Ο  Χαλαζίας ένιωσε  πικρία και θλίψη με το βιβλίο «όταν τα νιάτα θέλουν» της Νίτσας Τζώρτζογλου

Αν ενδιαφέρεσαι να διαβάσεις ένα ιστορικό μυθιστόρημα από την εποχή του Παύλου Μελά που θα σε βουλιάξει στα βαλτώδη έλη της άβολης αμηχανίας και θα πλημμυρίσει την καρδιά σου με τα δυσάρεστα αισθήματα  της ντροπής και της αιδούς, τότε η δημιουργός του βιβλίου  «όταν τα νιάτα θέλουν» θα αγγίξει τα αδιόρατα νήματα ενός εθνικού συλλογικού τραύματος που υπόκωφα ουρλιάζει στα κατάκλειστα  κελάρια της τοπικής κοινωνίας της Μακεδονίας και ενοχικά αυτολογοκρίνεται ένεκα μιας πολλά υποσχόμενης πολιτικής υπερεθνικής ολοκλήρωσης.  Αν ενδιαφέρεσαι να μάθεις ορισμένες πληροφορίες για τον Μακεδονικό Αγώνα σε μυθιστορηματική μορφή αλλά φοβάσαι ότι οι κυρίαρχοι ιδεολογικοί συντελεστές καταστολής σκέψης θα σου προσάψουν αυθαίρετα την απαξιωτική ταμπέλα του «εθνικόφρονα» και θα σου φορέσουν την ετικέτα του «φασίστα», τότε   το «όταν τα νιάτα θέλουν» της Νίτσας Τζώρτζογλου είναι ένα καταφύγιο για να ακουμπήσεις την ψυχή σου και να επικοινωνήσεις με την νεκρή ζωντανή  δημιουργό του, η οποία κοπιάζει να διασώσει την συλλογική μνήμη σε μια εποχή που οι αρχιτέκτονες της παγκοσμιοποίησης και των αφομοιωτικών της διαδικασιών και μηχανισμών επιδιώκουν να αλλοιώσουν και να παραχαράξουν την ιστορία και να δρομολογήσουν την συλλογική λήθη. Ενδεχομένως λαμβάνοντας υπόψη την πολιτική ροή της τρέχουσας επικαιρότητας  των τελευταίων ετών και τις γεωπολιτικές εξελίξεις μεταξύ των συμφωνιών της Ελλάδας με άλλα κράτη της βαλκανικής καταλαβαίνει κανείς ότι ενδεχομένως αν ζούσε και έγραφε σήμερα  η δημιουργός ξανά το βιβλίο της θα παρέφραζε τον τίτλο και θα το ονομάτιζε ως «όταν τα νιάτα δεν θέλουν». 

Περίληψη από το Οπισθόφυλλο

Το βιβλίο μας πηγαίνει πίσω σ’ ένα πολύ γνωστό κομμάτι της ιστορίας του Μακεδονικού Αγώνα. Η δράση αρχίζει στη Θεσσαλονίκη, μεταφέρεται στις όχθες της λίμνης της Καστοριάς, για να τελειώσει και πάλι στη Θεσσαλονίκη.

Οι ιστορικές αναφορές είναι αυθεντικές και δίνουν μια ζωντανή εικόνα του δραματικού αγώνα που δόθηκε για τη Μακεδονική ανεξαρτησία. Όσο για τους ήρωες, είναι μια αγορίστικη και κοριτσίστικη παρέα που παρακινημένη από το αίσθημα του δίκιου και του πατριωτισμού, καταφέρνει όσα και για μεγάλους ακόμα θα ήταν δύσκολα. Στο διάστημα του ενός χρόνου που κρατά η ιστορία μας, ανάμεσα σε δραματικές και αστείες περιπέτειες, τα παιδιά φέρνουν σε καλό τέλος τις αποστολές τους και δίνουν το λόγο τους να συνεχίσουν έως την τελειωτική απελευθέρωση της Μακεδονίας.   

Κριτική

            Το βιβλίο αυτό της Νίτσας Τζώρτζογλου εμφανίζει αρκετά κοινά στοιχεία όσον αφορά την θεματολογία με το κλασικό και διαχρονικό βιβλίο της Πηνελόπης Δέλτα, «τα Μυστικά του Βάλτου». Στο «όταν τα νιάτα θέλουν» ο αναγνώστης γίνεται παρατηρητής μιας παρέας παιδιών που προέρχονται από διαφορετικές κοινωνικές αφετηρίες  αλλά μοιράζονται ένα κοινό όραμα που δεν είναι άλλο από την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Βέβαια, στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι στο οπισθόφυλλο η Νίτσα Τζώρτζογλου αναγράφει ότι «οι ιστορικές αναφορές δίνουν μια ζωντανή εικόνα του δραματικού αγώνα που δόθηκε για τη Μακεδονική ανεξαρτησία». Το σημείο αυτό εγείρει αρκετά ερωτηματικά στον σύγχρονο αναγνώστη δεδομένου ότι υπάρχουν φωνές από το εξωτερικό που υποστηρίζουν και υπερασπίζονται την Μακεδονική ανεξαρτησία. Ωστόσο, δεδομένου ότι το βιβλίο αυτό γράφτηκε το 1987 υποθέτουμε ότι η δημιουργός του αναφερόταν στην εθνική ολοκλήρωση και ενσωμάτωση της περιοχής της Μακεδονίας στο εθνικό κορμό.

            Η συγγραφέας αναφέρεται στη δράση των εκπροσώπων των  θεσμικών φορέων του ελληνικού κράτους (π.χ. Εκκλησία, Δημόσιες προξενικές αρχές, στρατός, σχολείο) προκειμένου να προστατεύσουν τους τοπικούς πληθυσμούς  και να αντιμετωπίσουν τους βούλγαρους κομιτατζήδες, οι οποίοι εφορμούσαν στα ελληνικά χωριά της Μακεδονίας. Το βιβλίο αυτό διαδραματίζεται ατύπως σε δύο κεντρικούς άξονες.  Ο πρώτος άξονας αναφέρεται στη δράση των παιδιών στα μεγάλα αστικά κέντρα και σε μυστική συνεννόηση με τις προξενικές αρχές του ελληνικού κράτους στη Θεσσαλονίκη, που ήταν ακόμη πόλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.  Ο δεύτερος άξονας αναφέρεται στη δράση για την απελευθέρωση της Μακεδονίας που διαδραματίζεται στην περιφέρεια και την ύπαιθρο.

            Στο φόντο  του ιστορικού αυτού μυθιστορήματος  υφέρπουν και τα ειδύλλια των νεαρών παιδιών  που συνθέτουν ένα εκρηκτικό μίγμα ικανό να προσελκύσει το ενδιαφέρον του νεαρού αναγνώστη για την εξέλιξη τους. Συγκινητικό στοιχείο συνιστά η ανταλλαγή γραμμάτων και η σημασία και η αξία της επικοινωνίας που προσέδιδαν οι πρωταγωνιστές στα ανεπίσημα αυτά ταχυδρομικά δίκτυα. Η σπανιότητα και η δυσκολία της επικοινωνίας προσέδιδε ένα διαφορετικό νόημα σε αυτήν. Το πολιτισμικό αυτό στοιχείο της ανταλλαγής χειρόγραφων γραμμάτων γίνεται ακόμη πιο έντονο σήμερα δεδομένης της πολυτροπικότητας και της πυκνότητας της επικοινωνίας  που επικρατεί μετά κιόλας της εξάπλωσης και της διάδοσης του διαδικτύου, των ηλεκτρονικών υπολογιστών και των έξυπνων κινητών τηλεφώνων.     

            Συνοπτικά, το «όταν τα νιάτα θέλουν» είναι ένα βιβλίο που θα πρέπει να διαβαστεί από όλους τους Έλληνες αναγνώστες κάθε ηλικίας δεδομένου ότι ενδυναμώνει την συλλογική μνήμη και υπενθυμίζει άθελα του τα ολισθήματα και τις παλινωδίες της σύγχρονης εξωτερικής πολιτικής. Δεδομένου ότι η έκδοση του βιβλίου που διαβάσαμε ήταν του 1992 συνειδητοποιούμε ότι 30 χρόνια  αργότερα το βιβλίο αυτό γίνεται τραγικά επίκαιρο εφόσον δεν εξυπηρετεί την σκοποθεσία και τα συμφέροντα της κυρίαρχης οικονομικής και πολιτικής ελίτ Οι αναγνώστες με βιβλία σαν αυτό της Τζώρτζογλου αποκτούν ερεθίσματα που μπορούν να ενεργοποιήσουν τα κοινωνικά και εθνικά τους αντανακλαστικά, να σφυρηλατήσουν την μορφή μιας δυναμικής αντίδρασης τους στα γεωπολιτικά κελεύσματα που επιτάσσουν οι εποχές να προκαλέσουν την εναντίωση τους και εντέλει να γκρεμίσουν βίαια το οικοδόμημα ενός πλαστού αφηγήματος  με μοναδικό σκοπό  οι εθνικές κοινωνίες να προχωρήσουν στην υπερεθνική τους μετάλλαξη φορώντας  τον μανδύα μιας ειρηνευτικής διεθνιστικής ερμηνείας και προοπτικής.  

            Εν κατακλείδι , διαβάζοντας το «όταν τα νιάτα θέλουν» συνειρμικά μας ήρθαν στις διψασμένες αμμουδιές του νου τα δροσερά κύματα από τους στίχους του Δημήτρη Μητσοτάκη του συγκροτήματος των Ενδελέχεια:

«Κλωστές κρατάνε και κινούμαι σε μια χώρα που επιπλέει
με επιβάτες παραμύθια και θεούς
κρατώντας γύφτικο ζουρνά, στήνει καρτέρι
να μας μαγέψει με της Κίρκης τους λυγμούς

Κλωστές, τα σύνορα του κόσμου…

κλωστές, ο φόβος κι ο θυμός μου»

Ο Χαλαζίας έφριξε με «το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι» και συγκεκριμένα με το «Α’ βιβλίο: Η ζωή στο μεγάλο δάσος»  της Laura Ingalls Wilder

Ένα κλασικό παιδικό βιβλίο, το οποίο έχει μεταφερθεί και προβάλλεται ως ψυχαγωγική τηλεοπτική σειρά μέσα από την διαδικτυακή πλατφόρμα – ertflix.gr –  της ελληνικής δημόσιας κρατικής τηλεόρασης. Αν ενδιαφέρεσαι να έρθεις σε επαφή με ένα λογοτεχνικό έργο, το οποίο σήμερα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πατριαρχικό, σεξιστικό, ρατσιστικό και ακατάλληλο για παιδιά που μεγαλώνουν στο δυτικό κόσμο, τότε «το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι» εμπεριέχει όλα τα κλισέ, τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις που μαστίζουν και προσπαθούν να αποτινάξουν από το σώμα τους οι σύγχρονες κοινωνίες. Ο φόβος, η τιμωρία και η απειλή χρήσης βίας ως εργαλεία για την ορθή διαπαιδαγώγηση των παιδιών συνιστούν σήμερα ανεδαφικές, παρωχημένες και αναχρονιστικές πρακτικές στο πεδίο των Επιστημών της Αγωγής. Μολονότι η επαφή με την φύση οξύνει στα παιδιά την καλλιέργεια της νατουραλιστικής τους νοημοσύνης, ωστόσο, το στυλ μάθησης που υιοθετούν οι άρρενες γονείς και οι ενήλικες υποχρεώσεις με τις οποίες επωμίζονται τα παιδιά της ιστορίας  είναι τέτοιες που μοιάζει να μην αφήνουν το περιθώριο στα ίδια τα  παιδιά  να βιώσουν και να ζήσουν την παιδική τους ηλικία. Ο βιοπορισμός των οικογενειών πιέζει την ενηλικίωση των παιδιών να πραγματοποιηθεί σε όλο και νεαρότερες ηλικίες καταδεικνύοντας το πρόβλημα της προστασίας της παιδικής ηλικίας και υπογραμμίζοντας την παιδική εργασία ως την μόνη διέξοδο για την προστασία του οικογενειακού εισοδήματος.  

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Τα βιβλία της σειράς το «Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι» περιγράφουν τη ζωή της Laura Ingalls Wilder.

H Laura γεννήθηκε το 1867, μέσα σε μια μικρή καλύβα, κοντά στο μεγάλο δάσος του Ουισκόνσιν.

Κατόπιν, χρόνο με το χρόνο, μέσα σε σκεπαστή άμαξα, ταξίδεψε με την οικογένεια της στο Κάνσας, στη Μινεζότα και, τέλος, στην περιοχή της Ντακότα όπου συνάντησε και παντρεύτηκε τον Αλμάντζο Ουάιλντερ.

Τα χρόνια εκείνα, οι στερήσεις ήταν πολλές κι η δουλειά σκληρή. Οι σοδειές καταστρέφονταν από καταιγίδες και ακρίδες. Ωστόσο, υπήρχαν κι οι ευτυχισμένες στιγμές της χαράς και της αγάπης. Βόλτες και μικρά ταξιδάκια με το έλκηθρο, κοινωνικές επαφές και διάφορες μικρογιορτές.

Μέσα απ’ τους τίτλους της σειράς, η οικογένεια Ingalls παρουσιάζεται μπροστά μας ολοζώντανη, προσφέροντας το καλύτερο πνεύμα της εποχής των Αμερικανών πιονέρων.  

ΚΡΙΤΙΚΗ  

            Μια παιδική ιστορία όπου η κατανομή των ρόλων είναι διακριτή και σαφής. Ο πατέρας είναι ο θηρευτής του οίκου και είναι ταυτισμένη η δράση του με το «έξω» ενώ η μητέρα ασχολείται με τις εργασίες του σπιτιού και η δράση της συμπίπτει με το «μέσα». Η κατανομή και ο επιμερισμός των εργασιών υποδεικνύει και την διάκριση τους με κεντρικό άξονα το φύλο. Οι βαριές, επικίνδυνες και δύσκολες εργασίες γίνονται από τον πατέρα του σπιτιού, ενώ οι εργασίες που σχετίζονται με την φροντίδα, την μέριμνα και την επιμέλεια  των παιδιών και του σπιτιού πραγματοποιούνται από την μητέρα. Το βιβλίο αυτό υιοθετεί και ενσωματώνει μια βουβή κοινωνική σύμβαση, σύμφωνα με την οποία οι γυναίκες έχουν έμφυτα ανεπτυγμένο σε μεγαλύτερο βαθμό την δυνατότητα της φροντίδας και της προστασίας των παιδιών τους σε σχέση με τους άντρες, οι οποίοι αποτελούν τον ομφάλιο λώρο με την σύνδεση της οικογένειας με τον έξω κόσμο.

          Η ευλαβική τήρηση της  θρησκευτικής παράδοσης  και η πίστη στην χριστιανική ηθική συνιστά ένα επιπλέον στοιχείο που διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο της Laura Ingalls Wilder . Δεδομένης της αναφοράς που γίνεται στην οπλοφορία και οπλοχρησία από την μεριά του πατέρα, της προσήλωσης των πρωταγωνιστών στην χριστιανική πίστη και τέλος, στην περιχαράκωση και την ανάδειξη της ιστορίας με κεντρικό άξονα μια πυρηνική οικογένεια, τότε συμπεραίνουμε ότι το αφηγηματικό μοτίβο είναι αρκετά συντηρητικό. Αν προστεθεί στα παραπάνω δεδομένα ορισμένες αναφορές σε σχέση με την θέση και την μεταχείριση των Αφροαμερικανών και την αλαζονική και υπεροπτική τους αντιμετώπιση από τους πρωταγωνιστές του βιβλίου τότε διαπιστώνουμε ότι το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι διαθέτει αρκετές ρατσιστικές αναφορές.

          Οι αφηγήσεις ορισμένων βίαιων σκηνών σε σχέση με την επεξεργασία του κρέατος και με την διαχείριση και την αποθεματοποίηση των τροφίμων με γνώμονα  την αποδοτικότερη κι αποτελεσματικότερη οικιακή οικονομία είναι αρκετά αναλυτικές και δεν εξυπηρετούν στην αισθητική απόλαυση του αναγνώστη. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι η γλώσσα είναι αρκετά δωρική και λιτή και μπορεί να γίνει το κείμενο κατανοητό ακόμη και σε αρκετά νεαρότερες ηλικίες.

          Το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι (Α Βιβλίο: Η ζωή στο μεγάλο δάσος)  είναι ένα νεανικό ανάγνωσμα  που σήμερα ίσως να είναι περισσότερο πρόσφορο να   διαβαστεί και να μελετηθεί από τους νεαρούς αναγνώστες περισσότερο ως μια άσκηση ανίχνευσης και εντοπισμού προκατασκευασμένων αντιλήψεων και υπεραπλουστευμένων θέσεων.  Ένα βιβλίο παρωχημένο και ξεπερασμένο από την εποχή του. Ενδεχομένως να μπορεί να διαβαστεί, προκειμένου να λειτουργήσει ως μια ανθρωπολογική μελέτη για την δομή και την μορφή της οικογένειας στην Αμερική.  Ένα βιβλίο που δεν είναι προορισμένο να ωφελήσει κανένα παιδί η νέο του σήμερα και για τον λόγο αυτό δεν συστήνεται να διαβαστεί.

Ο Χαλαζίας διάβασε το «Κρυφό Μονοπάτι» της Gilard Madelein

       Αν είσαι φυσιολάτρης και ενδιαφέρεσαι να αφήσεις τα ατίθασα άλογα της φαντασίας σου να καλπάσουν ελεύθερα στα περίφημα νατουραλιστικά κάδρα των ζωηρών περιγραφών της περιοχής της Προβηγκίας, τότε το Κρυφό Μονοπάτι είναι ένα  βιβλίο που θα προσελκύσει το ενδιαφέρον κάθε αναγνωστικού εξερευνητή. Αν ο αναγνωστικός σου φακός έχει καιρό τώρα στεγνώσει από καρέ με σκηνές από κατάφυτα και δυσπρόσιτα φυσικά τοπία , τότε η Gilard Madelein θα φροντίσει εμπράκτως να ποτίσει τα διψασμένα χώματα της  λογοτεχνικής φαντασίας σου. Αν ως παιδί ή έφηβος ροκάνιζες την ενέργεια και τις λέξεις των βουβών εσωτερικών σου μονολόγων σε συλλογισμούς σε σχέση με την απουσία του πατέρα σου από την ζωή σου και άγγιζες με βουβό πόνο την δύσκολη μονογονεϊκότητα με την οποία μεγάλωσες, τότε το κρυφό μονοπάτι ίσως μπορεί να σου δώσει μια άλλη – ενδεχομένως και αναλγητική –   διέξοδο οπτικής. Τέλος, αν αυτολογοκρίνεσαι και βιώνεις ενοχικά την χειμερία νάρκη μιας ακαταμάχητης ανάγκης για  συμφιλίωση που σε καταβάλει και το άγριο  ξύπνημα για το ξέσπασμα της σύγκρουσης που σε δυναμιτίζει με κατά τα άλλα οικεία και αγαπημένα σου πρόσωπα, τότε το Κρυφό Μονοπάτι ίσως είναι ένας σταθμός για να αγκυροβολήσεις με ασφάλεια την ανήσυχη σκέψη σου.  

Περίληψη από το Οπισθόφυλλο

Δύο αδέλφια, η Λώρα και ο Μαρκ, θα περάσουν τις καλοκαιριάτικες διακοπές τους στο πανδοχείο του θείου τους στη Βωκλύζ. Στην Μπορί – Πράσινη. Παράξενο όνομα για ένα πανδοχείο. Η Μπορί- Πράσινη ήταν μια προϊστορική σπηλιά. Όμως η Μπορί – Πράσινη κρύβει κάποιο μυστικό.

Κριτική

          Πρωταγωνιστές του βιβλίου είναι η Λώρα και ο Μαρκ και ο χώρος όπου διαδραματίζεται η υπόθεση είναι η Βωκλύζ. Η περιπέτεια ξεκινά και το ταξίδι αρχίζει.  Μια ζωηρή και συνάμα ξένοιαστη καθημερινότητα ξεδιπλώνεται  στο  συμπαθητικό πανδοχείο του θείου των παιδιών. Ένα συναρπαστικό βιβλίο που διαβάζεται ευχάριστα και παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες και με άλλα  αντίστοιχα της ελληνικής και παγκόσμιας παιδικής λογοτεχνίας με παρεμφερή θεματολογία. Δεδομένου ότι ένα σημαντικό μέρος της δράσης των παιδιών  διαδραματίζεται στο βουνό μέσα στο δάσος με σκοπό την ανάπτυξη της νατουραλιστικής νοημοσύνης των αναγνωστών, τότε αξίζει να θυμηθούμε ότι η υπόθεση έχει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά στοιχεία και με το «Μικρό Σπίτι Στο Λιβάδι» της Wilder Laura Ingalls, με τον «Μυστικό Κήπο» της Frances Hodgson – Burnett και με τα «Ψηλά Βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου.

       Η Μπορί – Πράσινη θα γίνει το καλοκαιρινό καταφύγιο των παιδιών και ο συνδετικός κρίκος τους με τον εξαφανισμένο πατέρα τους και το μυστικοπαθές παρελθόν του. Τα παιδιά θα αντικρίσουν στο πανδοχείο του θείου τους τα αντεστραμμένα είδωλα τους και θα βιώσουν την ασυναίσθητη σύγκριση και τον ανταγωνισμό με τους αντιθετικούς κατοπτρικούς εαυτούς τους. Η ξαφνική εμφάνιση του πατέρα των παιδιών στο μικρό πανδοχείο του θείου τους και η απρόσμενη και απροσδόκητη αναχώρηση του από αυτό εξυπηρετεί στην δόμηση και την αποδόμηση του και στην τελική εμφατική υπογράμμιση της απουσίας του. Μολονότι, δοκιμάζεται αμφίδρομα η πατρική εμπιστοσύνη και φαίνεται να υπάρχει σιωπηλά αμοιβαία αποδοχή και συμφιλίωση, τα παιδιά στο τέλος συνηγορούν ότι η πραγματικότητα είναι πιθανόν να μην συμπίπτει με τις ιδεαλιστικές αναπαραστάσεις και αφηγήσεις του πατέρα τους έτσι όπως τις μοιράστηκαν πάνω στο βουνό στην αληθινή την Μπορί την Πράσινη.  Στο τέλος τα παιδιά ενδόμυχα αμφισβητούν αφενός την εγκυρότητα της πατρικής αφήγησης και αφετέρου την γνησιότητα της εμπιστοσύνης με την οποία ο πατέρας των παιδιών επιθυμεί να  εκμυστηρευτεί πολύτιμα κομμάτια από την οικογενειακή ιστορία και τον συλλογικό θρύλο των αντιστασιακών ομάδων της Γαλλίας κατά την περίοδο του Β Παγκοσμίου Πολέμου.

          Εν κατακλείδι, το Κρυφό Μονοπάτι είναι ένα νεανικό βιβλίο με γλαφυρές και αναλυτικές περιγραφές τοπίων εξαίρετου φυσικού κάλους όπου ο αναγνώστης ταξιδεύει και περιπλανάται νοερά επεκτείνοντας περαιτέρω την χωροταξική του νοημοσύνη χωρίς να χρειαστεί να κάνει το παραμικρό βήμα αλλαγής θέσεως από τον καναπέ του.  Αξίζει να σημειωθεί ότι η μετάφραση του συγκεκριμένου βιβλίου έχει γίνει από την περίφημη και αρκετά επιτυχημένη συγγραφέα νεανικών βιβλίων, Ζωρζ Σαρρή.   

Ο Χαλαζίας διάβασε τα «Επικίνδυνα Παιχνίδια» της Λίτσας Ψαραύτη

Ανεργία. Εγκατάλειψη. Μονογονεϊκότητα. Σχολικές Υποκουλτούρες. Κοινωνικός Έλεγχος. Χάσμα Γενεών. Παραβατικότητα. Εθισμός. Τοξικοεξάρτηση. Αποκλίνουσες Συμπεριφορές. Παραίτηση. Εξαθλίωση. Εξαχρείωση. Ματαίωση. Ακύρωση. Πόνος.  

          Μια κοινωνική προβληματική που ξεδιπλώνεται και αναπτύσσεται από την Λίτσα Ψαραύτη με απώτερο σκοπό να αφυπνίσει του νέους για τους κινδύνους που ελλοχεύουν στην ευαίσθητη περίοδο της εφηβείας τους με κεντρικό άξονα ανάλυσης το  πρόβλημα των ναρκωτικών. Μια ρεαλιστική ιστορία που διαβάζεται ευχάριστα από τον αναγνώστη χωρίς η συγγραφέας να καταφεύγει σε περίτεχνα λογοτεχνικά φτιασίδια αλλά κυοφορεί με την πένα της μια εφηβική πραγματικότητα βίαιης ενηλικίωσης που φαντάζει ως ένα γνήσιο, αληθινό και ακατέργαστο προϊόν λογοτεχνικής μυθοπλασίας.

Περίληψη από το Οπισθόφυλλο

            Η Μαρία είναι τελειόφοιτη γυμνασίου. Όλα πηγαίνουν καλά στη ζωή της ως τη μέρα που αρχίζει να κάνει παρέα με το Μάρκο, ένα αγόρι της δευτέρας λυκείου. Ο Μάρκος τη σπρώχνει στα ναρκωτικά, στα χάπια και στα «τριπάκια».  Η Μαρία περνάει όλα τα στάδια του εξευτελισμού και της ταπείνωσης και φτάνει ως την κόλαση. Θα μπορέσει τελικά να γλιτώσει και να γιατρέψει τα τραύματα του κορμιού και της ψυχής της; Θα τη σώσει η αγάπη των γονιών της; Ένα δυνατό μυθιστόρημα για τα σημερινά παιδιά και τους εφήβους που τολμάει να βάλει το μαχαίρι βαθιά και να περιγράψει με σκληρή γλώσσα το μεγαλύτερο κοινωνικό πρόβλημα της εποχής μας, τα ναρκωτικά.

          Η Μαρία είναι όπως όλα τα άλλα κορίτσια γύρω μας, και κάθε παιδί της ηλικίας της – ακόμα και το δικό μας – κινδυνεύει να ζήσει μια τέτοια περιπέτεια. Ένα βιβλίο που ενδιαφέρει όχι μόνο τα παιδιά, αλλά και τους ενήλικους, ιδιαίτερα τους γονείς.  

Κριτική

                Η ιστορία διαδραματίζεται στα τέλη της δεκαετίας του 90 στην Αθήνα και πρωταγωνίστρια του εφηβικού αυτού μυθιστορήματος είναι η Μαρία. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η συγγραφέας πλάθει την ιστορία της ενσωματώνοντας στο κείμενο της εμπορικές ονομασίες προϊόντων και καλλιτεχνών, προκειμένου η αφήγηση της να αφουγκράζεται την εποχή της και  να είναι περισσότερο συνδεδεμένη και εναρμονισμένη με την πραγματικότητα που υπηρετεί.  Αναλυτικότερα, ο αναγνώστης έκπληκτος θα   συναντήσει αναφορές όπως για παράδειγμα για τις Spice Girls, την Μαντόνα, την Γαρμπή, τον Αλκαίο, τον Σφακιανάκη, τον Ρόκκο, τα Ξύλινα Σπαθιά,  καθώς επίσης και για την συνδρομητική τηλεόραση της εποχής, το Filmnet, τις μοτοσυκλέτες Yamaha, τα τσιγάρα Marlboro και το περιοδικό ΚΛΙΚ, προκειμένου η συγγραφέας να ενσαρκώσει τον φανταστικό κόσμο, μέσα στον οποίο επιθυμεί να ζουν και να κινούνται οι χαρακτήρες που έχει πλάσει. Η λογοτεχνία μπερδεύει τεχνηέντως την αφήγηση με το εμπόριο, το μάρκετινγκ και την έμμεση διαφήμιση και το τελικό αποτέλεσμα αν και εκ πρώτης όψεως φαίνεται επιτυχημένο όσον αφορά τον στόχο του, ωστόσο είναι ταυτόχρονα και απογοητευτικό. Δεν θα θέλαμε να κρύψουμε την λύπη μας και  το γεγονός ότι προκαλεί θλίψη στον αναγνώστη η σκέψη ότι οι συγγραφείς σήμερα είναι καταδικασμένοι να σκηνοθετούν εικόνες με συνθέσεις εμπορικών προϊόντων στον φανταστικό κόσμο που δημιουργούν, προκειμένου να είναι σε θέση να αιχμαλωτίσουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Στις κρυφές διαφημιστικές καταιγίδες που εξαπολύονται από τους ανθρώπους της διανόησης και του πνεύματος ενσωματώνοντας το μάρκετινγκ μέσα στα καλλιτεχνικά τους έργα  θα ήταν δόκιμο αναγνώστες και συγγραφείς να προστατεύονται με ομπρέλα.  Σε μια κανονιστική και ιδεαλιστική πραγματικότητα θα ήταν επιθυμητό η εφηβική λογοτεχνία να μην εμπεριέχει εμπορικές ονομασίες τσιγάρων και προι¨οντων αλλά πάνω στα πακέτα να τυπώνονται σύντομα αποσπάσματα από βιβλία συγγραφέων σε σχέση με τον εθισμό και την εξάρτηση. Γενικότερα, θα ήταν ηθικά επωφελές αν το εμπόριο υπηρετούσε την τέχνη και όχι το αντίστροφο.      

            Η προσέγγιση της Ψαραύτη και η εξέλιξη της ιστορίας διατρέχεται από μια γραμμικότητα. Τα στερεότυπα και οι υπεραπλουστευμένες αντιλήψεις θα μπορούσαν να αποφευχθούν. Οι Αθίγγανοι στο Μενίδι δεν θα έπρεπε να προβάλλονται από την Ψαραύτη ως έμποροι των κυκλωμάτων των τοξικοεξαρτημένων, διότι οι λογοτέχνες ως ένα κομμάτι των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης φέρουν μια πολλή σημαντική ευθύνη και έχουν μια κεφαλαιώδη αποστολή.  Οι συγγραφείς θα πρέπει να υπηρετούν το λειτούργημα τους και να διαπαιδαγωγούν τους νέους ανθρώπους να κατευνάζουν και να καταστέλλουν τα φυλετικά μίση και τις  προκαταλήψεις. Εμψυχώνοντας όμως οι συγγραφείς χαρακτήρες που είναι “δανεισμένοι” από τον πραγματικό κόσμο έχει ως αποτέλεσμα και να οξύνονται οι φυλετικές διακρίσεις ενισχύοντας τον κοινωνικό αποκλεισμό αυτών των ομάδων αλλά και η ίδια η συγγραφέας να χάνει την ευκαιρία να αναδείξει το ταλέντο της όσον αφορά την φαντασία της και την δημιουργικότητα της.  

            Η Ψαραύτη στο μυθιστόρημα αυτό προσπαθεί να αναδείξει το φάσμα της εξαθλίωσης των τοξικοεξαρτημένων. Άλλωστε ας μην ξεχνάμε το γεγονός ότι λίγα χρόνια πριν εκδοθεί το βιβλίο είχε προβληθεί στις κινηματογραφικές αίθουσες το περίφημο Trainspotting που έκανε μεγάλη εμπορική επιτυχία και αναδείκνυε την κουλτούρα των ναρκωτικών. Ενδεχομένως, η  Λίτσα Ψαραύτη να ήθελε να απομυθοποιήσει την αστική κουλτούρα των τοξικοεξαρτημένων και να αναδείξει την εξαθλίωση που βιώνουν σε προσωπικό και ανθρώπινο επίπεδο τα ίδια τα υποκείμενα και το περιβάλλον τους.

            Συνοπτικά, το βιβλίο «Επικίνδυνα Παιχνίδια» είναι ένα σύντομο μυθιστόρημα που διαβάζεται χωρίς ιδιαίτερο κόπο και θα μπορούσε να λειτουργήσει  και ως ένα χρήσιμο δώρο για την βιβλιοθήκη κάθε εφήβου που ενδεχομένως φλερτάρει με την ιδέα των χημικών πειραματισμών και της δοκιμής των αντοχών του όσον αφορά την σφαίρα της αυτοκυριαρχίας και του αυτοελέγχου. Ωστόσο, σημαντικό στοιχείο είναι ο αναγνώστης να έχει ενεργοποιημένες τις κεραίες κριτικής σκέψης του.   

Ο Χαλαζίας δάκρυσε με το θλιβερά  επίκαιρο «Πριν από το Τέρμα» της Γαλάτειας Γρηγοριάδου – Σουρέλη

MAT. Χούλιγκανς. Παράνομα στοιχήματα. Στημένα παιχνίδια. Αθλητικοί σύνδεσμοι επανδρωμένοι με οπαδούς που  συναλλάσσονται για ωφελήματα με το αζημίωτο.  Αθλητές που χρηματίζονται. Προπονητές που εκβιάζονται. Βαθμοί που χαρίζονται. Πάθη που διεγείρονται. Αθλητικοί παράγοντες που κινούν εν κρυπτώ τα νήματα για την προώθηση και εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων. Αχαλίνωτη βία στις κερκίδες. Υβριστικά συνθήματα προορισμένα να εξαγριώσουν τους αθλητές και να δυναμιτίσουν την ένταση μεταξύ των αντίπαλων αθλητικών ομάδων. Συνθήματα που προσβάλλουν τα ήθη και πληγώνουν την συλλογική ταυτότητα των φιλάθλων. Καπνογόνα. Φωτοβολίδες. Εμπορευματοποίηση και αποκτήνωση.  Εκδοτικά συγκροτήματα προορισμένα να  χειραγωγούν τον φίλαθλο κόσμο, να ετεροκατευθύνουν το κοινό τους και να εξοφλούν τα γραμμάτια υποστήριξης της κατεστημένης πολιτικής και οικονομικής ελίτ. Δημοσιογράφοι που  διαμορφώνουν και διαπλάθουν την κοινή γνώμη και εν προκειμένω  στρατολογούν φιλάθλους μετατρέποντας τους σε άμορφες και απρόσωπες μάζες που λειτουργούν ως  άτυπες ομάδες πίεσης. Αθλητές χωρίς παιδεία. Δημοσιογράφοι δίχως δεοντολογία. Διαιτητές δίχως ελευθερία. Ένα σκοτεινό πηγάδι απελπισίας και φτώχειας, από το οποίο όλοι στραγγαλίζονται και κανένας δεν μοιάζει αρκετά πρόθυμος να επιδείξει το ηθικό του εκτόπισμα. Όλοι εξαργυρώνουν την σιωπή τους ανεξαρτήτως τιμής. Πατάνε τέρμα το γκάζι στην αλλοτρίωση και την ηθική διολίσθηση αλλά «πριν από το τέρμα» κάτι φαίνεται να αλλάζει και να ξεπροβάλλει η ελπίδα μέσα από το τούνελ . Ένα εφηβικό βιβλίο που αν και γράφτηκε σχεδόν πριν από 35 χρόνια αν είχε διαβαστεί από εκείνους τους εφήβους που το είχαν περισσότερο ανάγκη, σήμερα δεν θα μονοπωλούσαν την ειδησεογραφία οι δυσάρεστες ειδήσεις εκείνες που κάνουν τον πραγματικά φίλαθλο κόσμο να δυσαρεστείται, να θλίβεται και να πενθεί.

Περίληψη από το Οπισθόφυλλο

Στη φτωχογειτονιά μεγαλώνουν τρεις φίλοι. Αυτοί, η μπάλα τους και τα όνειρα τους για «κοινωνική άνοδο».

Πόσους συμβιβασμούς, πόσες υποχωρήσεις πρέπει να κάνουν γι’ αυτή την άνοδο; Τι αντίτιμο πρέπει να δώσουν στα κυκλώματα;

          Ακριβώς πριν από το τέρμα όμως…

          Ένα συναρπαστικό εφηβικό μυθιστόρημα που αγγίζει τα προβλήματα, τη μοναξιά του σύγχρονου νέου και τον συνοδεύει στις έντονες αναζητήσεις του.

Κριτική

       Μια συγγραφέας τιμημένη από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, τον Δήμο Αθηναίων, το Πανεπιστήμιο της Πάντοβα, την Ακαδημία Αθηνών και υποψήφια για το διεθνές βραβείο Άντερσεν, η Γαλάτεια Γρηγοριάδου – Σουρέλη, γράφει εν έτι 1987 ένα εφηβικό μυθιστόρημα το οποίο έμελε να είναι προφητικό για το δυσοίωνο μέλλον και την πορεία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Μολονότι η ιστορία του μυθιστορήματος εξελίσσεται στα τέλη της δεκαετίας του 1970 με αρχές της δεκαετίας του 1980 η ιστορία μοιάζει να είναι τραγικά επίκαιρη. Ας θυμηθούμε την πρόσφατη και εν ψυχρώ δολοφονία του Άλκη Καμπανού στη Θεσσαλονίκη που λόγω της αγάπης του για την ομάδα του Άρη έχασε την ζωή του σε ηλικία μόλις 19 ετών πριν από λίγες μέρες. Με φόντο την θλιβερή επικαιρότητα αναλογίζεται κανείς ότι ενδεχομένως οι νεαροί θύτες του συγκεκριμένου συμβάντος εάν είχαν την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με την λογοτεχνία και με την μελέτη παρεμφερών μυθιστορημάτων με το εξεταζόμενο της Γρηγοριάδου ( βλέπε για παράδειγμα «την Φανέλα με το Νούμερο Εννέα» του Μένη Κουμανταρέα και το «Αρχίζει το Ματς» της Αγγελικής Βαρελά) θα μπορούσαν ενδεχομένως να είχαν αποφύγει να ακολουθήσουν το σκοτεινό μονοπάτι της τυφλής οπαδικής βίας. Ας μην λησμονούμε και το γεγονός ότι υπάρχουν σοβαρές καταγγελίες και για την επονομαζόμενη «Παράγκα» του ελληνικού ποδοσφαίρου.

          Πρωταγωνιστές του βιβλίου «Πριν από το τέρμα» είναι τρεις παιδικοί φίλοι:  Ο Γιάννης που είναι ένας ανερχόμενος και πολλά υποσχόμενος ποδοσφαιρικός αστέρας, ο Λευτέρης που είναι ένας δημοσιογράφος και αθλητικογράφος που αναδύεται γρήγορα σε υπεύθυνο αθλητικού τμήματος μιας εφημερίδας ευρείας κυκλοφορίας και ο Γιώργος που εργάζεται και έχει αναλάβει την εκπροσώπηση, την οργάνωση και τη δράση ενός μεγάλου αθλητικού συνδέσμου.   Σύντομα οι τρεις φίλοι συμβιβάζονται με τα όνειρα τους και προδίδουν τις αρχές και τις αξίες τους.  Ωστόσο, τι θα επιλέξουν οι πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος εντέλει να υπερασπιστούν; Την φιλία τους ή τις ματαιόδοξες απαιτήσεις τους;

          Μια ιστορία για το ευ αγωνίζεσθαι και μια αφήγηση που εξαίρει τον αθλητισμό και το φίλαθλο πνεύμα. Μολονότι  το βιβλίο αυτό μοιάζει να προδιαγράφει την αρνητική τροχιά που διαγράφει ο ελληνικός αθλητισμός σήμερα, ωστόσο οι ιδέες της Γαλατείας Γρηγοριάδου φαντάζουν να είναι ιδεαλιστικές προβάλλοντας τα ιδεώδη μιας άλλης εποχής και έρχονται σε σύγκρουση με τον γυμνό απτό ρεαλισμό. Δεδομένου ότι η αναβίωση του κορυφαίου παγκόσμιου αθλητικού γεγονότος, οι Ολυμπιακοί Αγώνες, πραγματοποιήθηκε από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή το 1896 με κεντρικό  σύνθημα «Πιο Γρήγορα – Πιο Ψηλά – Πιο Δυνατά» και  την εμπορευματοποίηση αυτών  μέσω των χορηγιών και την προβολή διαφημίσεων σε αγωνιζόμενους που είχαν ως αποκλειστικό σκοπό την επίτευξη μιας ακόμη περισσότερο «ακραίας απάνθρωπης» επίδοσης συνειδητοποιούμε ότι η «υγεία» στον αθλητισμό αποτελεί μια κοινοτοπία δεδομένου ότι η ενδημικός αθλητισμός συνιστά ένα γρανάζι μιας παγκόσμιας (αντι)αθλητικής νοσηρότητας.

          Η οπαδική βία και ο χουλιγκανισμός είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που τροφοδοτείται από τα αθλητικά σωματεία και από τα Μ.Μ.Ε. που λειτουργούν ως ιδεολογικοί βραχίονες καταστολής. Η αγνή αγάπη του κόσμου για την τοπική τους ομάδα είναι χωρίς αντίκρισμα εφόσον η πορεία της είναι προϊόν συναλλαγής. Πριν κάποιες δεκαετίες η Θάτσερ στη Μεγάλη Βρετανία κατάφερε να καταστείλει την οπαδική βία.  Πριν 30 χρόνια η Γαλάτεια Γρηγοριάδου – Σουρέλη καταπιάνεται με ένα ζήτημα που μέχρι σήμερα η Πολιτεία στάθηκε τουλάχιστον αναποτελεσματική στην επίλυση του.

          Το βιβλίο «Πριν το Τέλος» είναι ένα εφηβικό μυθιστόρημα που θα έπρεπε να υπάρχει σε κάθε σχολική βιβλιοθήκη και να διδάσκεται στα πλαίσια της Αθλητικής Αγωγής και Εκπαίδευσης. Ωστόσο, ο οπαδισμός αποτελεί την εβδομαδιαία βαλβίδα εκτόνωσης και αποσυμπίεσης της σωρευμένης έντασης και οργής δεκάδων νέων οι οποίοι έχουν απελπιστεί από την ανεργία και την απουσία προοπτικής και ενδεχομένως ο επαγγελματικός αθλητισμός να χρησιμοποιείται από τις ελίτ ατύπως ως ένα άρμα για την πολιτική και οικονομική χειραγώγηση και εξόντωση τους. Το «πριν από το τέρμα» ξεγυμνώνει το βρώμικο ποδοσφαιρικό κύκλωμα και θα μπορούσε να αποτελέσει προϊόν «συνταγογραφημένης λογοτεχνίας» σε υπόδικους που επιλαμβάνεται ο αθλητικός – και όχι μόνο  – εισαγγελέας

Ο  Χαλαζίας διάβασε τα «Πέτρινα Καθίσματα» του Μάνου Κοντολέων

Επτά Κεφάλαια. Επτά Πρόσωπα.  Επτά αρχαίες ελληνικές τραγωδίες  θεμελιωμένες πάνω σε  επτά διαδεδομένους ελληνικούς μύθους συνιστούν το περιεχόμενο του παρόντος βιβλίου που υπογράφει ο Μάνος Κοντολέων. Επτά έργα με πρωταγωνιστές επτά χαρακτήρες –  τον Προμηθέα , την Άλκηστη, την Ιφιγένεια , τον Φιλοκτήτη, τον Ρήσο, την Ελένη και την Ανδρομάχη  – αποτελούν τους προσωποποιημένους πυρήνες αφήγησης και εξιστόρησης των προσωπικών και συλλογικών τους δραμάτων προσαρμοσμένους με το λογοτεχνικό ραβδί του αγαπημένου στο νεανικό κοινό συγγραφέα, Μάνου Κοντολέων.  Και θα αναρωτηθείς: «Γιατί επτά;» Διότι ο αριθμός επτά είναι ο τέλειος αριθμός σύμφωνα με την αρχαία ελληνική παράδοση.

Ένα βιβλίο που προάγει την Θεατρική Παιδεία και προορίζεται να εξοικειώσει και να εντάξει τους νεαρούς αναγνώστες  στη μυσταγωγία του αρχαίου ελληνικού δράματος. Μια συνάντηση του νεανικού κοινού  με την αναγνωστική εμπειρία και τα ρίγη συγκίνησης που προκαλείται στο κοινό  από μια επιλογή  αριστουργηματικών κλασικών έργων του Αισχύλου, του Ευριπίδη και του Σοφοκλή. Τα πέτρινα καθίσματα είναι ταυτοχρόνως και ένα υπέροχο δώρο για όλα τα παιδιά εκείνα που αγαπούν το θέατρο και ενδιαφέρονται ως ενήλικες αργότερα να ασχοληθούν ερασιτεχνικά ή επαγγελματικά ως ηθοποιοί  

Η απουσία στο παρελθόν της θεσμοθετημένης σήμερα Θεατρικής Αγωγής από τα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών  της  Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης οδήγησε συγγραφείς και εκδοτικούς οίκους στην ανάγκη παρουσίασης και προβολής μέσα από σχετικά εκδοτικά εγχειρήματα σημαντικών έργων αρχαίου ελληνικού δράματος. Αντίστοιχα παραδείγματα υπάρχουν και στο πεδίο της κωμωδίας όπου σημαντικά έργα του Αριστοφάνη διασκευάστηκαν, εικονογραφήθηκαν και εκδόθηκαν σε έντυπη μορφή σε comics από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, προκειμένου να είναι περισσότερο εύληπτα για το αναγνωστικό κοινό προκειμένου με τα ειδικά πληθυσμιακά χαρακτηριστικά που διακρίνεται να μπορέσει να τα συλλάβει και να τα κατακτήσει.

Τα «Πέτρινα Καθίσματα» είναι ένα πλωτό όχημα, πάνω στο οποίο οι νεαροί αναγνώστες κωπηλατούν ευχάριστα τις σελίδες του και γίνονται κοινωνοί της ελληνικής μυθιστορίας έτσι όπως την έπλασαν και την εξύμνησαν οι τραγικοί ποιητές της εποχής.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Ένα κορίτσι που θυσιάστηκε…
Και τρεις γυναίκες…
Τη μία την κατηγόρησαν για έναν πόλεμο. Της δεύτερης της στέρησαν την πατρίδα. Κι η τρίτη αγαπούσε, αγαπούσε, αγαπούσε…

Και τρεις άντρες… Τον έναν τον έδεσαν πάνω στα βράχια. Το δεύτερο τον εγκατέλειψαν σε ένα έρημο νησί. Κι ο τρίτος ήταν πολύ όμορφος, πολύ πλούσιος, πολύ άτυχος.

Εφτά πρόσωπα… Εφτά ιστορίες που τις παρακολουθείς καθισμένος πάνω σε πέτρινα καθίσματα.     

Κριτική

          Προσωπικότητες με ηθικές αξίες που θα πρέπει να διδάσκονται και να αποτελούν θετικά πρότυπα για κάθε υπεύθυνο πολίτη προβάλλονται μέσα από το ηθικοπλαστικό αυτό βιβλίο που μας συστήνει ο Μάνος Κοντολέων. Ηθικές αξίες όπως η αυτοθυσία, η φιλοξενία, η πίστη, η αφοσίωση, η στοχοπροσήλωση στο συλλογικό αγαθό έναντι του ατομικού συμφέροντος είναι ορισμένες μόνο από τις αρχές, για τις οποίες ο αναγνώστης προβληματίζεται, δοκιμάζεται και εντέλει ταυτίζεται με τον εκάστοτε χαρακτήρα.

          Σε μια εποχή που οι influencers στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα προβαλλόμενα πρόσωπα από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης από το τυραννικό star system χειραγωγούν συνειδήσεις, ετεροκατευθύνουν εφήβους, επηρεάζουν ανθρώπους και διαμορφώνουν την κοινή γνώμη είναι σκόπιμο να υπάρχουν ορισμένες αναγνωστικές νησίδες σηματοδότησης, οι οποίες θα λειτουργούν ως σημαδούρες προαγωγής θετικών προτύπων.  Μολονότι το βιβλίο αυτό του Μάνου Κοντολέων εκδόθηκε χρόνια πριν αποτελεί μέχρι και σήμερα μια σωστική λέμβο στα ανταριασμένα νερά της σύγχρονης ηθικοπλαστικής βεβήλωσης που επιβεβαιώνεται μέσα από την σπίλωση αξεπέραστων εμβληματικών προσωπικοτήτων και της διάχυτης σύγχυσης που επικρατεί στον σύγχρονο άνθρωπο. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η εκστρατεία των Αχαιών στην Τροία, των οποίων ο αρχηγός ο Αγαμέμνονας δεν δίστασε να θυσιάσει ακόμη και την ίδιοα του την κόρη , την Ιφιγένεια, για να ευχαριστήσει τους θεούς και να φυσήξει ούριος άνεμος προκειμένου να φουσκώσουν με αέρα τα πανιά στα ιστιοφόρα καράβια τους .  Από την άλλη μεριά χιλιάδες χρόνια μετά κατά τη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου όταν ο Hitler διέρρηξε την περίφημη γραμμή Μαζινό και εισέβαλε στη Γαλλία οι στρατιώτες της Γαλλίας αναρωτιούνταν μεταξύ τους “Pourquoi?” δηλαδή: «Γιατί να πολεμήσω;» .  

          Εν Κατακλείδι, τα «Πέτρινα Καθίσματα» δεν είναι το βιβλίο που θα σας κάνει σοφότερους αν γενικά έχετε παρακολουθήσει αρχαίο ελληνικό δράμα τα καλοκαίρια στην Επίδαυρο ή σε άλλα αρχαία ελληνικά θέατρα. Ωστόσο, θα σας βοηθήσει να θυμηθείτε ψηφίδες αγαπημένων σας μύθων που ενδεχομένως έχετε ξεχάσει και δυσκολεύεστε να ανασύρετε από την μνήμη σας.  Τα πέτρινα καθίσματα είναι ένας φόρος τιμής στο αρχαίο ελληνικό θέατρο, το οποίο  άνθισε  χιλιάδες χρόνια πριν και αποτέλεσε έναν πόλο έλξης για την μόρφωση και την καλλιέργεια όλων των πολιτών, τον τόπο συνάντησης  όλων των κοινωνικών ομάδων και τάξεων και μέσα από αυτό εορτάστηκε η ελευθεροστομία και κατ’ επέκταση η δημοκρατία.

Ο Χαλαζίας περιπλανιέται στην «Πλωτή Πολιτεία» του Ιούλιου Βερν

Ο Μεγάλος Ανατολικός. Το πλοίο, με το οποίο ταξίδευσε ο Ιούλιος Βερν από την Ευρώπη στην Αμερική. Το υπερωκεάνιο, το οποίο ενέπνευσε τον Ανδρέα  Εμπειρίκο να γράψει ένα πολυσέλιδο τολμηρό έργο, το οποίο  λοιδορήθηκε ως πορνογραφία από  τις πουριτανικές συντηρητικές μάζες και ταυτόχρονα αποτέλεσε το φανταστικό όχημα για να προκληθεί το σεμνότυφο αναγνωστικό ποίμνιο. Ένα μεταλλικό κουφάρι, πάνω στο οποίο ζυμώνεται και  επιπλέει το ανθρώπινο κεφάλαιο που θα αποτελέσει το έμψυχο δυναμικό που αναζωογονεί και ανατροφοδοτεί την πολυπολιτισμική αμερικανική κοινωνία. Ένα τεχνολογικό επίτευγμα της σύγχρονης ναυπηγικής ικανό να εναντιώσει τους οπισθοδρομικούς φοβικούς εκπροσώπους του λουδισμού και ταυτόχρονα να ενθουσιάσει τους σύγχρονους  προοδευτικούς οπαδούς της τεχνολογικής επανάστασης. Μια «Πλωτή Πολιτεία» καταδικασμένη να συσπειρώσει κατεργάρηδες τυχοδιώκτες και εύπορους αποικιοκράτες που απολαμβάνουν το υπερατλαντικό τους ζενίθ στον πλου για την «δικιά τους κοντινή Αμερική» – όπως μας υπενθυμιζει στιχουργικά εν έτη 1987 και  ο αγαπημένος Γιάννης Αγγελάκας παρέα με τις Τρύπες.   

Περίληψη στο Οπισθόφυλλο

          Ένα τεράστιο ατμόπλοιο, ο «Μεγάλος Ανατολικός» σαλπάρει απ’ την Αγγλία με προορισμό την Αμερική. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στη διάρκεια του περασμένου αιώνα, όταν η επιστήμη δεν είχε ακόμη κατασκευάσει τα σύγχρονα υπερωκεάνια, το πέρασμα του Ατλαντικού ήταν πάντα μια περιπέτεια. Κι όταν μαζί με τα στοιχεία της φύσης παίζουν το ρόλο τους και οι άνθρωποι, κάθε είδους άνθρωποι, τότε η περιπέτεια γίνεται πολύ πιο επικίνδυνη και πολύ πιο γοητευτική.

          Ένα ακόμη βιβλίο γραμμένο από τον μεγαλύτερο δημιουργό περιπετειών, τον Ιούλιο Βερν. 

Κριτική

                Ως ένας από τους κορυφαίους κλασικούς και σημαντικότερους εκπροσώπους της νεανικής λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας θεωρείται σήμερα ο Ιούλιος Βερν.  Μολονότι σήμερα τα υπερωκεάνια ταξίδια  θεωρούνται μια ρεαλιστική πραγματικότητα και διενεργούνται απρόσκοπτα χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα με την συνδρομή των επιστημών της ναυσιπλοΐας και της μετεωρολογίας, μια σοβαρή πρόκληση του 19ου αιώνα  είναι η ολοκλήρωση ενός υπερπόντιου ταξιδιού με ατμήλατο πλοίο. 

          Η δημοφιλής ιστορία με τον Τιτανικό, το μεγαλύτερο πλοίο όλων των εποχών, του οποίου η κατάληξη δεν ήταν ευτυχής και αποτέλεσε εφαλτήριο επιστημονικής έρευνας και κινηματογραφικής μυθοπλασίας χρόνια μετά την βύθιση του, συνεισφέρει ώστε ο υποψιασμένος αναγνώστης να οικοδομήσει και να πλάσει με μεγαλύτερη ευκολία και άνεση την ιστορία που μας περιγράφει ο γάλλος μυθιστοριογράφος.

Η  «Πλωτή Πολιτεία» είναι ένα έργο που διαδραματίζεται στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και διασώζει με παραστατικό και ανάγλυφο τρόπο την αναπροσαρμογή της ιστιοφόρου ναυτιλίας σε ατμήλατης, ωστόσο αξίζει να σημειωθεί ότι συνιστά το ίδιο το έργο μια πλατφόρμα πάνω στην οποία ένα πλήθος διαφορετικών χαρακτήρων με τις δικές τους αξίες, κουλτούρες, χώρους εθνικής και κοινωνικής προέλευσης  και κουβαλώντας τον προσωπικό τους κώδικα τιμής  αλληλεπιδρούν και συναλλάσσονται διαμορφώνοντας και διαπλάθοντας ένα νέο μίγμα ανθρώπων που μοιράζονται κοινές εμπειρίες, πεποιθήσεις και ενδεχομένως και τις ίδιες προσωπικές επιλογές.  

Η «Πλωτή Πολιτεία» μοιάζει σαν να ήταν προάγγελος επιστημονικής έρευνας  και να αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για ένα κοινωνικό πείραμα που διενεργήθηκε έναν αιώνα αργότερα από τον μεξικανό ανθρωπολόγο Santiago Genoves. Το συγκεκριμένο πείραμα ονομάστηκε το «πρότζεκτ της ειρήνης» και η πλωτή σχεδία τους που ονομαζόταν Acali  είχε μετονομαστεί από τους δημοσιογράφους της εποχής και ως «σχεδία του σεξ». Ο Genoves διερευνούσε τις πτυχές και τις σχέσεις της βίας και της σεξουαλικής  επιθυμίας στην ανθρώπινη φύση. Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι κεντρική θέση της αφήγησης στην Πλωτή Πολιτεία του Βερν διαδραματίζει ο απεγνωσμένος έρωτας του Φαμπιάν Μακ Έλβιν για την Έλεν Χότζις και ο ανταγωνισμός του με τον νόμιμο σύζυγο της τον Χάρι Ντρέικ. Ο Φαμπιάν Μακ Έλβιν και ο Χάρι Ντρέικ  καταλήγουν σε μονομαχία πάνω στο κατάστρωμα του πλοίου για τα μάτια της Έλεν Χότζις. Η βία και ο έρωτας στον Μεγάλο Ανατολικό δεσπόζουν εξέχουσα θέση όπως αντίστοιχα συμβαίνει και με το «πρότζεκτ της ειρήνης» .

Η «Πλωτή Πολιτεία» διακρίνεται νοερά σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος αφορά το ταξίδι από την Ευρώπη στην Αμερική. Το δεύτερο μέρος αφορά την ξενάγηση και την περιήγηση του αφηγητή στους καταρράκτες του Νιαγάρα με φόντο την συμπτωματική συνάντηση του με τον Φαμπιάν και της Έλεν στο  τουριστικό αυτό αξιοθέατο γνήσιας νατουραλιστικής έμπνευσης και ομορφιάς.

          Συμπερασματικά, το βιβλίο αυτό προτείνεται για τους νεαρούς αναγνώστες που τους ενδιαφέρει να δραπετεύσουν από την πεζή καθημερινότητα τους ανοίγοντας το παράθυρο του κοσμοπολιτισμού και της περιπέτειας. Η δράση στο βιβλίο αυτό μοιάζει να είναι σχετικά αργή, ωστόσο ο Ιούλιος Βερν είναι  ένας διαχρονικός συγγραφέας που συγκινεί τα παιδιά διότι  βρίσκουν καταφύγιο στα βιβλία του για να ζήσουν αστρικά και υπερπόντια ταξίδια  διαβάζοντας τα μέσα στα διαμερίσματα τους.

Ο Χαλαζίας διαβάζει το  συστημένο «Δέμα» του Sebastian Fitzek

Μια έγκριτη γιατρός, η Έμμα, παρουσιάζει σε ένα ξενοδοχείο στο Βερολίνο στα πλαίσια ενός επιστημονικού συνεδρίου τα αποτελέσματα ενός ριζοσπαστικού και ανατρεπτικού κοινωνικού πειράματος, μέσα από το οποίο καταφαίνεται η σαθρότητα των ψυχιατρικών γνωματεύσεων και αμφισβητείται  η εγκυρότητα των αξιολογήσεων των νοσηλευομένων σε κλειστά κέντρα περίθαλψης κάμπτοντας με αυτήν την ερευνητική της αναφορά την αυστηρή και απαρέγκλιτη φυσιογνωμία της Ψυχιατρικής. Οι συνάδελφοι της εναντιώνονται στα πορίσματα της έρευνας της και προσπαθούν να τα καταρρίψουν. Το ίδιο βράδυ στο ξενοδοχείο που φιλοξενείται δέχεται βίαιη και ταπεινωτική σεξουαλική επίθεση από κάποιον άγνωστο. Ωστόσο, μετά από αυτό το περιστατικό όλα στο μυαλό της είναι θολά και συγκεχυμένα. Οι δικαστικές αρχές και η αστυνομία δεν εμπιστεύονται πλήρως την καταγγελία της εφόσον το ίδιο το θύμα περιέρχεται σε σημαντικές αντιφάσεις. Αναλυτικότερα, ο αριθμός του δωματίου που διατείνεται ότι διέμενε στο ξενοδοχείο σύμφωνα με τη διεύθυνση του ξενοδοχείου δεν υφίσταται και η σχετική διακόσμηση και διαρρύθμιση του δωματίου δεν θυμίζει σε τίποτα με κάποιο δωμάτιο της ξενοδοχειακής μονάδας που φιλοξενήθηκε. Μολονότι μετά την επίθεση προσπαθεί να αναρρώσει σπίτι της διακατέχεται από ακατανίκητο μετατραυματικό στρες. Όταν μια μέρα αιφνιδιάζεται από μια ασήμαντη – εκ πρώτης όψεως – ανατροπή της κανονικότητας της δυσκολεύεται λόγω της κατάστασης της να την διαχειριστεί και  ξεκινά να παρανοεί – αφενός ως παρενέργεια της έντασης της διάχυτης αγχώδους διαταραχής από την οποία βασανίζεται μετά την σεξουαλική επίθεση που υπέστη και αφετέρου λόγω των παρενεργειών και των συμπτωμάτων που φέρουν οι φαρμακευτικές ουσίες τις οποίες λαμβάνει για την ταχύτερη ανάρρωση της. Ποιος κρύβεται όμως πίσω από την χυδαία και ταπεινωτική σεξουαλική επίθεση που υπέστη; Τι σχέση μπορεί να υπάρχει με το δέμα ενός άγνωστου γείτονα; Θα καταφέρει η Έμμα να το διαχειριστεί;  

            ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

          Τους τελευταίους μήνες, μετά το απαίσιο εκείνο γεγονός, μένεις κλεισμένη στο σπίτι σου. Θέλεις να το αφήσεις πίσω σου. Ένα πρωί, ο ταχυδρόμος σου αφήνει ένα δέμα για τον γείτονα που λείπει. Δεν έχεις ακούσει ποτέ ξανά το όνομα του. Κοιτάζεις από τον φράχτη, και ο κήπος του φαίνεται παρατημένος. Δείχνει σαν να μη ζει κάποιος εκεί καιρό τώρα. Κάτι σε σπρώχνει να ανοίξεις το δέμα. Ξεκινάει ο χειρότερος εφιάλτης της ζωής σου.  

ΚΡΙΤΙΚΗ

            Υποψιασμένοι από την «Θεραπεία» του ιδίου συγγραφέα όσον αφορά το ύφος και την γραφή του και έχοντας παρατηρήσει από το οπισθόφυλλο του βιβλίου ότι για το «Δέμα»  έχει τιμηθεί ο Sebastian Fitzek με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Αστυνομικής Λογοτεχνίας 2016 και έχει βρεθεί ο συγκεκριμένος τίτλος για 29 εβδομάδες στην Κορυφή της Λίστας των Best Sellers της Γερμανίας ξεκινήσαμε να διαβάζουμε το βιβλίο με περίσσιο ενθουσιασμό. Ωστόσο, αν και το βιβλίο είναι καθηλωτικό αξίζει να σημειωθεί ότι  καταλήγει στο τέλος να γίνεται αρκετά σύνθετο και δαιδαλώδες. Ο αναγνώστης θέτει στο κάδρο των υπόπτων αρκετά πρόσωπα, τα οποία ενδεχομένως να είχαν κίνητρο για τη διάπραξη της συγκεκριμένης επίθεσης και αρκετά είναι τα ενδεχόμενα σενάρια που φαντάζεται ότι μπορεί να εκτυλίσσονται, ωστόσο το τέλος αν και ανατρεπτικό δεν μοιάζει να είναι ρεαλιστικό και δεν πείθει. Σύγχυση και παράνοια επικρατεί στο μυαλό της πρωταγωνίστριας  και κατ’ επέκταση  και στου αναγνώστη.

          Βασικοί άξονες του συγκεκριμένου ψυχολογικού θρίλερ είναι η έμφυλη βία και τα πρωτότυπα κοινωνικά πειράματα που ενσωματώνονται πλήρως τόσο στους κόλπους της ερευνητικής μεθοδολογίας όσο και της ανακριτικής διαδικασίας χωρίς την πρότερη συγκατάθεση και συναίνεση των συμμετεχόντων. Η εξοικείωση του αναγνωστικού κοινού με τα θέματα αυτά είναι τροφή για περισυλλογή και σκέψη. Η οπτική με την οποία αναφερόμαστε σε αυτούς τους προβληματισμούς δεν σχετίζεται τόσο με μια συντηρητική προσέγγιση που η κοινωνία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τα ζητήματα αυτά ως ταμπού όσο με το γεγονός ότι οι ευρείες μάζες του αναγνωστικού κοινού δεν είναι κατάλληλα εκπαιδευμένες για τέτοια ζητήματα και κατ’ αυτόν τον τρόπο συντηρούνται και αναπαράγονται επικίνδυνες και δυστυχώς παγιωμένες αντιλήψεις. Η παραπλάνηση και η εξαπάτηση από την θεσμική εξουσία αποτελεί ένα σπόρο προβληματισμού και αγωνίας που θα πρέπει να ταλανίζει κάθε ενεργό πολίτη που οξύνει την κριτική του σκέψη. Η συμφιλίωση με την βία και η έμμεση και άμεση σύνδεση της με  τις ψυχικές διαταραχές δεν συνεισφέρουν ιδιαίτερα στην αποασυλοποίηση και την απόϊδρυματοποίηση των ψυχικά νοσούντων. Ανεξάρτητα από την αισθητική απόλαυση θα πρέπει να σταθούμε περισσότερο κριτικά στην ψηλάφηση τέτοιων ζητημάτων ειδικά όταν γίνεται από μη ειδήμονες.  

          Συμπερασματικά, το «Δέμα» είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που έχει ρυθμό αλλά οι διαρκείς ανακατευθύνσεις του αναγνώστη που γίνονται  ως προς το προφίλ του ύποπτου με την σιωπηλή συνδρομή του συγγραφέα αποπροσανατολίζουν, αποδιοργανώνουν και στο τέλος κουράζουν εν τέλει τον αναγνώστη. Η λύση της υπόθεσης είναι αποκαλυπτική αλλά πραγματοποιείται όταν ήδη οι αναγνώστες έχουν στεγνώσει πλέον από φαντασία και δεν λειτουργεί λυτρωτικά για αυτούς λόγω της παρατεταμένης αναγνωστικής έντασης και πίεσης που δυσκολεύει τους αναγνώστες να την εκτονώσουν με την ολοκλήρωση της ιστορίας.

Ο Χαλαζίας  εγκωμιάζει «την Μοναξιά που είναι από χώμα» της Μάρως Βαμβουνάκη

Μια κατάδυση στον βαθύτερο εσώτερο κόσμο μας και μια αναμέτρηση με τις σκοτεινούς συλλογισμούς μας. Ο εξοστρακισμός ενός άνδρα – σύμβολο δύναμης και τόλμης – σε ένα βραχώδες απομονωμένο νησί πλημμυρισμένο από πελάγη μανιασμένης μοναξιάς δημιουργεί το τοπίο, στο οποίο οικοδομείται η ιστορία της συναισθηματικής στέπας που καλείται να διασχίσει ο πρωταγωνιστής έπειτα από τον οδυνηρό χωρισμό του από την σύντροφο του. Θα διαβάσουμε όσα σκέφτηκε αλλά δεν είπε και όσα αλόγιστα ξεστόμισε χωρίς να πολυσκεφτεί. Η ψυχογεωγραφία θα αναδυθεί στην επιφάνεια της ιστορίας για να προτάξει το ψυχικό σθένος του πρωταγωνιστή που παλινδρομεί μεταξύ πηγαίας και ενσυνείδητης απομόνωσης  και μεταξύ απεγνωσμένης  και απέλπιδος προσμονής. Οι καιρικές αντιξοότητες και η γεωγραφία του χώρου αντανακλούν την ψυχική κατάσταση του πρωταγωνιστή. Η αποστασιοποίηση φλερτάρει με την εγγύτητα και η αποξένωση με την οικειότητα.  
Η Μάρω Βαμβουνάκη έγραψε ελεύθερη ποίηση που συμπυκνώνει τις ουσιαστικότερες αλήθειες των πιο μεγάλων μυστηρίων της ζωής, του έρωτα και του θανάτου, με το περίβλημα της διατυμπανιζομενης και βιωμένης μοναξιάς.

Περίληψη από το Οπισθόφυλλο
           

Ένας άντρας αυτοεξορίζεται σε ένα μακρινό νησί ύστερα από έναν δύσκολο ερωτικό χωρισμό. Θα παλέψει ανάμεσα στην αγάπη και στο μίσος που συνιστούν τον έρωτα, μήπως λυτρωθεί από τον πόνο και τη σύγχυση. Θα γράψει αυτές τις δεκαοχτώ, ανεπίδοτες εντέλει, επιστολές προς τη γυναίκα που έχασε σαν ημερολόγια της εσωτερικής ζωής του.

          Θα της λέει:

«Το πάθος είναι πιο σπουδαίο από τα θαύμα», σου διάβαζα από ένα παλιό βιβλίο κάποτε, την ώρα που εσύ έβγαζες τα φρύδια σου μπροστά σ’ ένα μεγεθυντικό καθρεφτάκι. 

Δεν είναι εκμηδένιση η ταπείνωση. Η εκμηδένιση σε κατεβάζει στο τίποτα ενώ η ταπείνωση σε ανεβάζει στο πάν. Πώς να την καταφέρουμε όμως εμείς, αγάπη μου, που από έπαρση είμαστε χαμένοι; Δεν πετυχαίνεται εύκολα για αυτό υποφέρουμε. Κι απ’ τον πολύ τον πόνο, κι απ’ την πολλή την τυραννία αρχίζουμε, για την αυτοσυντήρηση μας, να υποψιαζόμαστε με την υποψία της καρδιάς, κι αρχίζει λίγο λίγο να φέγγει. 

Η Μάρω Βαμβουνάκη μας χαρίζει ένα βαθιά εξομολογητικό, ποιητικό κείμενο, που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος. Η αγαπημένη συγγραφέας 900.000 αναγνωστών, υπογράφει ένα έργο που αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές της ψυχής μας, μια και ψηλαφεί μια κατάσταση που οι περισσότεροι έχουμε βιώσει, την ερωτική απογοήτευση.

Κριτική

                Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου μέσα από 18 ανεπίδοτες επιστολές εξομολογείται το ερωτικό δράμα που βιώνει για έναν έρωτα χωρίς ανταπόκριση. Αξίζει να σημειωθεί  το γεγονός ότι     το πλήθος των επιστολών προφανώς δεν είναι τυχαίο. Δεκαοκτώ είναι τα έτη τα οποία ο δυτικός κόσμος θεωρεί ότι θα πρέπει να έχει συμπληρώσει ένας άνθρωπος για να θεωρείται ενήλικος. Ουσιαστικά μέσα από τις δεκαοκτώ αυτές ανεπίδοτες επιστολές ο πρωταγωνιστής του βιβλίου διανύει και κατακτά την ενηλικίωση. Ωστόσο, θα πρέπει να τονίσουμε ότι ενδεχομένως με αυτόν τον παραλληλισμό η συγγραφέας να θέλει να υπονοήσει ότι οι άντρες δεν ωριμάζουν  αν όχι με τον ίδιο ρυθμό τουλάχιστον με τον ίδιο τρόπο όσο οι γυναίκες.  

          Τα λόγια και οι σκέψεις που ενσαρκώνει η Μάρω Βαμβουνάκη στον πρωταγωνιστή του βιβλίου θεωρούμε ότι είναι δύσκολο να ειπωθούν και να εκδηλωθούν από κάποιον άνδρα. Εξάλλου ας μην ξεχνάμε ότι ένα από τα πορίσματα της κοινωβιολογίας είναι και η «αρσενική ανεκφραστικότητα», για την οποία έχουμε ήδη κάνει λόγο σε κριτική προηγούμενου βιβλίου, δηλαδή η αδυναμία των αντρών να εκφράσουν και να διατυπώσουν τα συναισθήματα τους εν συγκρίσει με τις γυναίκες.  

Το Βιβλίο αυτό αν και έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος σήμερα θα ήταν ως έναν βαθμό ανεπίκαιρο. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε κάποιο σημείο του βιβλίου ο πρωταγωνιστής αναφέρει στην γυναίκα που ποθεί:

 «Θα σε σκοτώσω και μετά θα σκοτωθώ».

Δεδομένου του σημαντικού πλήθους των γυναικοκτονιών που καταγράφηκαν και τα πυκνά περιστατικά έμφυλης βίας και κακοποίησης των γυναικών που σημειώθηκαν  στον τύπο μέσα στο 2021 η συγκεκριμένη βράβευση του βιβλίου θα έμοιαζε σήμερα άστοχη. Η πολιτική ορθότητα επηρεάζει σήμερα ως έναν βαθμό τις ακαδημίες τεχνών, τους εκπροσώπους τους και τους κριτικούς τους καθώς επίσης και τους διαμορφωτές κοινής γνώμης.    

Συνοπτικά, αν επιθυμείτε να διαβάσετε ένα βιβλίο το οποίο απαιτεί από μέρους σας συγκέντρωση, αναστοχασμό και περισυλλογή, προκειμένου να αποπειραθείτε να αναρωτηθείτε και να ανατρέξετε στην προσωπική σας εμπειρική συλλογή που διατρέχεται από αλήθεια περί έρωτος, απώλειας, και πένθους τότε «η μοναξιά είναι από χώμα» είναι το πιο αταλάντευτο δώρο που οφείλετε να χαρίσετε στον εαυτό σας. Μολονότι υποπτευόμουν ότι για κάποιον αδιόρατο λόγο δεν θα εκτιμούσα ιδιαίτερα το έργο της Μάρως Βαμβουνάκη και θα διάβαζα ένα δακρύβρεχτο μελό ανάγνωσμα προορισμένο να συγκινήσει τις διψασμένες γυναικείες προσδοκίες με  ανεκπλήρωτο πριγκηπικό έρωτα, ωστόσο διαψεύστηκα. Η «μοναξιά είναι από χώμα» είναι ένα βιβλίο που σφράγισε με το στίγμα του τα ελληνικά γράμματα.  

Ο Χαλαζίας δοκιμάζει την «Θεραπεία» του Sebastian Fitzek

Σε μια νησίδα της πραγματικότητας που επικρατεί και ορθώνεται ανυπέρβλητη  η ορθολογική σκέψη  και η άρθρωση του επιστημονικού λόγου μια θάλασσα  διάχυτης  νοσηρότητας περιβάλλει τους βασικούς χαρακτήρες του βιβλίου και παρασύρει  τους αναγνώστες σε πελάγη μυστηρίου που κωπηλατούν μανιασμένα να αποκωδικοποιήσουν την εξαφάνιση ενός νεαρού κοριτσιού και την εμφάνιση μιας  γυναίκας που πάσχει από ένα είδος ψυχικής διαταραχής  και συνδέεται με έναν ανεξήγητο και  μεταφυσικό τρόπο μαζί του. Αν η ψυχογεωγραφία εστιάζει στον χώρο και το περιβάλλον που συντελούν και διαμορφώνουν τον ψυχικό κόσμο των υποκειμένων, τότε το συγκεκριμένο πεδίο αναδεικνύεται σε σημαντικό φακό κατόπτευσης – ή ενδεχομένως και παραμόρφωσης – της πραγματικότητας  λόγω του διαταραγμένου εσωτερικού κόσμου και ισορροπίας της συντριπτικής πλειοψηφίας των χαρακτήρων που ζωντανεύουν μέσα από την φαντασία των αναγνωστών.  Χωρίς ανατριχιαστικές φλυαρίες που σκοπό έχουν απλά να σοκάρουν ή να προκαλέσουν κύματα φρίκης  στον αναγνώστη,  η Θεραπεία είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ που προσομοιάζει με γρίφο και που στο τέλος ανατρέπονται και σαμποτάρονται οι αρχικές αντιλήψεις και ιδέες που γεννιούνται στο μυαλό του λογοτεχνικού κοινού αιφνιδιάζοντας το με την εμφάνιση μιας πρωτότυπης –εξίσου οδυνηρής και επώδυνης – εναλλακτικής προσέγγισης.  

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

       ΕΙΣΤΕ ΕΤΟΙΜΟΙ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕΤΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΑΣ;

ΔΙΧΩΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ…

       Η δωδεκάχρονη Γιόζι πάσχει από μια ανεξήγητη ασθένεια. Στη διάρκεια μιας επίσκεψης της στον γιατρό, εξαφανίζεται από το ιατρείο χωρίς κανένα ίχνος. Δεν θα βρεθεί ποτέ. Τέσσερα χρόνια μετά, ο πατέρας της και ψυχίατρος Βίκτορ Λάρεντς έχει αποτραβηχτεί συντετριμμένος σε ένα απομονωμένο νησί της Βόρειας Θάλασσας, προσπαθώντας να διαχειριστεί τον ακατανόητο χαμό της κόρης του…

ΔΙΧΩΣ ΠΤΩΜΑ…

       Ο Βίκτορ δέχεται στο νησί την απροσδόκητη επίσκεψη μιας όμορφης άγνωστης. Πρόκειται για μια συγγραφέα, την Άννα Σπίγκελ, η οποία πάσχει από μια σπάνια μορφή σχιζοφρένειας. Όλοι οι χαρακτήρες που δημιουργεί στα βιβλία της αποκτούν – κατά τα λεγόμενα της – σάρκα και οστά και αρχίζει να επικοινωνεί μαζί τους. Στην τελευταία ιστορία της έγραψε για ένα νεαρό κορίτσι το οποίο πάσχει από μια άγνωστη ασθένεια και εξαφανίστηκε δίχως να αφήσει ίχνη.

ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ;

       Είναι δυνατόν μέσα στις ψευδαισθήσεις της Άννα να κρύβονται στοιχεία για τις τελευταίες μέρες της Γιόζι;

          Ο Βίκτορ πείθεται να αναλάβει την θεραπεία της με μια απέλπιδα προσπάθεια να ανακαλύψει την αλήθεια πίσω από την εξαφάνιση της κόρης του. Πολύ σύντομα όμως οι συνεδρίες θα πάρουν δραματική τροπή καθώς το παρελθόν θα έρθει στο φως με τρομακτικές συνέπειες.  

ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΝΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ;

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΕΧΕΙ ΑΡΧΙΣΕΙ…

ΚΡΙΤΙΚΗ

       Η γερμανική λογοτεχνία και γραμματεία έχει μια σημαντική παρουσία και παράδοση στα γράμματα. Ωστόσο, δυστυχώς δεν αδράξαμε την ευκαιρία να έρθουμε τα τελευταία χρόνια σε επαφή μαζί της και να γευτούμε τους σκοτεινούς και ανέλπιστα ευχάριστους καρπούς της. Οι ζοφερές περιγραφές του χώρου και του επικείμενου κινδύνου που αποτυπώνεται στις καιρικές συνθήκες που διαμορφώνονται συνιστούν ένα εύπλαστο στοιχείο που δημιουργούν συναισθήματα αγωνίας και ανησυχίας στον αναγνώστη. Αξίζει να σημειωθεί και να υπογραμμιστεί ότι ο Sebastian Fitzek δεν καταφεύγει στην άσκοπη χρήση σοκαριστικού λεξιλογίου και εικόνων για να προκαλέσει τον αναγνώστη αλλά επιστρατεύει την αφηγηματική του τέχνη και τεχνική για να επιτύχει τον στόχο του. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η δράση εκτυλίσσεται κατά κύριο λόγο σε ένα μικρό νησί της Βόρειας Θάλασσας, από το οποίο εμφανίζεται να έχει αποκοπεί η ακτοπλοϊκή σύνδεση και κάθε επαφή με τον έξω κόσμο. Αργότερα, ο αναγνώστης θα κατανοήσει ότι υπάρχει και μια δεύτερη ανάγνωση πίσω από αυτό το γεγονός, προκειμένου να αντιληφθεί την πρόθεση του συγγραφέα και την ουσία της ιστορίας στον πυρήνα της.

          Το μυθιστόρημα αυτό θέτει και κάποιους σημαντικούς προβληματισμούς για τα σύγχρονα θέματα ψυχικής υγείας. Ο βαθμός επικινδυνότητας για την πρόκληση σωματικής βλάβης μήπως δεν είναι σταθμισμένος και θεμελιωμένος επιστημονικά όσον αφορά τις διάφορες ψυχικές διαταραχές. Μήπως  ο εγκλεισμός σε μια ψυχιατρική κλινική συνιστά εντέλει μια γραφειοκρατική διαδικασία που επιστρατεύεται για τον εξοστρακισμό ανεπιθύμητων προσώπων για την εξυπηρέτηση προσωπικών και πολιτικών συμφερόντων;  Πόσα ευδιάκριτα είναι τα όρια μεταξύ της απεγνωσμένης ανάγκης για σωτηρία και της απελπισμένης ανάγκης για  απόγνωση;

          Η «θεραπεία» του Sebastian Fitzek είναι ένα άρμα που διασχίζει τους αμμόλοφους του νου και τρυπάει το ήρεμο φιλήσυχο υπόστρωμα της τεμπέλικης συλλογιστικής ερήμου σου αναζητώντας να βρει νερό που αναβλύζει ζωηρή περιέργεια και να ζωντανέψει τις μουδιασμένες και βαριεστημένες  οάσεις των στρατηγικών επίλυσης προβλημάτων. Ο αναγνώστης διαβάζει μαγνητισμένος τις σελίδες και προσπαθεί να εντοπίσει κάποιες λογικές ερμηνείες παρασυρόμενος από τις λέξεις και τα λόγια του συγγραφέα. Η τελική έκβαση της υπόθεσης θα ξετυλίξει το μπερδεμένο κουβάρι της ιστορίας και θα ξεδιαλύνει τα  νεφελώδη νήματα της μυστηριώδους εξαφάνισης. Τέλος, μια λογοτεχνική «θεραπεία» αξίζει να συνταγογραφηθεί  σε κάθε αθεράπευτο αναγνώστη των ψυχολογικών θρίλερ και μυθιστορημάτων μυστηρίου, προκειμένου να διαβάσει την παράνοια και να βιώσει την λογοτεχνική φιλοτεχνία.