Ο Χαλαζίας διάβασε τον«Δήμιο του Έρωτα»του Irvin Yalom

Ο Ίρβιν Γιάλομ αποφασισμένος να δοκιμάσει να μεταλαμπαδεύσει το μήνυμα της υπαρξιακής ψυχοθεραπείας στις ευρείες μάζες του λογοτεχνικού κοινού φορά  το ακαδημαϊκό  αλεξίσφαιρο γιλέκο του  και περιβεβλημένος με τον μανδύα του ομότιμου καθηγητή της  Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Στάνφορντ των ΗΠΑ καταφεύγει στην προκλητική επίδειξη όλων των τεχνασμάτων και των μεθοδεύσεων που ενσωματώνει στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία προκειμένου να αντλήσει προσωπικές και βιωματικές πληροφορίες των ασθενών του και να τους οδηγήσει στο μονοπάτι της  ίασης κλείνοντας το μάτι στον αναγνώστη με την σιωπηλή επίκληση στην αυθεντία του που επικαλείται βουβά – αν και όχι πάντα. Ωστόσο η ψυχοθεραπευτική πρακτική που περιγράφει με την καταγραφή, την εξιστόρηση και την συμμετοχική επεξεργασία των ονείρων των θεραπευόμενων υποκειμένων από τους ίδιους και τον Yalom ξενίζει στον μη εξοικειωμένο αναγνώστη και καταλήγει να ομοιάζει εντέλει με λαογραφική ανάσυρση και ερμηνεία θραυσμάτων της ξεχασμένης τέχνης της νεκρομαντείας. Ο θεραπευτής αναλαμβάνει να διαδραματίσει τον ρόλο του μέντιουμ και να βοηθήσει στην ίαση των ασθενών του με χρήση υπερβατικών μεθόδων και πρακτικών που παρουσιάζουν περισσότερο κοινά στοιχεία με την τέχνη της μαγείας και λιγότερο με την επιστημονική εγκυρότητα που οφείλει να επιδεικνύει και να επιβεβαιώνει σε κάθε ιατρική πράξη η άσκηση της Ιατρικής Επιστήμης. Όμως αν η υιοθέτηση  αντισυμβατικών και τολμηρών μεθόδων και τεχνικών μπορούν να ανακουφίσουν το χρόνιο άλγος και άγχος των θεραπευόμενων, τότε δεν έχουμε κανένα λόγο παρά να αποδώσουμε σεβασμό σε αυτόν τον σημαντικό εκπρόσωπο της υπαρξιακής σχολής της ψυχιατρικής ,τον δήμιο του έρωτα, τον Irvin Yalom.   

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

«Δεν μ’ αρέσει να δουλεύω με ερωτευμένους. Ίσως γιατί τους ζηλεύω –κι εγώ ο ίδιος λαχταράω να μαγευτώ. Ίσως πάλι γιατί ο έρωτας και η ψυχοθεραπεία είναι μεταξύ τους ασύμβατα. Ο καλός θεραπευτής πολεμάει το σκοτάδι και ζητάει tο φως, ενώ ο έρωτας συντηρείται από το μυστήριο και καταρρέει μόλις αρχίσεις να τον εξετάζεις σχολαστικά. Κι εγώ σιχαίνομαι να γίνομαι ο δήμιος του έρωτα.»   

Δέκα αληθινές ιστορίες ψυχοθεραπείας από την κλινική εμπειρία του Ίρβιν Γιάλομ. Δέκα ανθρώπινες σχέσεις – δέκα θεραπευτικές περιπέτειες. Σ’ αυτή τη σπάνια περιγραφή του αφοσιωμένου θεραπευτή την ώρα της δουλειάς του, ένας δάσκαλος της ψυχιατρικής έρχεται ανοιχτά αντιμέτωπος όχι μόνο με τα δικά του συναισθήματα και σφάλματα αλλά και με την αβεβαιότητα που υπάρχει στην καρδιά της θεραπευτικής σχέσης. Ο Γιάλομ στρέφει εδώ τον προβολέα τόσο στους ασθενείς όσο και στον εαυτό του. Περιγράφει και μελετά τη διαδικασία της εξερεύνησης, τη διαδικασία της συμμετοχής μέσα στην ψυχοθεραπεία και για τα δύο μέρη. Μοιράζεται μαζί μας τις χαρές και τις επιτυχίες του, αλλά και – ακόμα πιο συναρπαστικό – τις αγωνίες του, τους περιορισμούς και τις αποτυχίες του στην κοινή του πορεία προς την αναζήτηση της αλήθειας και της ίασης με τον καθέναν από τους δέκα πρωταγωνιστές των ιστοριών του. Οι σαγηνευτικές αυτές ιστορίες προχωρούν πέρα απ’ την ψυχοθεραπεία και μιλούν για την ανθρώπινη μοίρα μ’ όλη της τη σπαρακτική παραδοξότητα. Και σ’ αυτές ο Ίρβιν Γιάλομ επιτυγχάνει ένα πάθος κι ένα χιούμορ αντάξιο του ίδιου του Τσέχοφ.

Ο Δήμιος του Έρωτα, ο ίδιος ο θεραπευτής, είναι ο ενδέκατος θεραπευόμενος σ’ αυτές τις δέκα ψυχοθεραπευτικές ιστορίες.

Ο Δήμιος του Έρωτα πρωτοδημοσιεύτηκε το 1990 και είναι το πρώτο βιβλίο του Ίρβιν Γιάλομ όπου ο διάσημος ψυχοθεραπευτής, μετά τα παγκοσμίως γνωστά επιστημονικά του βιβλία, επιχειρεί να αφηγηθεί λογοτεχνικά ιστορίες ψυχοθεραπείας. Παραμένει μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς στο λογοτεχνικό του έργο.

«Ο Ίρβιν Γιάλομ γράφει σαν άγγελος για τους δαίμονες που μας πολιορκούν. Αυτές οι υπέροχα δουλεμένες αληθινές ιστορίες προχωρούν πολύ πιο πέρα απ’ την ψυχοθεραπεία. Είναι διεισδυτικά και συγκινητικά παραμύθια ζωής από έναν σοφό ψυχοθερπαυετή.» ROLLO MAY

«Ο Δήμιος του έρωτα  είναι ένα από εκείνα τα σπάνια βιβλία που υπαινίσσονται όχι μόνο το μυστήριο αλλά και την ποίηση της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας. Οι καλύτεροι θεραπευτές είναι, εν μέρει τουλάχιστον, ποιητές. Μ’ αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο του ο Ίρβιν Γιάλομ ανήκει πλέον σ΄aυτή την κατηγορία». ERICA YONG        

ΚΡΙΤΙΚΗ

Ο Έρωτας και ο Θάνατος παίζουν διαχρονικά το παιχνίδι της διελκυστίνδας και οι άνθρωποι προσπαθούν να παραμείνουν όρθιοι να αντέξουν και να καταλάβουν. Ο Irvin Yalom μας συστήνει δέκα ιστορίες διαφορετικών ανθρώπων και μας ξεναγεί στους προβληματισμούς και τις αγωνίες τους. Ως ένας άλλος «παλαιοντολόγος» κάνει «εξορύξεις» αντλώντας στοιχεία και απαντήσεις και συλλέγει πολύτιμες πληροφορίες, προκειμένου να βοηθήσει τους θεραπευόμενους του να βρουν το θάρρος να αγγίξουν τις δυσλειτουργίες τους και να τις κανονικοποιήσουν.

Η ταπείνωση των θεραπευόμενων και η αυτολύπηση τους προκαλεί αισθήματα ικανοποίησης και αναγνωστικής σαδιστικής εκτόνωσης στους αναγνώστες με αποτέλεσμα να διαβάζουν τις ιστορίες με ευχαρίστηση. Ο Irvin Yalom ως ένας άλλος επιθεωρητής Κλουζώ καταφέρνει να πλαισιώσει τα προβλήματα τους και ως ένα βαθμό να επιλύσει τα αινίγματα της ζωής τους. Το γεγονός ότι πρόκειται για δέκα αυτοτελείς ιστορίες δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να διαβάζει το κάθε περιστατικό χωριστά χωρίς να κουράζεται.

Δεδομένου ότι το συγκεκριμένο βιβλίο απαρτίζεται από δέκα ιστορίες και σύμφωνα με το οπισθόφυλλο του βιβλίου υπάρχει και μια κρυμμένη ενδέκατη ιστορία που είναι η αφήγηση και η εμπειρία του συγγραφέα μπορούμε να εξάγουμε το συμπέρασμα ότι ουσιαστικά οι ιστορίες του βιβλίου είναι δώδεκα. Εξάλλου δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι στον αριθμό δώδεκα διαχρονικά  έχουν οι άνθρωποι προσδώσει μαγικές και υπερφυσικές ιδιότητες. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε εξάλλου ότι από τα αρχαία χρόνια οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν στην ύπαρξη δώδεκα θεών και εν συνεχεία με την εγκαθίδρυση της χριστιανικής πίστης δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι οι Απόστολοι ήταν δώδεκα.  Ωστόσο,  θα αναρωτηθείτε τώρα ποια είναι η δωδέκατη ιστορία; Η δωδέκατη ιστορία είναι το προϊόν του πλάσματος της υποκειμενικής φαντασίας που διαδραματίζεται στο κεφάλι του κάθε αναγνώστη σύμφωνα με τις εμπειρίες και τα βιώματα του.

          Εν κατακλείδι ο Δήμιος του Έρωτα είναι ένα βιβλίο που θα ενθουσιάσει τους φοιτητές των τμημάτων ψυχολογίας και τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας και θα μυήσει τους αδαείς στο αποκαλυπτικό μυστήριο της ψυχοθεραπείας. Αν ωστόσο, δεν ανήκεις στο κοινό που συγκινείται από την «ποίηση» της ψυχοθεραπείας τότε το λογοτεχνικό κείμενο δεν έχει κάποια ιδιαίτερη ή μοναδική αξία που να προσελκύσει το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού αλλά το περιεχόμενο των λόγων και της οπτικής και της ερμηνείας της εκάστοτε περίπτωσης που επεξεργάζεται ο Irvin Yalom μπορεί να βοηθήσει και να λειτουργήσει λυτρωτικά  σε αντίστοιχες και ανάλογες  περιπτώσεις με αποτέλεσμα  το βιβλίο αυτό να μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα αληθινό εγχειρίδιο αυτοβοήθειας και προσωπικής ανάπτυξης.

Ο Χαλαζίας περιηγήθηκε «Στον κήπο του Επίκουρου. Αφήνοντας πίσω τον Τρόμο του Θανάτου» του Irvin Yalom

 

Ένα επιστημονικό εγχειρίδιο συμπυκνωμένης γνώσης και ενσταλαγμένης σοφίας προορισμένο να συνεισφέρει με το υλικό του στο πεδίο της υπαρξιακής ψυχοθεραπείας και να γκρεμίσει τα τείχη κάθε κλειστοφοβικής προσέγγισης που αποπροσανατολίζει τα υποκείμενα και τα οδηγεί στην ανηδονία βίωσης της ζωής τους και στην υπεκφυγή ανάληψης πάσας ευθύνης για το μεγάλο δρασκελισμό προς την ατομική ελευθερία τους και την αυτοπραγμάτωση τους. Ένα βιβλίο που μας υπενθυμίζει ότι ο θάνατος δεν θα πρέπει να νοηματοδοτείται ως ένας απειλητικός εμμονικός εφιάλτης της ζωής που ελλοχεύει κάθε στιγμή να την αφαιρέσει αλλά ως μια κατάσταση όπου όλα τα πλάσματα της φύσης ως πεπερασμένα όντα είναι μοιραίο να τα αγγίξει η φθορά του χρόνου και η αποσύνθεση. Ένα βιβλίο που διαπραγματεύεται τον θάνατο αλλά περισσεύει από ζωή. Μια πραγματεία που αποτείνεται αφενός σε εκκολαπτόμενους θεραπευτές και επαγγελματίες ψυχικής υγείας, οι οποίοι υποστηρίζουν θεραπευόμενους που αντιμετωπίζουν άγχος θανάτου και αφετέρου σε ένα αναγνωστικό κοινό, το οποίο ενδιαφέρεται για βιβλία αυτοβελτίωσης.

Περίληψη από το Οπισθόφυλλο

Από τον Συγγραφέα των βιβλίων Όταν έκλαψε ο Νίτσε, Στο ντιβάνι, Ο δήμιος του έρωτα, Το δώρο της ψυχοθεραπείας, Η θεραπεία του Σοπενάουερ, Η μάνα και το νόημα της ζωής έρχεται τώρα ένα ξεχωριστό βιβλίο που αντικρίζει καταπρόσωπο τη μεγαλύτερη δυσκολία με την οποία ερχόμαστε όλοι αντιμέτωποι: το πώς να ξεπεράσουμε τον παραλυτικό τρόμο μας για τον θάνατο.

Γραμμένο με τον μοναδικό τρόπο του Ίρβιν Γιάλομ, το βιβλίο Στον κήπο του Επίκουρου συμπυκνώνει το έργο και την προσωπική εμπειρία μιας ολόκληρης ζωής σε μια βαθύτατα ενθαρρυντική προσέγγιση στο οικουμενικό ζήτημα της θνητότητας. Ο Γιάλομ δείχνει ότι στον πυρήνα του άγχους μας βρίσκεται συχνά ο φόβος του θανάτου. Στη συνειδητοποίηση αυτή οδηγεί πολλές φορές μια «αφυπνιστική εμπειρία» – ένα όνειρο, μια αρρώστια, μια τραυματική εμπειρία ή το γεγονός ότι γερνάμε.

Ανάμεσα σε συγκινητικές προσωπικές ιστορίες ανθρώπων που πασχίζουν να νικήσουν τον τρόμο του θανάτου εντάσσεται ένα κεφάλαιο βαθύτατων αυτοβιογραφικών εξομολογήσεων του Γιάλομ. Με το βιβλίο αυτό ο μεγάλος ψυχοθεραπευτής μας προτείνει διάφορες μεθόδους, με τις οποίες μπορούμε να διαχειριστούμε τον τρόμο, και τελικά καταφάσκει στη ζωή. Και το σημαντικότερο, ο Γιάλομ μας ενθαρρύνει να αγωνιζόμαστε για έναν πιο άμεσο σύνδεσμο με τους άλλους ανθρώπους.  Η συμπονετική επαφή, σε συνδυασμό με τη σοφία των μεγάλων διανοητών που πάλεψαν κι οι ίδιοι με το ζήτημα της θνητότητας, μας βοηθάει να ξεπεράσουμε τον τρόμο μας για τον θάνατο, να ζήσουμε μια ζωή πιο χαρούμενη και ουσιαστική και να αναλάβουμε τα αναγκαία ρίσκα για να πραγματώσουμε τον εαυτό μας. Πρόκειται για το πιο πρόσφατο βιβλίο του Ίρβιν Γιάλομ. Πρωτοκυκλοφόρησε στην Αμερική τον Ιανουάριο του 2008.

Κριτική

Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο.
Καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο.
Το φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.

Με αυτά τα λόγια ο Νίκος Καζαντζάκης περιέγραφε το σπιράλ της ζωής απαλλάσσοντας την ανθρώπινη ύπαρξη από το άγχος και τον τρόμο του θανάτου. Η φιλοσοφία και η προσέγγιση του συμπίπτει με τα αξιώματα και τις θέσεις της υπαρξιακής ψυχοθεραπείας όπως διατυπώνονται και αναλύονται και στο παρόν διαπραγματευόμενο βιβλίο από τον Irvin Yalom.  Ας μην ξεχνάμε εξάλλου ότι ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου είναι  “staring at the sun” αλλά με την σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα στην ελληνική του έκδοση επιλέχθηκε μια προηγούμενη εκδοχή του τίτλου του βιβλίου ως στον Κήπο του Επίκουρου.  

Μαρτυρίες θεραπευομένων περιγράφονται από τον Yalom μαζί με στοχασμούς και σημειώσεις του που χαρτογραφούν τον τρόμο και την αδυναμία πολλών ανθρώπων να ξεπεράσουν την συνθήκη αυτή και παραμένουν ακινητοποιημένοι και καταφανώς αδύναμοι να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της ζωής τους αφού σε κάθε βήμα τους βιώνουν τον ακροφοβικό ίλιγγο από την άβυσσο του θανάτου.    

Εν κατακλείδι, στον Κήπο του Επίκουρου μπορείς να αγγίξεις εσώτερους στοχασμούς και βουβούς διαλόγους. Θα αναψηλαφίσεις τις κρυφές φοβίες σου και θα συλλάβεις καλύτερα τους αναβλύζοντες προβληματισμούς σου που δυσκολεύεσαι να μοιραστείς με τους γύρω σου και να τους συλλάβεις. Ένα βιβλίο που δεν ενθουσιάζει το κοινό του για την γλώσσα ή το ύφος του συγγραφέα όσο για τις ιδέες που επικοινωνεί. Με το βιβλίο αυτό ο Irvin Yalom πετάει σανίδες σωτηρίας σε ένα πέλαγος απόγνωσης που πλημμυρίζει τους πάντες στις μέρες μας. Εξάλλου δεν είναι τυχαίο ότι οι επιδημιολογικοί δείκτες στα ψυχικά νοσήματα καλπάζουν ραγδαία τα τελευταία χρόνια και ειδικά μετά τον υποχρεωτικό εγκλεισμό των ανθρώπων και των μέτρων  κοινωνικής αποστασιοποίησης λόγω της πανδημίας η χρήση αντικαταλθιπτικών φαρμάκων έχει σημειώσει σημαντική αύξηση.  Αν πιστεύετε στη μεταθανάτια ζωή και στην αιωνιότητα της ψυχής αξίζει να το διαβάσετε γιατί μέσα από την συντριβή των επιχειρημάτων σας  και την υπαρξιακή συμφιλίωση με τον θάνατο θα μπορέσετε να αναγνωρίσετε και να απολαύσετε την αξία και  τις χαρές της ζωής.

Ο Χαλαζίας καταπιάνεται με «τα Πλάσματα μιας Μέρας και άλλες Ιστορίες Ψυχοθεραπείας» του Irvin Yalom

Μια «θεραπευτική σχέση» οφείλει να διαφυλάσσεται και να προστατεύεται από τα μέρη που την απαρτίζουν και τα πρόσωπα που την συνθέτουν. Οι θεραπευτές  προορίζονται μέσω της ψυχοθεραπευτικής σχέσης που σφυρηλατούν να είναι σε θέση να μεταβολίσουν τις εμπιστευτικές εξομολογήσεις και τις προσωπικές εμπειρίες  των «ετοιμοθάνατων εφημερόπτερων» και των «ψυχικά πληγωθέντων zombies» σε μια χαρτογραφημένη γνώση του εαυτού και της προσωπικότητας του εκάστοτε υποκειμένου. Ωστόσο, ένα εμπορικό εκδοτικό εγχείρημα και ένα  ψυχαγωγικό λογοτεχνικό ανάγνωσμα δεν θα ήταν σωστό από ηθικής πλευράς να αποτελέσει προζύμι για την επεξεργασία του  ακόμη και έπειτα από την συγκατάθεση και την συναίνεση του θεραπευόμενου. Εν προκειμένω η συγκεκριμένη υιοθέτηση αυτής της πρακτική  τείνει να δημιουργεί αρκετά ερωτηματικά στους υποψιασμένους εραστές της φιλαναγνωσίας για το ήθος και τα βαθύτερα κίνητρα του καθηγητή Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Στάνφορντ των ΗΠΑ για την ενασχόληση του με το συγκεκριμένο αντικείμενο. Οι αναγνώστες μεταμορφώνονται σε φιλοπερίεργους διαρρήκτες, οι οποίοι εκπαιδεύονται στη βίαιη εισβολή στη σφαίρα της ιδιωτικότητας των υποκειμένων κάνοντας εκούσια χρησικτησία σε απόρρητες εμπιστευτικές πληροφορίες. Ακόμη και αν ο συγγραφέας έχει επεξεργαστεί τα περιστατικά σε τέτοιο βαθμό, ώστε να διασφαλίζεται η ανωνυμία τους στο πίσω μέρος των σκέψεων του εκάστοτε αναγνώστη ελλοχεύει ο κίνδυνος ότι ο συγγραφέας μπορεί στην πραγματικότητα να φορά τον μανδύα του μηχανορράφου που μηχανεύεται την οικονομική εκμετάλλευση μέσω της εξόρυξης των πιο βαθύτερα προσωπικών κι ανεκτίμητων θησαυρών του εκάστοτε θεραπευόμενου για τον προσωπικό πλουτισμό του μέσω μιας εναλλακτικής πλέον οδού που δεν είναι άλλη από την συγγραφική παραγωγή. Ο εθισμός των αναγνωστών στο να  ψηλαφούν τα τραύματα και τις πληγές άγνωστων υποκειμένων, προκειμένου να είναι σε θέση να ταυτιστούν μαζί τους και να κινητοποιήσουν τον μηχανισμό της προβολής των δικών τους βιωμάτων και ανησυχιών και αγωνιών πάνω στους χαρακτήρες της δεδομένης συλλογής διηγημάτων ενδεχομένως να αντίκειται στο πνεύμα του Αμερικανικού Κώδικα Δεοντολογίας Ψυχολόγων.     

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Είμαστε όλοι πλάσματα μιας μέρας. Με τα λόγια αυτά ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος υπενθύμιζε στον εαυτό του το εφήμερο της ζωής. Από αυτόν αντλεί ο  84χρονος Ίρβιν Γιάλομ τον τίτλο του νέου του βιβλίου με ψυχοθεραπευτικές ιστορίες και μας προσκαλεί να ζήσουμε μαζί του τον αγώνα, τον πόνο και τη μαγεία της ζωής και της ψυχοθεραπείας. Η σοφία του ηλικιωμένου ψυχοθεραπευτή είναι φανερή στην αμεσότητα με την οποία προσεγγίζει τον άνθρωπο που έρχεται στο γραφείο του, στα καίρια σχόλια του και στην άνεση του να μοιραστεί τις προσωπικές του αγωνίες, αν κάτι τέτοιο μπορεί να βοηθήσει τον θεραπευόμενο. Καθώς κλείνει ο κύκλος της ζωής του, η δεκτικότητα του Γιάλομ αυξάνεται. Με ταπεινότητα και ειλικρίνεια ομολογεί ότι εξακολουθεί να εκπλήσσεται, να μαθαίνει από τους θεραπευόμενους και να θαυμάζει τη δυνατότητα τους να αξιοποιούν με τον δικό τους μοναδικό τρόπο τα ιαματικά συστατικά της ψυχοθεραπευτικής συνάντησης.

Σ’ αυτές τις σελίδες θα συναντήσουμε μια νοσοκόμα, θυμωμένη και παραδομένη στη δυστυχία, χωρίς διέξοδο, η οποία έχασε τον γιο της μέσα στον κόσμο των ναρκωτικών και του εγκλήματος, και που όμως πρέπει να παρηγορεί τους προνομιούχους ασθενείς της στον δικό τους πόνο. Έναν επιτυχημένο επιχειρηματία ο οποίος στον απόηχο μιας αυτοκτονίας νιώθει απελπισμένος μπροστά στα χάσματα και στα μυστικά που μολύνουν κάθε σχέση. Μια νεόκοπη ψυχοθεραπεύτρια που η σπουδή της πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση διαβρώνει τις αναμνήσεις της για μια χαμένη φιλία. Και έναν άνδρα του οποίου η άρνηση για τη φιλοσοφία αναγκάζει ακόμα και τον Γιάλομ να αμφιβάλλει για την εμπιστοσύνη του σε αυτή. Οι άνθρωποι ετούτοι και οι ιστορίες τους θα μείνουν για πολύ καιρό ακόμη στο μυαλό μας αφότου διαβάσουμε και την τελευταία σελίδα του βιβλίου του.

Όπως ο Δήμιος του έρωτα και τα άλλα γραπτά του, τα Πλάσματα μιας μέρας μας χαρίζουν μια διεισδυτική, συμπονετική και ταυτόχρονα θαρραλέα ματιά στην ανθρώπινη ψυχή, με τον πόνο, τη σύγχυση και την ελπίδα που τη συνέχουν.

Ο Γιάλομ προσφέρει μ’ αυτό το βιβλίο το απόσταγμα της σκέψης και της εμπειρίας του, με χιούμορ, μαεστρία και βαθιά ανθρωπιά. 

Κριτική

          Μια συλλογή δέκα διηγημάτων με απώτερο σκοπό να δώσουν μια εκλαϊκευμένη προοπτική στις προσεγγίσεις και τα εργαλεία της υπαρξιακής ψυχοθεραπείας. Άνθρωποι στο χείλος της ζωής εξομολογούνται τις κρυφές ανησυχίες τους και τις ενδότερες αγωνίες τους ξεδιπλώνοντας το μίτο για την καρδιά των θεμάτων που αντιμετωπίζουν που δεν είναι άλλο από τη διαχείριση του θανάτου. Καταδικασμένοι μελλοθάνατοι χωρίς δικαίωμα χάρης συνωστίζονται στο σαλονάκι του Irvin Yalom και «σκοτώνουν» τις ώρες τους μέχρι να καταλήξουν να συμφιλιωθούν και να συνειδητοποιήσουν ότι μέσα από  την απειλητική παρουσία του θανάτου η ζωή μοιάζει να γίνεται περισσότερο εκκωφαντική. Χωρίς τον θάνατο εν όψει η ζωή θα έμοιαζε με ένα μοτίβο αναβολών ταπετσαρισμένο με μια ρουτίνα ανέσεων στιγματισμένων από την καταθλιπτική καθημερινότητα.

          Ο Irvin Yalom, έναν διακεκριμένος παρασιτικός επαγγελματίας, αφουγκράζεται τις ψυχές των πελατών του και προσπαθεί να δώσει λύσεις στρέφοντας το βλέμμα τους σε μια άλλη οπτική παρατήρησης. Μια οντολογική και υπαρξιακή περιπλάνηση είναι δυνατή να καταστεί ένα ασφαλές μονοπάτι για τους θεραπευόμενους, προκειμένου να τιθασεύσουν ως ένα βαθμό τις αγχώδεις διαταραχές από τις οποίες υποφέρουν και να επανακτήσουν τον έλεγχο της ζωής τους. Αποδυναμωμένοι από τις αγωνίες που τους κατατρύχουν καταφέρνουν να σταθούν ξανά στα πόδια τους και να νιώσουν συμπονετικά για τον εαυτό τους και τους γύρω τους.

          Εν κατακλείδι, τα «Πλάσματα μιας Μέρας και άλλες Ιστορίες Ψυχοθεραπείας» είναι ένα βιβλίο αυτοβελτίωσης – αυτοβοήθειας ικανό να συνεισφέρει και να βοηθήσει τους αναγνώστες στην ανασύνταξη των δυνάμεων τους και στην αναθεώρηση της οπτικής τους για την ζωή και τον θανάτο. Μια ολιστική προσέγγιση στην οποία ο θάνατος και η ζωή απομυθοποιούνται με αποτέλεσμα οι θρύλοι που τους συνοδεύουν και τους περιβάλλουν να ξεγυμνώνονται και να καταλήγει γυμνή η μόνη αλήθεια.

Τα φιλαναγνωστικά σκυλιά του Χαλαζία ουρλιάζουν και αλυχτάνε λυσσασμένα μπροστά στο «Μοτέλ Μορένα» του Αλέξη Σταμάτη

Μυστηριακές τελετές εμποτισμένες με γνήσια παγανιστικά στοιχεία αναδύονται στοιχειωμένες με το μπόλι  του αισθησιασμού και της ελευθερομιξίας πάνω σε έναν ξεχασμένο τόπο όπου κυριαρχεί η   απαλλαγή από τα ταμπού και η απενοχοποίηση από κάθε ντροπή για την ερωτική απόλαυση. Ταυτοχρόνως ανθρωποθυσίες και θυσίες ζώων φαντάζουν στα μάτια των πρωταγωνιστών και των αναγνωστών σαν ένα μικρό θεατρικό δρώμενο που τα όρια μεταξύ σκηνοθεσίας και αληθινής σκηνικής δράσης παραμένουν δυσδιάκριτα. Ιθαγενείς «ανώμαλοι» συναλλάσσονται με πνευματώδεις δραματουργικούς τουρίστες και ένα αληθινό δράμα σκάει και στήνεται σαν πυροτέχνημα  ικανό να φουσκώσει τα διψασμένα μυαλά κάθε πεινασμένου για περιπέτεια Κοινωνικού Ανθρωπολόγου.  

«Παρείσακτοι απολίτιστοι» διδάσκουν βιωματικά και δραματουργούν  αριστοτεχνικά τον έρωτα και τον θάνατο. «Πολιτισμένοι ανόητοι» από την άλλη με καλλιτεχνικές παρωπίδες γεμάτοι αμετροέπεια και αλαζονεία σνομπάρουν το «αλλόκοτο»  και απαξιώνουν το «ακατάληπτο».

«Κουλτούρα» και «Πολιτισμός» παραμένουν οι κεφαλαιώδεις έννοιες που τίθενται σε αποσύνθεση και σε εκ νέου διαπραγμάτευση.

Περίληψη από το Οπισθόφυλλο

Ένας πενταμελής θίασος με επικεφαλής τους πρωταγωνιστές Ρομάν, σκηνοθέτη – συγγραφέα, και τη σύντροφο του Θίντα, πρώην σταρ του σινεμά, φτάνει στον τελευταίο σταθμό της περιοδείας του, σ’ ένα παράξενο νησί με ψηλούς βράχους αλλά και οργιώδη βλάστηση.  Όσα ακολουθούν στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο αλλόκοτα από το απόκοσμο έργο που ο θίασος θα ανεβάσει μπροστά σε ένα εντελώς ιδιόρρυθμό κοινό. Δυνάμεις υπόγειες, αρχέγονες αλλά και διαχρονικές αρχίζουν να εμφανίζονται για να αμφισβητήσουν κάθε ορθολογισμό.

Το Μοτέλ Μορένα αφηγείται την άλλη πλευρά του πολιτισμού που πολλοί νομίζουν ότι χάθηκε, αλλά τα ίχνη του είναι ορατά σε κάθε συμπεριφορά της ανθρώπινης φύσης. Είναι μια ιστορία όπου η Τέχνη συγκρούεται με το μυστήριο που τη γέννησε.

Κριτική

            Αν και το  «Μοτέλ Μορένα»  είναι το πρώτο βιβλίο του Αλέξη Σταμάτη που διαβάσαμε και μολονότι το βιογραφικό Σημείωμα του συγγραφέα είναι αρκετά υποσχόμενο , ωστόσο οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι δεν ενθουσιαστήκαμε με την προσπάθεια του αυτή σε ιδιαίτερο βαθμό. Αν και περιβάλλει την αφήγηση του με έναν αινιγματικό μανδύα με ταπετσαρία ένα ομιχλώδες τοπίο, ωστόσο διακατέχεται ολόκληρη η ιστορία του από υπερβολή. Μια αφήγηση με μπαλώματα από στίχους τραγουδιών μουσικών συγκροτημάτων και συμπληρώματα από αποσπάσματα βιβλίων και θεατρικών έργων που αποπροσανατολίζουν τον αναγνώστη και δημιουργούν μια ναυτία από τους συχνούς παραλληλισμούς, τις πυκνές αναλογίες και τους βαθύτερους συμβολισμούς που  επιδιώκει να ενσωματώσει στο βασικό κορμό της αφήγησης του. Ένα κομφούζιο αλλοφροσύνης εισβάλλει στον λογοτεχνικό χώρο που αγγίζει τα όρια του υπερρεαλισμού και της ακαταληψίας και προκαλεί αναγνωστικό Πανικό ( ενδεχομένως ο συγγραφέας είναι επηρεασμένος από τον Θεό Πάνα εκτός από τις διονυσιακές μυσταγωγίες και από το συναίσθημα που θέλει να σκορπίσει στα εγκεφαλικά κύτταρα κάθε αναγνώστη) . Ακόμη και οι τίτλοι των κεφαλαίων μοιάζουν να έχουν μια εσωτερική αλληγορία, την οποία ο αναγνώστης δεν είναι εύκολο να την συλλάβει.

Κυρίαρχο θέμα του βιβλίου είναι η κουλτούρα, το πολιτισμικό κεφάλαιο και η  ετερότητα. Όχημα της εξέλιξης του βιβλίου είναι η Τέχνη του Θεάτρου. Ωστόσο, το βαθύτερο νόημα θεωρούμε ότι είναι η ατέρμονη σύγκρουση μεταξύ του Έρωτα και του Θανάτου.      

            Ένα μυθιστόρημα που θυμίζει σε κάποιες περιγραφές του Αλέξη Σταμάτη ορισμένες σεκάνς σκοτεινής μυσταγωγίας της ταινίας «Μάτια Ερμητικά Κλειστά» του Στάνλευ Κιούμπρικ και  λειτουργεί συνειρμικά και συνδετικά και ως αντανακλαστική ανάμνηση και dejavu των αρχαίων  ελληνικών μυστηρίων.  

            Το εξώφυλλο του βιβλίου είναι εμβληματικό. Σχετίζεται με την εξέλιξη της αφήγησης αφενός και αφετέρου φλερτάρει με τα προχριστιανικά και παγανιστικά σύμβολα. Ενδεχομένως η μάσκα αυτή που απεικονίζεται στο εξώφυλλο να σχετίζεται και με τον σκοταδισμό, τον Μεσαίωνα και τις εξευτελιστικές ποινές που υποβάλλονταν οι παραβάτες από την Ιερά Εξέταση στη Δυτική Ευρώπη φορώντας αντίστοιχες ατιμωτικές μάσκες στο κεφάλι τους και περιφερόμενοι στις πόλεις δέχονταν ύβρεις και προπηλακισμούς, προκειμένου να   «πληγωθεί» η δημόσια εικόνα τους και να περάσουν στην σφαίρα της ανυποληψίας.

Εν κατακλείδι, το Μοτέλ Μορένα είναι ένα βιβλίο που του έχουν χρεώσει ότι κινείται στα σύνορα και φλερτάρει με την ιδέα του ντανταϊσμού. Ο αναγνώστης θα δυσκολευτεί να ταυτιστεί με τους ιδιόρρυθμους χαρακτήρες του βιβλίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και τα ονόματα τους δεν είναι ελληνικά και ενδεχομένως να σχετίζεται αυτή η επιλογή με την πρόθεση του συγγραφέα να μεταφραστεί το συγκεκριμένο βιβλίο και σε άλλες γλώσσες και να απευθύνεται και σε ένα πιο διευρυμένο αναγνωστικό κοινό. Για τον λόγο αυτό ο Αλέξης Σταμάτης να ήθελε να επιλέξει ονόματα, τα οποία είναι ικανά να «κουμπώσουν» καλύτερα σε έναν αναγνώστη που δεν είναι αποκλειστικά η χώρα προέλευσης του η Ελλάδα. Το «Μοτέλ Μορένα» φαντάζει ως ένα θεατρικό κείμενο ή μια εκδοχή ενός αιρετικού κινηματογραφικού έργου του οποίου ο δημιουργός έχει ήδη φανταστεί την μουσική επένδυση, τους κρυφούς υπαινιγμούς και τα υπόρρητα μηνύματα μέσω προκλητικών αποσπασμάτων εμβόλιμων θρησκευτικών κειμένων και καλλιτεχνικών έργων, το οποίο παραμονεύει ανά πάσα στιγμή για να προκαλέσει και να σοκάρει αλλά εντέλει παραμένει ανολοκλήρωτο. Το «Μοτέλ Μορένα» είναι ένα έργο που ενδεχομένως να μην αρκείται ο αναγνώστης στη μια και μοναδική ανάγνωση για να το συλλάβει στην ολότητα του αλλά να απαιτείται να δώσει ο ίδιος ο αναγνώστης χρόνο στον εαυτό του και στο βιβλίο, προκειμένου να μπορέσει μελλοντικά να το επαναδιαπραγματευτεί και να το εξετάσει εκ νέου σε δεύτερο χρόνο.          

Ο Χαλαζίας συστήνεται  με το  Χόμπιτ του J.R.R. Tolkien

Πριν αρκετά χρόνια ένας οικογενειακός φίλος από το εξωτερικό επισκέπτεται την Αθήνα και μου χαρίζει ένα βιβλίο. Αμέσως το ξεφυλλίζω, παίρνω  βαθιά ανάσα, μυρίζω τις σελίδες του και πέφτω στο κρεβάτι μου, το αγκαλιάζω νοερά και  ψηλαφίζω τον κόσμο που κρύβεται μέσα του  . Έπειτα από λίγα λεπτά παρατηρώντας το προσεκτικότερα συνειδητοποιώ ότι η γραμματοσειρά είναι μικρή, η έκταση του διάστιχου περιορισμένη και το βιβλίο σχετικά πυκνογραμμένο ενώ φαντάζει ταυτόχρονα στα μάτια μου  ότι το σχήμα και η μορφή του μοιάζει πλέον με τουβλάκι  για κάθε στριφνά εμμονικό αρρωστούλη  βιβλιοθηκονόμο. Ωστόσο εξερευνώντας το διαπίστωσα ότι υπήρχαν μέσα του κρυμμένοι χάρτες. Το βιβλίο αυτό το εναπόθεσα σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης μου και για χρόνια ακούμπαγα τις σχολικές αγωνίες μου κοιτάζοντας την ράχη του επίμονα προσμένοντας απαντήσεις σε καθημερινές και υπαρξιακές αναζητήσεις . Ο τίτλος του βιβλίου δεν είναι αυτός που φαντάζεσαι. Ήταν «Η συντροφιά του δαχτυλιδιού» από «τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών». Κάποια χρόνια αργότερα όταν συντελέστηκε και η επική κινηματογραφική διασκευή του έργου, το βιβλίο αυτό συνάντησε το βλέμμα μου και μου έγνεψε. Και έτσι κάπου στα χαομένα φοιτητικά μου χρόνια το έπιασα από το ράφι και μέθυσα ρουφώντας το  – ευτυχώς πριν το δω στο λευκό πανί.

Παρατηρώντας η τότε κοπέλα μου ότι το βαρόμετρο του αναγνωστικού ενθουσιασμού μου για την συγκεκριμένη σειρά έχει ξεκινήσει να μαρσάρει και να βαράει κόκκινο μου κάνει δώρο στα αγγλικά το επόμενο βιβλίο της σειράς “the two towers”, το οποίο και ξεκίνησα ως ένα εφαλτήριο προκειμένου  να βελτιώσω ταυτόχρονα και τα αγγλικά μου. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου δηλαδή.  Το κατάφερα μέχρι την μέση αλλά λόγω αδυναμίας μου να το καταλάβω και να το κατακτήσω στην όλη του σύλληψη,  το παράτησα. Προφανώς και έπαιξε ρόλο μάλλον ότι το διάβασα στα αγγλικά και όχι σε κάποια ελληνική μετάφραση . Μήνες αργότερα το συνάντησα παρατημένο στην βιβλιοθήκη μου με την ράχη του να με  καρφώνει στα μάτια υποτιμητικά κάθε φορά που κοιτάζω προς το μέρος του.

Μια μέρα που άραζα στο σπίτι της τότε φίλης μου πέφτει το βλέμμα μου στη βιβλιοθήκη της  στο βιβλίο Χόμπιτ του J.R.R. Tolkien. Τότε η φίλη μου ενθουσιασμένη ξεκινά να μου περιγράφει την ιστορία και να μου αναφέρει ότι αποτελεί το προοίμιο της τριλογίας του Άρχοντα των  Δαχτυλιδιών. Την κοιτάω σαν χάνος και ακούω το κεφάλι μου να μιλάει και να λέει στο θώλο του κρανίου μου ότι κάτι προφανώς έχει χάσει αφού το πρώτο βιβλίο της σειράς του Άρχοντα των Δακτυλιδιών είναι αναμφίβολα «Η συντροφιά του δαχτυλιδιού». Αδιανόητο εξάλλου για μένα να αφεθώ και να νιώσω της παραδοχή μιας έκπτωσης στην λαβωμένη αυτοεκτίμηση μου.   

Είκοσι χρόνια μετά χαζεύω στο ράφι της βιβλιοθήκης της γυναίκας μου και ανακαλύπτω ότι αράζει ακουμπισμένη η ράχη του ίδιου τίτλου  βιβλίου. Το ανοίγω και διαβάζω την πρώτη του σελίδα. Μια χειρόγραφη εφηβική αφιέρωση απευθυνόμενη σε εκείνη από κάποιον έφηβο συμμαθητή της. Κλικ. Ο κύκλος έπρεπε να κλείσει. Το πιάνω και ξεκινώ σιγά σιγά να το διαβάζω και να στοίβω τις κούπες της φαντασίας μας. Δράκοι, ξωτικά, νάνοι, μάγοι, τελώνια, λύκοι. Πλέον όμως η ενήλικη ψυχή μου υποψιασμένη και δύσπιστη δεν παραμυθιάζεται εύκολα. Η παιδική αθωότητα σκοτώθηκε σε τροχαίο σε μια διαδρομή χρόνιας αναβλητικότητας και το Χόμπιτ καρφώνει το σταυρό της την μέρα αναγνώρισης και συνειδητοποίησης της μέρας που κόπηκε το νήμα με την ζωή της.  Όλα τα πλάσματα των παραμυθιών και της ευρηματικής φαντασίας που άνθιζαν στον ενδότοπο μου αυτοπυρπολούνταν με την γέννηση τους.        

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Ο Μπίλμπο Μπάγκινς είναι ένα χόμπιτ που απολαμβάνει μια άνετη, χωρίς ιδιαίτερες φιλοδοξίες ζωή. Σπάνια απομακρύνεται από την αποθήκη ή το κελάρι του. Η ηρεμία του διακόπτεται όταν μια μέρα στο κατώφλι του εμφανίζεται ο μάγος Γκάνταλφ και μια παρέα νάνων για να τον παρασύρουν σε μια περιπέτεια. Το σχέδιο τους είναι ν’ αρπάξουν το θησαυρό που φυλάει ένας τεράστιος, πολύ επικίνδυνος Δράκος. Ο Μπίλμπο στην αρχή δεν είναι

Εκπλήσσει όμως τους πάντες, ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό, όταν αποκαλύπτεται πόσο πολυμήχανος είναι, και πόσο φοβερές ιδέες και ικανότητες έχει σαν διαρρήκτης!   

Κριτική

Ο Αντώνης Σαμαράκης θεσμοθετώντας την Βουλή των Εφήβων είχε τιτλοφορήσει το όλο εγχείρημα με το μότο «Φαντασία στην Εξουσία». Αν η Πολιτεία διέθετε φαντασία θα απαγόρευε την συνταγογράφηση φαρμάκων από τους ψυχιάτρους και θα ενθάρρυνε την συνταγογράφηση βιβλίων. Ενδεχομένως ασθενείς που υπέφεραν από χρόνια κατάθλιψη και ένιωθαν την φαντασία τους νεκρωμένη, τα πλάσματα του μυαλού τους αποκαμωμένα και τις κοινωνικές τους δεξιότητες παροπλισμένες, το Χόμπιτ θα μπορούσε να αποτελέσει ένα συστατικό μιας αναγνωστικής φόρμουλας που θα βοηθήσει τον ασθενή να διασχίσει έναν στενό διάδρομο ερεθισμάτων ικανών να διεγείρουν με φυσικό τρόπο τους κοιμισμένους νευροδιαβιβαστές του εγκεφάλου και να συνδέσουν ευχάριστες αναμνήσεις με αποθησαυρισμένες βιωματικές εμπειρίες φιλανανωσίας.

Δεδομένου ότι το Χόμπιτ διαβάστηκε αφού ήδη είχα γνωρίσει τους βασικούς χαρακτήρες του βιβλίου από τα επόμενα έργα του συγγραφέα δεν θα μπορούσα να είμαι αντικειμενικός και αμερόληπτος σε σχέση με το αποτύπωμα που άφησαν στο μυαλό μου μέσα από το συγκεκριμένο βιβλίο αφού ήταν ήδη πλασμένα όντα στο κεφάλι μου όχι μόνο λόγω των βιβλίων αλλά και λόγω του sequel των σχετικών ταινιών που γυρίστηκαν. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι το βιβλίο αυτό μου φάνηκε περισσότερο «παιδικό» σε σχέση με την «Συντροφιά του Δαχτυλιδιού» και ίσως αυτό να σχετίζεται με την έντονη νατουραλιστική προσέγγιση που διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο και την παντελή απουσία των ανθρώπων στις πρωταγωνιστικές θέσεις.

Οφείλω να ομολογήσω ότι οι προσδοκίες μου για το βιβλίο αυτό ήταν ανώτερες σε σχέση με αυτό που εντέλει διάβασα. Ενδεχομένως να οφείλεται στην ηλικία που το διάβασα και εξάλλου ποιος είμαι εγώ που θα αποκαθηλώσει τον J.R.R. Tolkien από την αξία του έργου του. Δεδομένου κιόλας ότι το βιβλίο αυτό εκδόθηκε προπολεμικά αποδεικνύεται ότι είναι ένα διαχρονικό βιβλίο, το οποίο είναι πλέον στα όρια να διασχίσει τα σύνορα της κλασικής λογοτεχνίας.

Το Χόμπιτ είναι ένα βιβλίο που συστήνεται στους λάτρεις της βουκολικής φυσιολατρικής λογοτεχνίας με υψηλό το αίσθημα της ευθύνης σε ζητήματα προϊστορικά και νατουραλιστικά, οι οποίοι ενδεχομένως επιδεικνύουν και ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε ζητήματα παλαιοντολογίας. Η μαγεία εξακολουθεί να διατρέχει την ιστορία και να την καθυποτάσσει κάθε φορά που η λογική τάξη του κόσμου φαίνεται να επιβάλλει τους δικούς της κανόνες και νόρμες.   

Ο Χαλαζίας αφυπνίζεται με «το Έβδομο Κοράκι» του Peter Dickinson

ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΕΤΑΙ ΌΤΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΓΊΝΕΙ ΚΑΜΙΑ ΝΥΞΗ, ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ PETER DICKINSON ΜΕ ΤΟ ΟΜΩΝΥΜΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ GRIMM Ή ΜΕ ΤΟ ΟΜΟΤΙΤΛΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟΥ DAVID ELLIOTT, ΕΦΟΣΟΝ ΓΙΑ ΤΑ ΔΥΟ ΑΥΤΑ ΕΡΓΑ ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΕ ΘΕΣΗ ΝΑ ΕΚΦΕΡΟΥΜΕ – ΑΚΟΜΗ -ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΑΣ ΘΕΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΨΗ.


Θεμελιωτής των συγκρουσιακών θεωριών στην επιστήμη της Κοινωνιολογίας και βασικός εισηγητής του ιστορικού και του διαλεκτικού υλισμού, ο Karl Marx, ανέφερε ότι η βία είναι η μαμή της ιστορίας.  Αν ο συλλογισμός αυτός είναι ορθός τότε ποιος είναι ο ρόλος της τρομοκρατίας στην χάραξη και τον ρου της ιστορίας; Θα μπορούσε ο Peter Dickinson να λειτουργήσει σαν την κολυμβήθρα του Σιλωάμ προκειμένου  το αναγνωστικό κοινό να συμφιλιωθεί με την ριζοσπαστικοποίηση και τον εξτρεμισμό;

Αν από την άλλη το  Κοινωνικό Συμβόλαιο του Roussau λειτουργεί ως ένα εξευγενισμένο αναισθητικό στη συλλογική συνείδηση του πλήθους, προκειμένου να επιτευχθεί μαζική συμφιλίωση με την κοινωνική αδικία, λαϊκή εμπέδωση των κοινωνικών ανισοτήτων και βουβή αναπαραγωγή της παγκόσμιας κοινωνικής διαστρωμάτωσης, μήπως τότε η αθέτηση και προσβολή της άτυπης και σιωπηλής αυτής προφορικής συμφωνίας είναι η μόνη διέξοδος για την ανατροπή της κυρίαρχης ιδεολογίας; Μήπως το «έβδομο κοράκι» είναι το κουδουνάκι που αφυπνίζει τις νυσταγμένες δυτικές συνειδήσεις, προκειμένου η κοινωνία και η πολιτεία να επαναδιαπραγματευτεί τις αδιαπραγμάτευτες αρχές της και να αναψηλαφίσει τα αταλάντευτα όρια της;   

Ένας από τους βασικούς συντελεστές των θεωριών της εξάρτησης στις αναπτυξιακές σπουδές, ο Immanuel Wallerstein,  κατατάσσει και ταξινομεί τις χώρες στο παγκόσμιο κοσμοσύστημα σε πυρήνες και περιφέρειες και αντιστοίχως σε μητροπόλεις και δορυφόρους. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια ομαδοποίηση κατ’ αναλογία με τη διάκριση των χωρών σε ανεπτυγμένες και υποανάπτυκτες και σε Πρώτο και Τρίτο Κόσμο. Αν η παγκόσμια κοινωνική   διαστρωμάτωση των χωρών εδράζεται σε επιστημονικές θεωρίες που ενέχουν εγκυρότητα, τότε ο Peter Dickinson μέσα από το καθηλωτικό του αυτό μυθιστόρημα φουλάρει τα μυαλά των αναγνωστών με  εκρηκτικά, προκειμένου το ωστικό κύμα της σκέψης τους να γίνει δράση και να μεταμορφώσει τον κόσμο έτσι ώστε να αποκτήσει μια νέα ομοιόσταση.

Αν ενδιαφέρεσαι οι καταναλωτικές σου συνήθειες και πρακτικές να συμμορφώνονται με τις ηθικές επιταγές του δίκαιου εμπορίου και να εναρμονίζονται με τις αξίες – όχι του ελάχιστου κόστους – αλλά του εξοβελισμού των πρακτικών της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο και της ελεύθερης ανάπτυξης και έκφρασης της προσωπικότητας του , τότε «το έβδομο κοράκι» θα αποτελέσει μια πρόταση, που θα χορτάσει την πεινασμένη σου ανάγκη για έναν πιο δίκαιο κόσμο.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

«Τον πυροβόλησαν!»

Η Ντολλ Τζάκομπς, μόλις 17 χρονών, γεμάτη ζωντάνια, παρακολουθεί τους ηθοποιούς που μπαίνουν όλοι μαζί στην παλιά εκκλησία. Τα φώτα είναι αναμμένα, η ορχήστρα κουρδίζει τα όργανα… Η ένταση προσπάθειας τριών μηνών έχει φτάσει στο αποκορύφωμα της. Και τότε η Ντολλ ακούει ένα θόρυβο που μοιάζει με εξάτμιση αυτοκινήτου. Ένα λεπτό αργότερα τα τελευταία παιδιά του θιάσου που βρίσκονται ακόμη έξω από την εκκλησία μπαίνουν μέσα σαν κυνηγημένα. Με τρομαγμένες φωνές φέρνουν τα φοβερά νέα: «Τον πυροβόλησαν!»… και η όπερα τούτης της χρονιάς γίνεται ένα άλλου είδους θέατρο!…        

Το «Έβδομο Κοράκι» είναι ένα σύγχρονο μυθιστόρημα που θίγει το πρόβλημα της παγκόσμιας τρομοκρατίας με τρόπο γνήσια ανθρώπινο.

Κριτική

            Το πολιτικό μυθιστόρημα συνιστά ένα είδος, το οποίο διαπραγματεύεται  συγκεκριμένες θεματικές υποχρεώνοντας το αναγνωστικό κοινό να ψηλαφεί μόνο  περιορισμένες όψεις της κοινωνικής πραγματικότητας. Ο Peter Dickinson  μέσα από «το έβδομο κοράκι» ασκεί ένα είδος ιδιάζουσας αυτοκριτικής για την νεοαποικιοκρατική παράδοση που συντηρείται από τις ΗΠΑ με σκοπό την οικονομική υποδούλωση και την πολιτική χειραγώγηση των διορισμένων τοπικών κυβερνήσεων, των οποίων ο ρόλος τους και των προσώπων που τις ενσαρκώνουν τείνει να είναι τοποτηρητικός.

          Αξίζει να σημειωθεί ότι η μετάφραση στα ελληνικά του συγκεκριμένου βιβλίου έχει μεγάλη αξία δεδομένου ότι ο κοινωνιολόγος Νίκος Μουζέλης που διδάσκει στο περίφημο London School of Economics έχει γράψει μια μελέτη σύμφωνα με την οποία η αναπτυξιακή τροχιά των Βαλκανίων συμπίπτει και ταυτίζεται με την αντίστοιχη της Λατινικής Αμερικής. Εξάλλου δεν θα πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι ο εκτροχιασμός της Δημοκρατίας τόσο στην Ελλάδα όσο και σε χώρες της Λατινικής Αμερικής έλαβε χώρα σε κοντινές χρονικές περιόδους.

Ο Peter Dickinson κάνει αναφορά στις παράνομες παρακολουθήσεις και συνακροάσεις τηλεφώνων που γίνονται σε αυταρχικά καθεστώτα της Λατινικής Αμερικής συρρικνώνοντας τις δημοκρατικές ελευθερίες και μολονότι το βιβλίο αυτό εκδόθηκε το 1981, η ταύτιση του με την πολιτική ειδησεογραφία και την ελληνική επικαιρότητα είναι τόσο απόλυτη  που φαντάζει το βιβλίο αυτό εξωφρενικά επίκαιρο. Εξάλλου ας μην ξεχνάμε στην Ελλάδα για τις τηλεφωνικές υποκλοπές το σκάνδαλο Τόμπρα και Μαυρίκη, τις τηλεφωνικές παγιδεύσεις και παρακολουθήσεις του  Γρυλλάκη και μετέπειτα την σκηνοθετημένη αυτοκτονία του πρώην στελέχους της VODAFONE, Κώστα Τσαλικίδη, η οποία φαίνεται να συνδεόταν με το σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών των μελών της εκτελεστικής εξουσίας του ελληνικού κράτους.

Οι πρώτες σελίδες του βιβλίου κυλάνε με βασανιστική βραδύτητα και στα μάτια του αναγνώστη φαντάζει η υπόθεση να εξελίσσεται αργά προσδίδοντας μια  ανιαρή επίγευση στον αναγνωστικούς κάλυκες δεδομένου ότι ο συγγραφέας μας συστήνει την αφηγήτρια και τα πρόσωπα που συστήνουν την ομάδα της όπερας  κάνοντας τη  δράση να μοιάζει σαν να μην υπάρχει σε πρώτο πλάνο. Εν συνεχεία όταν πραγματοποιείται η κατάληψη της εκκλησίας του Αγίου Ανδρέα του Κένσιγκτον από τους τρομοκράτες, τότε το βιβλίο αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον. Αξίζει να σημειωθεί ότι με αφορμή το βιβλίο μπήκαμε σε μια διαδικασία να αναζητήσουμε περαιτέρω πληροφορίες για τις εκκαθαρίσεις στη Μόσχα, τη δίκη της Νυρεμβέργης και τη δίκη του Άιχμαν και να καταφύγουμε σε περισυλλογή και αναστοχασμό για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα. Ο Dickinson  χρησιμοποιεί στο βιβλίο αυτό και την τεχνική της εγκιβωτισμένης αφήγησης εφόσον μέσα από την εκτύλιξη της υπόθεσης της βίαιης κατάληψης της εκκλησίας από τους τρομοκράτες γίνεται αναφορά και στο έργο που θα ανεβάσουν τα παιδιά της όπερας, του οποίου η υπόθεση είναι σε άμεση συσχέτιση με τα όσα διαδραματίζονται και θέλει να θίξει ο συγγραφέας.  Τέλος, όσον αφορά τα αρνητικά σημεία αξίζει να σημειωθεί ότι παρατηρήσαμε κάποια σφάλματα όσον αφορά την επιμέλεια κειμένου του βιβλίου.   

Εν κατακλείδι, «το έβδομο γεράκι» είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί από αναγνώστες κυρίως του Δυτικού Κόσμου, προκειμένου να συνειδητοποιήσουν και οι ίδιοι οι πολίτες πως η ιμπεριαλιστική πολιτική των χωρών τους χρηματοδοτείται και ενισχύεται από τα δικά τους πορτοφόλια και από τις προσωπικές τους επιλογές. Οι οικονομικές και πολιτικές ελίτ στρατολογούν του πολίτες τους να συμμετάσχουν εν αγνοία τους σε πολέμους και συγκρούσεις που λαμβάνουν σε καθημερινή βάση χώρα σε διάφορα μέρη της υφηλίου αδιαφορώντας για εργατικά δικαιώματα και κοινωνικές κατακτήσεις με απώτερο στόχο την μεγιστοποίηση του οφέλους τους. Δεν θα πρέπει να λησμονούμε το γεγονός ότι το βιβλίο αυτό 41 χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του είναι περισσότερο επίκαιρο από ποτέ. Αντί να διαβάσετε τις πολιτικές αναλύσεις της ειδησεογραφίας των εφημερίδων της Κυριακής, προτιμήστε να διαβάσετε προσεχτικά «το Έβδομο Κοράκι» και θα διαμορφώσετε μια πιο ολοκληρωμένη αντίληψη και εικόνα για τα τεκταινόμενα στην ελληνική και παγκόσμια πολιτική σκακιέρα. Δυστυχώς οι πολιτικές εξελίξεις  επιβεβαιώνουν τα προϊόντα της σκοτεινής μυθιστοριογραφίας επισφραγίζοντας  μέσα από το έργο του ο Peter Dickinson την χυδαία και βουβή συμμετοχή μας σε σοβαρά πολιτικά  και αξιόποινα θεσμικά εγκλήματα.

Ο Χαλαζίας διερωτάται για “το Φάντασμα των Canterville” του Oscar Wilde

Αν ενδιαφέρεσαι να διαβείς το μονοπάτι της κλασικής σκοτεινής λογοτεχνίας συντροφιά με έναν από τους βασικούς εκφραστές της αγγλικής γλώσσας και φιλολογίας, τότε ο Oscar Wilde, μέσα από το συγκεκριμένο βιβλίο δίνει στον αναγνώστη ένα δείγμα της εργογραφίας του, προκειμένου να το διασχίσει κανείς με έναν ανεπίληπτο – από το ευρύ κοινό – αναγνωστικό χάρτη διαχρονικής αξίας. Μολονότι πρεσβεύουμε την φιλαναγνωσία και πιστεύουμε στην θετική συνεισφορά των βιβλίων στην κοινωνική πρόοδο, δεν διαθέτουμε δυστυχώς τις αναγκαίες και απαραίτητες γνώσεις πίσω από την θεωρία, την αισθητική και την κοινωνιολογία της λογοτεχνίας, έτσι ώστε να μπορούμε να αρθρώσουμε έναν επαρκώς και επιστημονικά τεκμηριωμένο από φιλολογική άποψη λόγο γύρω από το έργο του Oscar Wilde.  Ωστόσο, θα επιδιώξουμε να  αποτυπώσουμε την προσωπική μας άποψη αποκηρύσσοντας οποιαδήποτε σκέψη αυτολογοκρισίας και απόπειρα ευθυγράμμισης με την κυρίαρχη αντίληψη για την απήχηση και επίδραση του έργου του στο αναγνωστικό  κοινό.  Τέλος, αν αναρωτιέσαι γιατί ο Χαλαζίας διερωτάται για «το Φάντασμα των Canterville», τότε σωστά ενδεχομένως συμπεραίνεις ότι το άρωμα του βιβλίου του Oscar Wilde δεν κατάφερε να ερεθίσει τις νευρικές απολήξεις των οσφρητικών μηνυμάτων του εγκεφάλου του, αν και η προσωπική και μοναδική εμπειρία της ανάγνωσης αυτού του βιβλίου δεν είναι ικανή συνθήκη για να αμφισβητηθεί η αξία και το έργο του κλασικού αυτού βρετανού συγγραφέα.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

…Για μια στιγμή το φάντασμα των Canterville στάθηκε εντελώς ασάλευτο από την πολύ φυσική του κατάσταση. Έπειτα πετώντας απότομα το μπουκάλι στο καλογυαλισμένο πάτωμα εξαφανίστηκε τρέχοντας στο διάδρομο, βγάζοντας υπόκωφα βογκητά και εκπέμποντας ένα φρικιαστικό πράσινο φως. Ακριβώς τη στιγμή, ωστόσο, που έφτανε στην κορφή της μεγάλης σκάλας, μια πόρτα άνοιξε απότομα, δυό μικρές μορφές με άσπρες νυχτικιές έκαναν την εμφάνιση τους κι ένα μεγάλο μαξιλάρι πέρασε δίπλα από το κεφάλι του! Ήταν εμφανές ότι δεν είχε καιρό για χάσιμο, υιοθέτησε λοιπόν βιαστικά την Τέταρτη Διάσταση του Χώρου σαν τρόπο διαφυγής και εξαφανίστηκε μέσα από τη μπουαζερί και το σπίτι βυθίστηκε πάλι στη σιωπή.

Φτάνοντας σ’ ένα μικρό μυστικό δωμάτιο στην αριστερή πτέρυγα, έγειρε πάνω σε μια φεγγαραχτίδα για να ξαναβρεί την ανάσα του και άρχισε να προσπαθεί να καταλάβει τη θέση του. Ποτέ, σε μια λαμπρή και αδιάκοπη καριέρα τριακοσίων ετών, δεν είχε υποστεί τέτοια χοντρή προσβολή… 

Κριτική

  Μια συλλογή διηγημάτων του Oscar Wilde  από τις εκδόσεις Γράμματα με χρονολογία έκδοσης στην Ελλάδα το 1982 και ημερομηνία έκδοσης του πρωτοτύπου το 1887, το οποίο αποτελείται από τις ιστορίες:

  • «Το Φάντασμα των Canterville. Ένα Υλο-Ιδεαλιστικό Ρομάντσο»
  • Το Έγκλημα του Λόρδου Άρθουρ Σαβίλ. Μια Μελέτη του Καθήκοντος»
  • «Ο Εκατομμυριούχος Υπόδειγμα. Μια Έκφραση Θαυμασμού» και το
  •  «Σφίγγα δίχως Μυστικό. Ένα Σκίτσο»

Όλα τα διηγήματα διαδραματίζονται στην Αγγλία και αντανακλούν τους  αριστοκρατικούς τρόπους, με τους οποίους είναι διανθισμένη η αποικιοκρατική παράδοση της  Μεγάλης Βρετανίας.  Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι τα διηγήματα αυτά χαρακτηρίζονται και από έναν υπολανθάνοντα σαρκασμό με έντονα τα στοιχεία της ειρωνείας καθώς επίσης και από ένα ιδιότυπο black humour.  Σε πολλές περιπτώσεις θα μπορούσε να διατυπωθεί η άποψη ότι πρόκειται για διηγήματα με έντονα τα κωμικά τους στοιχεία, τα οποία προσωπικά θεωρώ ότι σήμερα θεωρούνται παρωχημένα και ξεπερασμένα από την εποχή τους, επειδή η συντριπτική βάση των αναγνωστικών μαζών είναι εξοικειωμένη με τον κινηματογράφο και πολλοί αναγνώστες έχουν παρακολουθήσει ταινίες με θεματική την μαγεία με αποτέλεσμα να είναι τα φαντάσματα ως πλάσματα εξ’ορισμού απομυθοποιημένα και οι αναγνώστες πλέον υποψιασμένοι.  

Ο λόγος είναι αρκετά άμεσος χωρίς να παρουσιάζει υπερβολές και να είναι εμπλουτισμένος  με σύνθετα γλωσσικά σχήματα. Από την άλλη ο  Oscar Wilde αποφεύγει να γίνει υπερφίαλος και φλύαρος ενώ η ίδια η έκταση των διηγημάτων του αποδεικνύει ότι σέβεται τον χρόνο των αναγνωστών του. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα δύο πρώτα διηγήματα της συλλογής κατέχουν και την μεγαλύτερη έκταση σελίδων του βιβλίου ενώ τα δύο τελευταία μοιάζουν να είναι  περισσότερο συμπυκνωμένα.

Εν κατακλείδι,  «το Φάντασμα των Canterville» είναι μια συλλογή διηγημάτων, η οποία δυστυχώς δεν θεωρώ ότι είναι αξιομνημόνευτο το υλικό της. Είτε ενδεχομένως στο πρωτότυπο κείμενο να είναι πιο ζωηρός ο λόγος που δεν κατάφερε ίσως η μετάφραση αυτή στα Ελληνικά με επιτυχία να αποδώσει, είτε από την άλλη το χάσμα που υπάρχει μεταξύ του αγγλοσαξωνικού και του μεσογειακού χιούμορ να μην επιτρέπει στον αναγνώστη να αντιληφθεί και να κατανοήσει τις ιστορίες, των οποίων η υπόθεση εδράζεται στις παραδόσεις της Μεγάλης Βρετανίας. Μια ενδεδειγμένη πρόταση  ωστόσο μπορεί να αποτελέσει το βιβλίο αυτό σε περίπτωση που θέλετε να αφαιμάξετε τον ελεύθερο χρόνο σας και δεν έχετε άλλη επιλογή από το να διαβάσετε τις ιστορίες αυτές του  Oscar Wilde. Διαβάστε το απλά ως ένα κανάλι απόδρασης από την πραγματικότητα χωρίς όμως ιδιαίτερες απαιτήσεις.  

Ο Χαλαζίας «παρακολούθησε» το «Νοσφεράτου» του Joe Hill

Ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα τρόμου από τον δεύτερο γιο του Stephen και της Tabitha King, το οποίο καταφέρνει αφενός να εντυπωσιάσει με την αναλυτική αφηγηματική οξυδέρκεια του Joe Hill και αφετέρου να «τρυπήσει» τον σκληρό φλοιό της υπνωτισμένης φαντασίας των αναγνωστών  και να διανοίξει ένα πέρασμα, προκειμένου να φωτίσει τον πυρήνα της θεωρίας, των μεθόδων και των τεχνικών για τους μυστικούς ενδοτόπους των χαρακτήρων του. Ένα βιβλιοδετημένο στοιχειό  – βάλσαμο για το αναγνωστικό κοινό – προορισμένο να επεκτείνει ενδεχομένως χρονικά τον κύκλο ζωής μιας εδραιωμένης  ψυχοθεραπευτικής σχέσης ή και να επισπεύσει την οικοδόμηση μιας νέας αντίστοιχης  προσέγγισης στο ενδεχόμενο απουσίας της,  συνεισφέροντας αρκετό υλικό για να χτίσει ο αναγνώστης  άγρια όνειρα και ανυπόφορους εφιάλτες και να αρρωστήσει επιμελώς τις νοσηρά υγιείς γωνιές του νου του. Η αμερικανική κουλτούρα διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο στο σύνολο του με αποτέλεσμα το ευρωπαϊκό κοινό να μην αντιλαμβάνεται με απόλυτη επάρκεια τους τίτλους των κεφαλαίων – δεδομένου ότι τα ονόματα τους είναι σε άμεση συσχέτιση με μέρη και  Πολιτείες των ΗΠΑ –  και η εσωτερική συνοχή του έργου να αντιμετωπίζεται  σαν μια ατελείωτη μάχη τιθάσευσης μιας απεγνωσμένης  απόπειρας συγγραφικής καθυπόταξης. Ένα  έργο, το οποίο προβλήθηκε στην μικρή οθόνη  ως τηλεοπτική σειρά από το AMC και πλέον ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την πρωτότυπη ιστορία και ως audiobook δωρεάν στο youtube.   

 

 

Περίληψη από το Οπισθόφυλλο

Ο Τσαρλς Μανξ έχει μια παλιά Ρολς – Ρόις, με μια παράξενη πινακίδα που γράφει NOS4A2. Μ’ αυτήν πηγαίνει βόλτα τα παιδάκια σ’ ένα παραμυθένιο μέρος, τον Χριστουγεννότοπο. Κι εκεί, στη χώρα της διεστραμμένης φαντασίας του, οι αθώοι επισκέπτες του μεταλλάσσονται σε πλάσματα τρομακτικά σαν τον ίδιο…

Η Βικτόρια Μακουίν έχει το χάρισμα να βρίσκει πράγματα: Ένα χαμένο μπρασελέ, μια φωτογραφία… Συμβαίνει όποτε περνάει με το ποδήλατο της την παλιά γέφυρα στο δάσος. Δεν το ‘χει πει σε κανέναν – καλά καλά δεν ξέρει ούτε κι εκείνη πως γίνεται.

Κι έρχεται η μέρα που η Βικ βρίσκει στο δρόμο της τον Τσάρλι…

Έχουν περάσει χρόνια από τότε. Το μοναδικό παιδί που γλίτωσε ποτέ από τον Τσάρλι είναι τώρα μια νέα γυναίκα που δε θέλει να θυμάται την περιπέτεια της.  Αλλά ο Τσάρλι δεν έχει ξεχάσει. Και για να εκδικηθεί, θ’ αρπάξει από τη Βικ αυτό που μετρά περισσότερο στη ζωή της. Κάτι που δεν μπορεί να αντικαταστήσει με τίποτα.

Η μάχη αρχίζει. Και η Βικ ξέρει πως δεν έχει επιλογή: ή θα αφανίσει τον Τσάρλι ή θα χαθεί η ίδια προσπαθώντας να σώσει ό,τι αγαπά…

Ο Τζο Χιλ υπογράφει ένα σκοτεινό και εφιαλτικό μυθιστόρημα που τον καθιερώνει οριστικά ως έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς τρόμου της γενιάς του.      

Κριτική

          Μια ιστορία, στην οποία κεντρικό ρόλο διαδραματίζει η διαμεσολάβηση  μιας παράλληλης, υπερβατικής και ταυτοχρόνως υπαρκτής πραγματικότητας, η οποία εδράζεται στον προσωπικό ενδότοπο των υποκειμένων. Ενδότοποι, οι οποίοι διαφαίνεται ότι μπορούν κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις να λειτουργήσουν και ως συγκοινωνούντα δοχεία και τα υποκείμενα να αλληλεπιδράσουν στο εσωτερικό αυτής της νοερής υπερβατικής σφαίρας. Το πέρασμα στον ενδότοπο αυτό των υποκειμένων  γίνεται μέσα από την χρήση κάποιου μοναδικού αντικειμένου από τους χαρακτήρες του βιβλίου που διαθέτουν το ξεχωριστό αυτό  χάρισμα. Αναλυτικότερα, η Βικτόρια Μακουίν μέσα από την ανάβαση του πρώτου της ποδηλάτου που της χάρισε ο πατέρας της καθώς επίσης αργότερα και μέσω μιας ανασκευασμένης από την ίδια μοτοσικλέτας Τράιαμφ μπορεί να διασχίσει την «Γέφυρα του Συντομότερου Περάσματος» και να εντοπίσει διάφορα χαμένα αντικείμενα ή πρόσωπα. Ο Τσάρλι Μάνξ χρησιμοποιεί μια παλιά Ρολς Ρόυς, μέσα από την χρήση της οποίας απομυζά τον πόνο από τα παιδιά και αντλεί χαρά, ικανοποίηση και νιότη στεγνώνοντας τα παιδιά από δυσάρεστα συναισθήματα και ναρκώνοντας τα υποσχόμενος να καταλήξουν και να μείνουν για πάντα εγκλωβισμένα σε έναν Χριστουγεννότοπο, όπου η θλίψη και η λύπη έχουν εξοστρακιστεί και είναι κάθε μέρα Χριστούγεννα. Αντιστοίχως, η  φίλη της Βικ, η Μάγκυ χρησιμοποιεί το επιτραπέζιο παιχνίδι scrabble αξιοποιώντας τα γράμματα του για να αντλεί απαντήσεις και να μαθαίνει πληροφορίες για την ίδια και τους άλλους κατοικώντας η ίδια στο εσωτερικό μιας δανειστικής βιβλιοθήκης.

          Ο Joe Hill διακρίνεται για την αποτελεσματική χρήση του γραπτού λόγου, προκειμένου να πλάσει εικόνες στο κεφάλι του αναγνώστη και να  προσδώσει την συναισθηματική φόρτιση στα σημεία που θέλει να τονίσει. Μολονότι, η θεματική που διαμορφώνεται στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι αρκετά πολύπτυχη και ενδιαφέρουσα και καταφαίνεται η ευρηματικότητα και το δημιουργικό πνεύμα της λογοτεχνικής φαντασίας που διαθέτει ο συγγραφέας , αξίζει να σημειώσουμε ότι ορισμένες φορές η έκβαση της υπόθεσης καταλήγει να γίνεται κουραστική αποκτώντας στοιχεία παρωδίας. Η δράση εξελίσσεται πιο αργά από ότι θα περιμέναμε και ο Τσάρλι Μανξ θυμίζει δυστυχώς ορισμένες φορές τον Δρακουμέλ από το Στρουμφοχωριό.

          Συνοπτικά, το Νοσφεράτου προκαλεί ρίγη αγωνίας και τρόμου στον αναγνώστη αν και είναι σε σημαντικό βαθμό πυκνογραμμένο και φλύαρο που καταλήγει να γίνεται κουραστικό. Οι χαρακτήρες είναι καλοδουλεμένοι και καλογραμμένοι  αν και το τέλος της ιστορίας μου φάνηκε ασύμμετρο σε σχέση με την ένταση και την έκταση της αφήγησης. Όσοι ανήκετε στα νυχτόβια πλάσματα και οι σχέσεις σας με τον Μορφέα έχουν διαρραγεί ανεπανόρθωτα, τότε το Νοσφεράτου θα είναι μια όμορφα επώδυνη αναγνωστική συντροφιά.        

Ο Χαλαζίας ανέκρινε την «Κατηγορούμενη» των Nicci French

Κλειστοφοβία στον κύβο. Οι Nicci French μετά την ψυχική κακοποίηση που χάρισαν με το αζημίωτο στο αναγνωστικό τους κοινό μέσα από το βιβλίο «Επιστροφή από το Σκοτάδι», το οποίο  διαβάζεται ηδονιστικά και με απέχθεια και αφού σφυροκόπησαν το νευρικό σύστημα των αναγνωστών τους με το «Ρέκβιεμ του Σαββάτου» και την «Όγδοη Μέρα» με την  ξεχασμένη από τον εκδότη υποχρέωση ο αναγνώστης να οφείλει να υπογράφει πριν την αγορά του βιβλίου ότι είναι ενημερωμένος και αναλαμβάνει ο ίδιος προσωπικά τις όποιες συνέπειες και την ευθύνη για οποιαδήποτε ψυχική ή ψυχολογική ζημιά ή βλάβη ενδεχομένως μπορεί να προξενήσει η βιωματική εμπειρία του βιβλίου αυτού στη διατάραξη της ψυχικής του ισορροπίας, το αχτύπητο συγγραφικό – και όχι μόνο – ζευγάρι ξαναχτυπά και αμολά στην αγορά το καινούργιο πεινασμένο σκυλί τους, την «Κατηγορούμενη», προορισμένη να καταβροχθίσει τα πλέον μαλακά και ευαίσθητα κομμάτια του εαυτού σας με τον μανδύα της ψυχαγωγίας και με τελικό προορισμό την διασκέδαση των αναγνωστών με όποιο κόστος και την επίτευξη από μέρους τους μιας ακόμη εμπορικής επιτυχίας. Αν υποφέρεις από αιφνιδιαστικές κρίσεις πανικού και αγχώδεις διαταραχές, τότε στην κρίση σου είναι να μην επιλέξεις να διαβάσεις αυτό το βιβλίο. Σε αντίθετη περίπτωση αν άκουγες Placebo σίγουρα θα θυμηθείς την συμβουλή του Brian Molko: “Babe, don’t forget to take your meds”.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Είναι αθώα ή μήπως όχι; Όλα είναι υπό αμφισβήτηση…
Πρέπει να βρει την αλήθεια μόνη της… Η Τάμπιθα δεν είναι δολοφόνος.

Ένα πτώμα ανακαλύπτεται στο Όουκχαμ της Αγγλίας και η Τάμπιθα διαπιστώνει με τρόμο ότι θεωρείται ένοχη. Πρέπει να έχει γίνει λάθος. Μόλις πρόσφατα επέστρεψε στο μέρος όπου μεγάλωσε και δεν έχει προλάβει ακόμα να γνωριστεί ξανά με τους γείτονές της. Πώς είναι δυνατόν να είναι ύποπτη για φόνο; Το ξέρει πως δεν είναι.

Καθώς η Τάμπιθα μπλέκει στα γρανάζια του συστήματος, ολόκληρη η ζωή της μπαίνει κάτω από το μικροσκόπιο – το ιστορικό κατάθλιψης και η φαρμακευτική της αγωγή, η απόφασή της να γυρίσει στο χωριό που υποτίθεται πως μισούσε και η σχέση της με το θύμα, τον πρώην καθηγητή της, στο παρελθόν. Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι ότι η ανάμνηση εκείνης της ημέρας είναι εντελώς θολή.
Πιστεύει πως δεν είναι.
Από την απομόνωση της φυλακής, η Τάμπιθα αναλύει κάθε στοιχείο, κάθε μαρτυρία που μπορεί να φτάσει στα χέρια της, προσπαθώντας να τα αντιστοιχίσει με τις δικές της εκδοχές των γεγονότων. Καθώς όμως σκοτεινές, από καιρό θαμμένες, αναμνήσεις από την παιδική της ηλικία έρχονται στο φως, αρχίζει να αμφισβητεί τον ίδιο της τον εαυτό. Όλοι είναι πεπεισμένοι πως είναι δολοφόνος. Θα πρέπει να τους διαψεύσει.

Αν όμως λέει ψέματα στον εαυτό της;

Κριτική

            Ένα βιβλίο χωρισμένο σε τρεις ενότητες. Ο αναγνώστης είναι προετοιμασμένος να διαβάσει για μια ηρωίδα, η οποία προφανώς, δεδομένου όλων των κεντρικών ηρώων που επιλέγουν να πλάσουν η Nicci Gerard και ο Sean French, θα λειτουργεί και θα κινείται ανορθόδοξα. Ο ευρωπαίος αναγνώστης έρχεται και σε μια επαφή με το αγγλοσαξωνικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης, το οποίο παρουσιάζει τις ομοιότητες και τις συγγένειες που εμφανίζονται στην πλειοψηφία των κινηματογραφικών δικαστικών θρίλερ.

          Ένα χωριό, το Όουκχαμ της Αγγλίας,  βρίσκεται απομονωμένο λόγω έκτακτων καιρικών συνθηκών και της πτώσης ενός δέντρου που έφραξε την πρόσβαση του έξω κόσμου με αυτό. Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι η απομόνωση του φυσικού χώρου λόγω κάποιου απρόοπτου συμβάντος που συνθλίβει την κανονικότητα, μας θύμισε και «την Θεραπεία» του Sebastian Fitzek, όπου ο Βίκτωρ βρίσκεται απομονωμένος στο νησί του λόγω των θυελλωδών ανέμων και την μη δυνατότητα διατήρησης της ακτοπλοϊκής σύνδεσης των ντόπιων με το νησί. Η απομόνωση της Τάμπιθα στο σωφρονιστικό κατάστημα μας έφερε στο νου εικόνες από τις περιγραφές και τις συλλήψεις υπόπτων από το «Κόκκινο Δωμάτιο» για στυγερά εγκλήματα των ιδίων συγγραφέων και αναμνήσεις από τον εγκλεισμό της Χάνα Ντόχερτι σε κλειστή ψυχιατρική δομή στο «Ρέκβιεμ του Σαββάτου» πάλι των ιδίων ή της Αλίσια Μπέρενσον της  «Σιωπηλής Ασθενούς» του Αλέξανδρου Μιχαηλίδη. Το μοτίβο του εγκλεισμού, της απομόνωσης και της σταδιακής άτυπης περιθωριοποίησης των ηρώων εμφανίζεται συχνά στα αστυνομικά μυθιστορήματα. Η έκπληξη, ο αιφνιδιασμός και η επάνοδος για την ηθική αποκατάσταση πρωτίστως των ηρώων αποτελεί ακόμη ένα μοτίβο, το οποίο επαναλαμβάνεται.  

          Εν κατακλείδι, «η Κατηγορούμενη» αν και  επεδίωξε  να μαυρίσει την καρδιά μας με τα συνηθισμένα κόλπα των δημιουργών της, κατάφερε εν μέρει να βοηθήσει τον αναγνώστη να οξύνει την ικανότητα του να παρατηρεί και να προσέχει τις διαφορετικές υποκειμενικές αλήθειες που φέρει  ο καθένας μας όντας μοναδικές ξεχωριστές προσωπικότητες. Ο μύθος της απόλυτης αντικειμενικής πραγματικότητας και της αταλάντευτης αλήθειας κλυδωνίζεται και καταρρέει. Για τον λόγο αυτό θεωρούμε ότι «η Κατηγορούμενη» δεν θα πρέπει να αθωωθεί  αλλά μόνο να …διαβαστεί.   

Ο Χαλαζίας διάβασε τα «Παιδικά Χρόνια του Σαίξπηρ» του J. Roland Evans

Ένα παιδικό μυθιστόρημα με ήρωα τον Σαίξπηρ – και όχι, δεν αναφερόμαστε στον ομόηχο και σατυρικό έλληνα ράπερ, Σέξπυρ –  στα πρώιμα χρόνια της νιότης του. Ένα έργο που προβάλλει την «ποιητική» φύση του γνωστού βρετανού συγγραφέα και καταδεικνύει το γνήσιο ενδιαφέρον του για το θέατρο και την γλώσσα. Μέσα από το διαπραγματευόμενο αυτό βιβλίο με επίκεντρο ένα παιδί με έμφυτο χάρισμα και φυσικό ταλέντο στην χρήση και στον χειρισμό του ποιητικού λόγου και στη κατασκευή  δυνατών συγκινησιακά λεκτικών μηνυμάτων που αγγίζουν  και ενθουσιάζουν τους αριστοκρατικούς – και όχι μόνο – κύκλους της εποχής, εξοικειώνεται το αναγνωστικό κοινό με την μακρά θεατρική παράδοση που διατρέχει το Λονδίνο. Ένα αλλοπαρμένο αγόρι που αδιαφορεί και ασφυκτιά στα περίκλειστα στεγανά που χτίζει και ορθώνει   ο πατέρας του και μαγνητίζεται  από τον καθημερινό κόσμο που βιοπορίζεται, δοκιμάζει και τυχοδιωκτικά επιβιώνει προκειμένου να συλλέξει εμπειρίες, να μάθει ιστορίες και να ψυχαγωγήσει. Στο ενδεχόμενο που ενδιαφέρεστε να διαβάσετε ένα παλαιό και εξαντλημένο βιβλίο  και να έρθετε σε μια πρώτη επαφή με το έργο του Σαίξπηρ, τότε το βιβλίο αυτό του Evans είναι μια καλή αφορμή για να γνωρίσετε τα προϊόντα της καλλιτεχνικής παραγωγής αυτού του αγγλοσάξονα κλασικού θεατρικού συγγραφέα. Ο Σαίξπηρ, ο χαϊδεμένος της μητέρας του έρχεται σε επαφή με πρόσωπα της ανώτερης κοινωνικής πυραμίδας και καταφέρνει μέσα από την ξεχωριστή προσωπικότητα του και τα εγγενή χαρίσματα που διαθέτει να τους μαγεύσει. Ταυτόχρονα μελετά και εντρυφά τους αρχαίους έλληνες κλασικούς συγγραφείς και διαβάζει απολαμβάνοντας το αγαθό της μόρφωσης που του παρέχει η φιλοξενία και η ευμάρεια κοντά στους ευγενείς της εποχής. Η σωματική άσκηση, η όξυνση των νοητικών διεργασιών και λειτουργιών και η επαφή με έργα οικουμενικής καθολικής αποδοχής θωρακίζουν τον Σαίξπηρ και διαμορφώνουν μια ολοκληρωμένη και πολύπλευρη προσωπικότητα προορισμένη να στολίσει το αγγλικό θέατρο και λογοτεχνία.      

            Κριτική

                Ένα βιβλίο εποχής που συντροφεύει τον αναγνώστη στην περιήγηση και στην βιοπάλη που χαρακτηρίζει τα μεσαία και κατώτερα κοινωνικά στρώματα της βρετανικής επαρχίας και στις ελίτ του μητροπολιτικού Λονδίνου.  Μέσα στο βιβλίο περικλείονται αποσπάσματα από τα σημαντικότερα έργα του Σαίξπηρ, αν και οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι η ιστορία μας φάνηκε από αδιάφορη έως ανιαρή και προβλέψιμη όσον αφορά την έκβαση της. Σούπερ ήρωας αναδεικνύεται σε όλες τις περιστάσεις ο Σαίξπηρ και υπογραμμίζεται υπογείως η αξία και το κοινωνικό γόητρο που απορρέει από την ανοδική του κοινωνική κινητικότητα.

            Ως λογοτεχνικό προϊόν το συγκεκριμένο βιβλίο δεν ξεχωρίζει ως προς την πρωτοτυπία του.  Μολονότι ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να έλθει σε μια πρώτη επαφή με  έναν σπουδαίο συγγραφέα, η έκβαση της υπόθεσης του βιβλίου του Evans δεν καταφέρνει να συνεπάρει και να  προκαλέσει ρίγη συγκίνησης στους αναγνώστες. Ενδεχομένως να παίζει ρόλο ότι το βιβλίο αυτό είναι αποσυνδεδεμένο με το σήμερα. Σε μια εποχή που ο θεσμός της βασιλείας στα περισσότερα κράτη του δυτικού κόσμου έχει μια θέση διακοσμητική και η παράδοση συνεχίζεται αποκλειστικά λόγω της σύνδεσης της με το παρελθόν και το συλλογικό υποσεινήδητο, ενδεχομένως από τις συντριπτικές μάζες των αναγνωστών να θεωρείται το βιβλίο αυτό παρωχημένο, απαρχαιωμένο, αναχρονιστικό  και εν μέρει παλιομοδίτικο.  

Βασίλισσες, αριστοκράτες, ευγενείς, βαρόνοι, ακόλουθοι. Μια στρατιά παρασιτικών ομάδων της βρετανικής ελίτ απομυζούσε τα οφέλη της πολιτικής οντότητας της αποικιοκρατικής αυτοκρατορίας εκμεταλλευόμενη τον θεσμό της πειρατείας και εξαργύρωνε οικονομικά τα οφέλη που απολάμβαναν από τις ληστρικές επιδρομές των πειρατών .  Ενδιαφέρον ωστόσο είναι το στοιχείο ότι μέσα από το βιβλίο αυτό μαρτυρείται η μυστική αλληλεξάρτηση και σχέση των θεσμών της βασιλείας και της πειρατείας.

Ένα βιβλίο, στο οποίο εξυμνείται το θάρρος, η τόλμη, η γενναιότητα,  η ευφυΐα, η στοχοπροσήλωση  και η πολυπραγμοσύνη του Σαίξπηρ. Ένας καταπιεσμένος καλλιτέχνης με όνειρα και φιλοδοξίες βρίσκει διέξοδο και απολαμβάνει την προσβασιμότητα στην γνώση, δράττει την ευκαιρία και επισκέπτεται το Λονδίνο, γνωρίζει το θέατρο και μαγεύεται από αυτό επιμένοντας με την πρώτη ευκαιρία να ανέβει στην σκηνή και να του εμπιστευτεί ο θιασάρχης έναν ρόλο.

Εν κατακλείδι, αν ενδιαφέρεσαι να διαβάσεις ένα παιδικό βιβλίο σε άμεση συσχέτιση με το θέατρο και την ποίηση, τότε «τα παιδικά χρόνια του Σαίξπηρ» είναι ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της εποχής που γράφτηκε. Ενδεχομένως σήμερα να μην ενθουσιάζει στον ίδιο βαθμό δεδομένου ότι τα σύγχρονα βιβλία έχουν περισσότερο πλούσιες και ρεαλιστικές  εικονογραφήσεις και ο λόγος είναι περισσότερο ζωηρός  και επίκαιρος με την εποχή.  Ενδεχομένως να μην είναι τυχαίο το γεγονός ότι το βιβλίο αυτό δεν έχει επανεκδοθεί στα ελληνικά γράμματα. Για τους διψασμένους βιβλιοπότες που αποκηρύσσουν σκόπιμα τις νέες εκδόσεις και αρέσκονται να διαβάζουν παλιά βιβλία είναι μια πρόταση χωρίς όμως αυτό να σηματοδοτεί ότι  το κεφάλι θα πρέπει να φουσκώσει με ασύμμετρες αναγνωστικής απόλαυσης προσδοκίες.