβος με χαμηλές σχολικές επιδόσεις. Μια οικογένεια δεύτερου γάμου που προσομοιάζει στο σκανδιναβικό μοντέλο πολιτισμού. Ένας απεγνωσμένος πατέρας που σχοινοβατεί μεταξύ της εργασιακής ανασφάλειας και της γονικής ευθύνης. Μια κρίσιμη και συνάμα τολμηρή απόφαση. Η βαρετή και αδιάφορη  σχολική ρουτίνα σταματά. Μοναδική υποχρέωση συνιστά πλέον για τον 15χρονο έφηβο η από κοινού παρακολούθηση αυστηρά τριών κινηματογραφικών ταινιών εβδομαδιαίως. Η μουσική εφηβική υποκουλτούρα της hip hop περιπλέκεται αριστοτεχνικά με περιγραφές κινηματογραφικών πλάνων κλασικών αριστουργημάτων και εμπορικών προϊόντων μαζικής pop κουλτούρας της 7ης τέχνης. Ένας έφηβος που ταλανίζεται και ταλαντώνεται μεταξύ του συναισθήματος της βιωμένης απόρριψης – σχολικής, συναισθηματικής, ενδεχομένως  και οικογενειακής –  και της πρωτογενούς απόκλισης και πειραματισμού.     

          Μέσα από τις χαλαρές συζητήσεις μεταξύ πατέρα και υιού για τις ταινίες, τις φιλοσοφικές αναζητήσεις και τις αναλύσεις για την θεωρία του κινηματογράφου και την κοινωνιολογία του σινεμά ξεδιπλώνεται μια σχέση που με το πέρασμα του χρόνου θωρακίζεται και προσφέρει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να ψηλαφίσει νοερά την σπίθα της ασφάλειας και της αυτοπεποίθησης που σιγοκαίει  μέσα στην ψυχή και την καρδιά του εφήβου και σταδιακά λυτρώνει τον ίδιο και τις ανησυχίες για το μέλλον του.

Οι βασικοί χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι δύο. Ο Ντέιβιντ Γκίλμουρ   – ο οποίος τυγχάνει και να έχει το ίδιο επώνυμο και όνομα με τον δημοφιλή κιθαρίστα των Pink Floyd – είναι ο πατέρας του δεκαπεντάχρονου εφήβου Τζέσε. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στη διάρκεια της ανάγνωσης του βιβλίου ξεφυτρώνουν και εμφανίζονται και άλλοι χαρακτήρες, οι οποίοι όμως εμφανίζονται ως φορείς εξωτερικής επιρροής και επίδρασης σε αυτήν την  ιδιότυπη κινηματογραφική συνθήκη που έχουν συνάψει από κοινού πατέρας και υιός. Ο χώρος που εξελίσσεται το συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι ο Καναδάς ενώ ο χρόνος είναι σημερινός. Τα θέματα που θίγονται αφορούν την σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Η αρσενική ανεκφραστικότητα και η αδυναμία των αντρών να εκφράσουν «ανοιχτά» τα συναισθήματα τους και να απελευθερωθούν από κοινωνικές συμβάσεις εμποτίζει ολόκληρο το βιβλίο. Η δυσκολία του 15χρονου Τζέσε να μιλήσει για τα συναισθήματα του στις κοπέλες του και το hip hop ως όχημα για να μεταφέρει τα μηνύματα του ως ένας άλλος ραψωδός επηρεασμένος από τα καρέ των κινηματογραφικών ταινιών απεικονίζουν αυτή τη διάσταση.  

Οι νεανικές και εφηβικές υποκουλτούρες αντανακλώνται με έναν αρκετά αφηγηματικό τρόπο. Νυχτερινά μαγαζιά που συνωστίζονται από «ψαγμένη» πιτσιρικαρία, hip hop από εφήβους που έχουν μάθει  να ξεστωμίζουν  τις αλήθειες τους μπολιασμένες με βρωμόλογα και με προσποιητή αλητεία , καπνός και ατελείωτες μποτίλιες αλκοόλ. 

Η τέχνη του κινηματογράφου δίνει τον παλμό σε όλη τη διάρκεια του έργου. Μια οπτική επίθεση από εντυπωμένες στη μνήμη εικόνες και καταγεγραμμένα καρέ στο υποσυνείδητο από κλασικές σινεφίλ ταινίες  αιφνιδιάζουν τον αναγνώστη που δεν είναι αρκετά εξοικειωμένος με τα αριστουργήματα της 7ης τέχνης  και  σε συνδυασμό με τις σύντομες αναλύσεις και σχόλια του συγγραφέα αναδεικνύονται  σε έργα προσιτά και οικεία για εκείνον. Ο συγγραφέας αναλαμβάνει ασυναίσθητα τον ρόλο του έμπειρου και εξειδικευμένου μεταγλωττιστή και αποτυπώνει στο γραπτό λόγο του τα μηνύματα ιστορικών – από άποψη αισθητικής και εμπορικής  σημασίας- μηνυμάτων των πιο αξιομνημόνευτων πλάνων της ιστορίας του κινηματογράφου.

          Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα βιβλίο που πραγματεύεται την κοινωνική διάσταση της επιτυχίας και νομιμοποιεί εν τέλει τους μηχανισμούς αναπαραγωγής της κοινωνικής διαστρωμάτωσης αν και αρχικά δίνει την εντύπωση στον αναγνώστη της απόρριψης του τυπικού σχολικού συστήματος. Μια ιστορία που ήταν σφυρηλατημένη  με ανθεκτικά υλικά για να ξεπεράσει τα κοινωνικά ταμπού αλλά ο συγγραφέας προτίμησε να παραμείνει δέσμιος αρνούμενος εν τέλει να απελευθερωθεί και να απελευθερώσει τον υιό του από την κοινωνική νοηματοδότηση της επιτυχίας κλείνοντας το μάτι στην κυρίαρχη ιδεολογία υποδηλώνοντας ότι η προσωπική ευτυχία είναι ζήτημα κοινωνικής αναρρίχησης  και ακαδημαϊκής – σχολικής επίδοσης.  Ο David Gilmour, ο κιθαρίστας των Pink Floyd, θα ανταπάνταγε με θράσος στον φινάλε της ιστορίας που επιλέγει o συνονόματος συγγραφέας :


“Hey, teacher leave the kids alone.

All in all, you ‘re just another brick in the wall”