Ο xalazias διερωτάται «Αν ήμουν δάσκαλος» (όπως άλλωστε γράφει και η Νατάλια Σαλόμκο)

Για ορισμένους το σχολείο είναι ένας ανοιχτός χώρος  ευγενούς άμιλλας, συνεργατικής μάθησης , εννοιολογικών ζυμώσεων και ανταλλαγής ιδεών. Για κάποιους άλλους το σχολείο είναι ο κλειστός προθάλαμος ενός ακραίου ανταγωνισμού, ένα μαύρο κουτί ακατανόητων αντιδράσεων, ένα πεδίο καθημερινής μάχης που αποσκοπεί στην εμπέδωση των κοινωνικών συγκρούσεων και  αντιθέσεων, ένας μηχανισμός αναπαραγωγής παρωχημένων ιδεών. Το ζητούμενο όμως είναι  τι  θα επέλεγε ο καθένας μας αν ήταν δάσκαλος;



Περίληψη στο Οπισθόφυλλο

Ένας δάσκαλος που μόλις έχει αποφοιτήσει έρχεται να διδάξει στο σχολείο που έβγαλε ο ίδιος πριν από ελάχιστα χρόνια.

Ποιες θα είναι οι σχέσεις του με τους μαθητές που τον ξέρανε σαν συμμαθητή;

Πως θα συνεργαστεί με τους δασκάλους που τον θυμούνται σαν μαθητή τους;

Πως θα μπορέσει να επιβληθεί σαν δάσκαλος στα παιδιά και να κάνει τους δασκάλους να δεχτούν τις προοδευτικές του ιδέες;

Ένα συναρπαστικό εφηβικό μυθιστόρημα που μας μιλάει για τις σχέσεις δασκάλου και μαθητή, γονιών και παιδιών και των μαθητών μεταξύ τους, μέσα από μια πλοκή με πολύ ενδιαφέρον και περιπέτεια.

Κριτική
          Ένας νεαρός δάσκαλος γεμάτος πρωτοποριακές ιδέες συγκρούεται  με ένα σχολείο που κουβαλά  τις απαρχαιωμένες αντιλήψεις του παρελθόντος. Ένας νέος εκπαιδευτικός που τολμά να δοκιμάσει και να δοκιμαστεί, να εκτεθεί και να πειραματιστεί αποφασίζει να συγκρουστεί και να προσπαθήσει να δαμάσει ένα ακανθώδες πλέγμα ξεπερασμένων πρακτικών και αντιλήψεων που εμφιλοχωρεί στο σχολείο του. Το χάσμα γενεών αναδεικνύεται και αντανακλάται στη σχέση του ιδίου με τον πατέρα του. Η αμφισβήτηση συνιστά την απειλή και την ευκαιρία ταυτόχρονα που θα κληθεί να διαχειριστεί και που θα καθορίσει τις σχέσεις του με το κοινωνικό περιβάλλον του.

          Βασικοί χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι ο Σάνια ή κατά κόσμον Αλεξάντρ Αρσένιεβιτς, ένας νέος εκπαιδευτικός που καλείται να διδάξει σε ένα λύκειο που επικρατούν αρτηριοσκληρωτικές αντιλήψεις  και η μαθήτρια του Γιούλια Νικολάγιεβνα με την οποία είναι ερωτευμένος. Ο πατέρας του Σάνια, Αρσένι Αλεξάντροβιτς τυγχάνει να είναι προϊστάμενος και διευθυντής του σχολείου στο οποίο εργάζεται ο Σάνια. Ο χώρος όπου εκτυλίσσεται   η ιστορία είναι μια απομακρυσμένη επαρχία στη Σοβιετική Ένωση και στην πραγματικότητα ο Σάνια επηρεασμένος προφανώς από τις θεωρίες μάθησης του εποικοδομητισμού και του κονστρουκτιβισμού βασικός εισηγητής των οποίων είναι ο ομοεθνής του Vygotsky έρχεται σε σύγκρουση με το αυταρχικό και δασκαλοκεντρικό στυλ μάθησης που έχει υιοθετήσει το σχολικό κατεστημένο. Ο Σάνια επιδιώκει να διδάξει τους μαθητές του συνδέοντας την μάθηση με την εμπειρία αξιοποιώντας την μέθοδο project και επιδιώκοντας να συνδέσει την εμπειρία με την θεωρητική γνώση. Σύμφωνα με τις κονστρουκτιβιστικές θεωρίες τα υποκείμενα της μάθησης καλούνται να οικοδομήσουν μόνα τους μέσα τους τα γνωσιακά τους σχήματα και ο ρόλος του δασκάλου είναι να τα συνδράμει σε αυτήν την διαδικασία διαστέλλοντας την εξατομικευμένη Ζώνη Επικείμενης Ανάπτυξης του κάθε εκπαιδευόμενου . Αντιθέτως οι συμπεριφορικές θεωρίες από τις οποίες εμφορείται το κυρίαρχο τυπικό σχολικό σύστημα βλέπει τον ρόλο του δασκάλου ως αναμεταδότη της γνώσης και φορέα της μετωπικής διδασκαλίας.

    Η σχέση του Σάνια και της Γιούλια προκαλεί αναστάτωση και ταλαντώνει τους δύο χαρακτήρες. Ωστόσο , το τέλος της αφήγησης αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση δίνοντας στον αναγνώστη φτερά να το ερμηνεύσει με τον τρόπο που ο ίδιος επιθυμεί. Ίσως είναι ένα ευφυές τέχνασμα της Νατάλια Σαλόμκο για να δώσει ώθηση στα φτερά της φαντασίας των αναγνωστών. Οι χαρακτήρες της ιστορίας φαίνεται να βρίσκουν μια συμβιβαστική λύση στο πρόβλημα που υπάρχει στην περίπτωση που επιστρέψει ο Σάνια στο σχολείο και δημιουργηθεί πρόβλημα από την σχέση που είχε συνάψει με την Γιούλια στην τοπική κοινωνία. Ωστόσο, δείχνουν λιγότερο πρόθυμοι να αντισταθούν και να συγκρουστούν και περισσότερο έτοιμοι να συμφιλιωθούν.

Προερχόμενη η συγγραφέας Νατάλια Σαλόμκο  από την κομμουνιστική Σοβιετική Ένωση περιμένει ο αναγνώστης ότι οι ήρωες κυνηγούν την κοινωνική αλλαγή – πόσο μάλλον όταν είναι νέοι – και δεν παίζουν κρυφτό από αυτήν. Ωστόσο, οι ήρωες της ιστορίας ομοιάζουν περισσότερο ότι μετασχηματίζονται και οι ίδιοι σε μοιραία γρανάζια ενός κοινωνικού συστήματος που φαντάζουν ανήμποροί να ξεχαρβαλώσουν.   Ωστόσο, η παιδική και εφηβική λογοτεχνία θα πρέπει να έχει ως αποστολή όχι την ύπνωση αλλά την αφύπνιση . Και στην ιστορία αυτή δυστυχώς το κόλπο της συγκάλυψης της σχέση των Σάνια και Γιούλια και της εξαπάτησης της τοπικής κοινωνίας με ένα έξυπνο τέχνασμα περισσότερο με ύπνωση προσιδιάζει παρά με αφύπνιση.



Ο xalazias περιεργάζεται τις Μαγικές Ασπίδες του Στράτου Γιάγκου

Όταν ένα βιβλίο φαντασίας, το οποίο αφενός  –και λόγω είδους – αποφεύγει να εγκλωβιστεί και να οχυρωθεί εντός των κλειστών τειχών μιας ρηχής πεζής πραγματικότητας και αφετέρου –λόγω ύφους – επιτυγχάνει να διαστείλει τις προσωπικές φαντασιακές σφαίρες των αναγνωστών του, αντιπαρατίθεται με την δοσμένη πραγματικότητα και την υπερνικά τότε οι Μαγικές Ασπίδες μετασχηματίζονται σε μαγικά χαλιά που υπερίπτανται και  θεραπεύουν τον αναγνώστη από την τραυματική εμπειρία του δυσβάστακτου θορύβου που εκπέμπεται από την μηχανιστική επανάληψη  της απτής και  τετριμμένης ρουτίνας της καθημερινότητας.

Continue reading Ο xalazias περιεργάζεται τις Μαγικές Ασπίδες του Στράτου Γιάγκου

Ο xalazias τραβάει πλάνα για την Κινηματογραφική Λέσχη του David Gilmour

Η απογοήτευση είναι συναίσθημα. Αν την νιώσεις μην απελπίζεσαι. Ίσως να είναι και ο μοναδικός δρόμος για να επιβεβαιώσεις ότι εξακολουθείς να αισθάνεσαι. Η “Κινηματογραφική Λέσχη” ίσως για κάποιους να αποσκοπεί στο να απογοητεύει, γιατί έτσι θα τους κάνει να νιώσουν- και κάτι τέτοιο σήμερα δεν το λες και αμελητέο!

Continue reading Ο xalazias τραβάει πλάνα για την Κινηματογραφική Λέσχη του David Gilmour