Τα φιλαναγνωστικά σκυλιά του Χαλαζία ουρλιάζουν και αλυχτάνε λυσσασμένα μπροστά στο «Μοτέλ Μορένα» του Αλέξη Σταμάτη

Μυστηριακές τελετές εμποτισμένες με γνήσια παγανιστικά στοιχεία αναδύονται στοιχειωμένες με το μπόλι  του αισθησιασμού και της ελευθερομιξίας πάνω σε έναν ξεχασμένο τόπο όπου κυριαρχεί η   απαλλαγή από τα ταμπού και η απενοχοποίηση από κάθε ντροπή για την ερωτική απόλαυση. Ταυτοχρόνως ανθρωποθυσίες και θυσίες ζώων φαντάζουν στα μάτια των πρωταγωνιστών και των αναγνωστών σαν ένα μικρό θεατρικό δρώμενο που τα όρια μεταξύ σκηνοθεσίας και αληθινής σκηνικής δράσης παραμένουν δυσδιάκριτα. Ιθαγενείς «ανώμαλοι» συναλλάσσονται με πνευματώδεις δραματουργικούς τουρίστες και ένα αληθινό δράμα σκάει και στήνεται σαν πυροτέχνημα  ικανό να φουσκώσει τα διψασμένα μυαλά κάθε πεινασμένου για περιπέτεια Κοινωνικού Ανθρωπολόγου.  

«Παρείσακτοι απολίτιστοι» διδάσκουν βιωματικά και δραματουργούν  αριστοτεχνικά τον έρωτα και τον θάνατο. «Πολιτισμένοι ανόητοι» από την άλλη με καλλιτεχνικές παρωπίδες γεμάτοι αμετροέπεια και αλαζονεία σνομπάρουν το «αλλόκοτο»  και απαξιώνουν το «ακατάληπτο».

«Κουλτούρα» και «Πολιτισμός» παραμένουν οι κεφαλαιώδεις έννοιες που τίθενται σε αποσύνθεση και σε εκ νέου διαπραγμάτευση.

Περίληψη από το Οπισθόφυλλο

Ένας πενταμελής θίασος με επικεφαλής τους πρωταγωνιστές Ρομάν, σκηνοθέτη – συγγραφέα, και τη σύντροφο του Θίντα, πρώην σταρ του σινεμά, φτάνει στον τελευταίο σταθμό της περιοδείας του, σ’ ένα παράξενο νησί με ψηλούς βράχους αλλά και οργιώδη βλάστηση.  Όσα ακολουθούν στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο αλλόκοτα από το απόκοσμο έργο που ο θίασος θα ανεβάσει μπροστά σε ένα εντελώς ιδιόρρυθμό κοινό. Δυνάμεις υπόγειες, αρχέγονες αλλά και διαχρονικές αρχίζουν να εμφανίζονται για να αμφισβητήσουν κάθε ορθολογισμό.

Το Μοτέλ Μορένα αφηγείται την άλλη πλευρά του πολιτισμού που πολλοί νομίζουν ότι χάθηκε, αλλά τα ίχνη του είναι ορατά σε κάθε συμπεριφορά της ανθρώπινης φύσης. Είναι μια ιστορία όπου η Τέχνη συγκρούεται με το μυστήριο που τη γέννησε.

Κριτική

            Αν και το  «Μοτέλ Μορένα»  είναι το πρώτο βιβλίο του Αλέξη Σταμάτη που διαβάσαμε και μολονότι το βιογραφικό Σημείωμα του συγγραφέα είναι αρκετά υποσχόμενο , ωστόσο οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι δεν ενθουσιαστήκαμε με την προσπάθεια του αυτή σε ιδιαίτερο βαθμό. Αν και περιβάλλει την αφήγηση του με έναν αινιγματικό μανδύα με ταπετσαρία ένα ομιχλώδες τοπίο, ωστόσο διακατέχεται ολόκληρη η ιστορία του από υπερβολή. Μια αφήγηση με μπαλώματα από στίχους τραγουδιών μουσικών συγκροτημάτων και συμπληρώματα από αποσπάσματα βιβλίων και θεατρικών έργων που αποπροσανατολίζουν τον αναγνώστη και δημιουργούν μια ναυτία από τους συχνούς παραλληλισμούς, τις πυκνές αναλογίες και τους βαθύτερους συμβολισμούς που  επιδιώκει να ενσωματώσει στο βασικό κορμό της αφήγησης του. Ένα κομφούζιο αλλοφροσύνης εισβάλλει στον λογοτεχνικό χώρο που αγγίζει τα όρια του υπερρεαλισμού και της ακαταληψίας και προκαλεί αναγνωστικό Πανικό ( ενδεχομένως ο συγγραφέας είναι επηρεασμένος από τον Θεό Πάνα εκτός από τις διονυσιακές μυσταγωγίες και από το συναίσθημα που θέλει να σκορπίσει στα εγκεφαλικά κύτταρα κάθε αναγνώστη) . Ακόμη και οι τίτλοι των κεφαλαίων μοιάζουν να έχουν μια εσωτερική αλληγορία, την οποία ο αναγνώστης δεν είναι εύκολο να την συλλάβει.

Κυρίαρχο θέμα του βιβλίου είναι η κουλτούρα, το πολιτισμικό κεφάλαιο και η  ετερότητα. Όχημα της εξέλιξης του βιβλίου είναι η Τέχνη του Θεάτρου. Ωστόσο, το βαθύτερο νόημα θεωρούμε ότι είναι η ατέρμονη σύγκρουση μεταξύ του Έρωτα και του Θανάτου.      

            Ένα μυθιστόρημα που θυμίζει σε κάποιες περιγραφές του Αλέξη Σταμάτη ορισμένες σεκάνς σκοτεινής μυσταγωγίας της ταινίας «Μάτια Ερμητικά Κλειστά» του Στάνλευ Κιούμπρικ και  λειτουργεί συνειρμικά και συνδετικά και ως αντανακλαστική ανάμνηση και dejavu των αρχαίων  ελληνικών μυστηρίων.  

            Το εξώφυλλο του βιβλίου είναι εμβληματικό. Σχετίζεται με την εξέλιξη της αφήγησης αφενός και αφετέρου φλερτάρει με τα προχριστιανικά και παγανιστικά σύμβολα. Ενδεχομένως η μάσκα αυτή που απεικονίζεται στο εξώφυλλο να σχετίζεται και με τον σκοταδισμό, τον Μεσαίωνα και τις εξευτελιστικές ποινές που υποβάλλονταν οι παραβάτες από την Ιερά Εξέταση στη Δυτική Ευρώπη φορώντας αντίστοιχες ατιμωτικές μάσκες στο κεφάλι τους και περιφερόμενοι στις πόλεις δέχονταν ύβρεις και προπηλακισμούς, προκειμένου να   «πληγωθεί» η δημόσια εικόνα τους και να περάσουν στην σφαίρα της ανυποληψίας.

Εν κατακλείδι, το Μοτέλ Μορένα είναι ένα βιβλίο που του έχουν χρεώσει ότι κινείται στα σύνορα και φλερτάρει με την ιδέα του ντανταϊσμού. Ο αναγνώστης θα δυσκολευτεί να ταυτιστεί με τους ιδιόρρυθμους χαρακτήρες του βιβλίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και τα ονόματα τους δεν είναι ελληνικά και ενδεχομένως να σχετίζεται αυτή η επιλογή με την πρόθεση του συγγραφέα να μεταφραστεί το συγκεκριμένο βιβλίο και σε άλλες γλώσσες και να απευθύνεται και σε ένα πιο διευρυμένο αναγνωστικό κοινό. Για τον λόγο αυτό ο Αλέξης Σταμάτης να ήθελε να επιλέξει ονόματα, τα οποία είναι ικανά να «κουμπώσουν» καλύτερα σε έναν αναγνώστη που δεν είναι αποκλειστικά η χώρα προέλευσης του η Ελλάδα. Το «Μοτέλ Μορένα» φαντάζει ως ένα θεατρικό κείμενο ή μια εκδοχή ενός αιρετικού κινηματογραφικού έργου του οποίου ο δημιουργός έχει ήδη φανταστεί την μουσική επένδυση, τους κρυφούς υπαινιγμούς και τα υπόρρητα μηνύματα μέσω προκλητικών αποσπασμάτων εμβόλιμων θρησκευτικών κειμένων και καλλιτεχνικών έργων, το οποίο παραμονεύει ανά πάσα στιγμή για να προκαλέσει και να σοκάρει αλλά εντέλει παραμένει ανολοκλήρωτο. Το «Μοτέλ Μορένα» είναι ένα έργο που ενδεχομένως να μην αρκείται ο αναγνώστης στη μια και μοναδική ανάγνωση για να το συλλάβει στην ολότητα του αλλά να απαιτείται να δώσει ο ίδιος ο αναγνώστης χρόνο στον εαυτό του και στο βιβλίο, προκειμένου να μπορέσει μελλοντικά να το επαναδιαπραγματευτεί και να το εξετάσει εκ νέου σε δεύτερο χρόνο.          

Ο Χαλαζίας συστήνεται  με το  Χόμπιτ του J.R.R. Tolkien

Πριν αρκετά χρόνια ένας οικογενειακός φίλος από το εξωτερικό επισκέπτεται την Αθήνα και μου χαρίζει ένα βιβλίο. Αμέσως το ξεφυλλίζω, παίρνω  βαθιά ανάσα, μυρίζω τις σελίδες του και πέφτω στο κρεβάτι μου, το αγκαλιάζω νοερά και  ψηλαφίζω τον κόσμο που κρύβεται μέσα του  . Έπειτα από λίγα λεπτά παρατηρώντας το προσεκτικότερα συνειδητοποιώ ότι η γραμματοσειρά είναι μικρή, η έκταση του διάστιχου περιορισμένη και το βιβλίο σχετικά πυκνογραμμένο ενώ φαντάζει ταυτόχρονα στα μάτια μου  ότι το σχήμα και η μορφή του μοιάζει πλέον με τουβλάκι  για κάθε στριφνά εμμονικό αρρωστούλη  βιβλιοθηκονόμο. Ωστόσο εξερευνώντας το διαπίστωσα ότι υπήρχαν μέσα του κρυμμένοι χάρτες. Το βιβλίο αυτό το εναπόθεσα σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης μου και για χρόνια ακούμπαγα τις σχολικές αγωνίες μου κοιτάζοντας την ράχη του επίμονα προσμένοντας απαντήσεις σε καθημερινές και υπαρξιακές αναζητήσεις . Ο τίτλος του βιβλίου δεν είναι αυτός που φαντάζεσαι. Ήταν «Η συντροφιά του δαχτυλιδιού» από «τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών». Κάποια χρόνια αργότερα όταν συντελέστηκε και η επική κινηματογραφική διασκευή του έργου, το βιβλίο αυτό συνάντησε το βλέμμα μου και μου έγνεψε. Και έτσι κάπου στα χαομένα φοιτητικά μου χρόνια το έπιασα από το ράφι και μέθυσα ρουφώντας το  – ευτυχώς πριν το δω στο λευκό πανί.

Παρατηρώντας η τότε κοπέλα μου ότι το βαρόμετρο του αναγνωστικού ενθουσιασμού μου για την συγκεκριμένη σειρά έχει ξεκινήσει να μαρσάρει και να βαράει κόκκινο μου κάνει δώρο στα αγγλικά το επόμενο βιβλίο της σειράς “the two towers”, το οποίο και ξεκίνησα ως ένα εφαλτήριο προκειμένου  να βελτιώσω ταυτόχρονα και τα αγγλικά μου. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου δηλαδή.  Το κατάφερα μέχρι την μέση αλλά λόγω αδυναμίας μου να το καταλάβω και να το κατακτήσω στην όλη του σύλληψη,  το παράτησα. Προφανώς και έπαιξε ρόλο μάλλον ότι το διάβασα στα αγγλικά και όχι σε κάποια ελληνική μετάφραση . Μήνες αργότερα το συνάντησα παρατημένο στην βιβλιοθήκη μου με την ράχη του να με  καρφώνει στα μάτια υποτιμητικά κάθε φορά που κοιτάζω προς το μέρος του.

Μια μέρα που άραζα στο σπίτι της τότε φίλης μου πέφτει το βλέμμα μου στη βιβλιοθήκη της  στο βιβλίο Χόμπιτ του J.R.R. Tolkien. Τότε η φίλη μου ενθουσιασμένη ξεκινά να μου περιγράφει την ιστορία και να μου αναφέρει ότι αποτελεί το προοίμιο της τριλογίας του Άρχοντα των  Δαχτυλιδιών. Την κοιτάω σαν χάνος και ακούω το κεφάλι μου να μιλάει και να λέει στο θώλο του κρανίου μου ότι κάτι προφανώς έχει χάσει αφού το πρώτο βιβλίο της σειράς του Άρχοντα των Δακτυλιδιών είναι αναμφίβολα «Η συντροφιά του δαχτυλιδιού». Αδιανόητο εξάλλου για μένα να αφεθώ και να νιώσω της παραδοχή μιας έκπτωσης στην λαβωμένη αυτοεκτίμηση μου.   

Είκοσι χρόνια μετά χαζεύω στο ράφι της βιβλιοθήκης της γυναίκας μου και ανακαλύπτω ότι αράζει ακουμπισμένη η ράχη του ίδιου τίτλου  βιβλίου. Το ανοίγω και διαβάζω την πρώτη του σελίδα. Μια χειρόγραφη εφηβική αφιέρωση απευθυνόμενη σε εκείνη από κάποιον έφηβο συμμαθητή της. Κλικ. Ο κύκλος έπρεπε να κλείσει. Το πιάνω και ξεκινώ σιγά σιγά να το διαβάζω και να στοίβω τις κούπες της φαντασίας μας. Δράκοι, ξωτικά, νάνοι, μάγοι, τελώνια, λύκοι. Πλέον όμως η ενήλικη ψυχή μου υποψιασμένη και δύσπιστη δεν παραμυθιάζεται εύκολα. Η παιδική αθωότητα σκοτώθηκε σε τροχαίο σε μια διαδρομή χρόνιας αναβλητικότητας και το Χόμπιτ καρφώνει το σταυρό της την μέρα αναγνώρισης και συνειδητοποίησης της μέρας που κόπηκε το νήμα με την ζωή της.  Όλα τα πλάσματα των παραμυθιών και της ευρηματικής φαντασίας που άνθιζαν στον ενδότοπο μου αυτοπυρπολούνταν με την γέννηση τους.        

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Ο Μπίλμπο Μπάγκινς είναι ένα χόμπιτ που απολαμβάνει μια άνετη, χωρίς ιδιαίτερες φιλοδοξίες ζωή. Σπάνια απομακρύνεται από την αποθήκη ή το κελάρι του. Η ηρεμία του διακόπτεται όταν μια μέρα στο κατώφλι του εμφανίζεται ο μάγος Γκάνταλφ και μια παρέα νάνων για να τον παρασύρουν σε μια περιπέτεια. Το σχέδιο τους είναι ν’ αρπάξουν το θησαυρό που φυλάει ένας τεράστιος, πολύ επικίνδυνος Δράκος. Ο Μπίλμπο στην αρχή δεν είναι

Εκπλήσσει όμως τους πάντες, ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό, όταν αποκαλύπτεται πόσο πολυμήχανος είναι, και πόσο φοβερές ιδέες και ικανότητες έχει σαν διαρρήκτης!   

Κριτική

Ο Αντώνης Σαμαράκης θεσμοθετώντας την Βουλή των Εφήβων είχε τιτλοφορήσει το όλο εγχείρημα με το μότο «Φαντασία στην Εξουσία». Αν η Πολιτεία διέθετε φαντασία θα απαγόρευε την συνταγογράφηση φαρμάκων από τους ψυχιάτρους και θα ενθάρρυνε την συνταγογράφηση βιβλίων. Ενδεχομένως ασθενείς που υπέφεραν από χρόνια κατάθλιψη και ένιωθαν την φαντασία τους νεκρωμένη, τα πλάσματα του μυαλού τους αποκαμωμένα και τις κοινωνικές τους δεξιότητες παροπλισμένες, το Χόμπιτ θα μπορούσε να αποτελέσει ένα συστατικό μιας αναγνωστικής φόρμουλας που θα βοηθήσει τον ασθενή να διασχίσει έναν στενό διάδρομο ερεθισμάτων ικανών να διεγείρουν με φυσικό τρόπο τους κοιμισμένους νευροδιαβιβαστές του εγκεφάλου και να συνδέσουν ευχάριστες αναμνήσεις με αποθησαυρισμένες βιωματικές εμπειρίες φιλανανωσίας.

Δεδομένου ότι το Χόμπιτ διαβάστηκε αφού ήδη είχα γνωρίσει τους βασικούς χαρακτήρες του βιβλίου από τα επόμενα έργα του συγγραφέα δεν θα μπορούσα να είμαι αντικειμενικός και αμερόληπτος σε σχέση με το αποτύπωμα που άφησαν στο μυαλό μου μέσα από το συγκεκριμένο βιβλίο αφού ήταν ήδη πλασμένα όντα στο κεφάλι μου όχι μόνο λόγω των βιβλίων αλλά και λόγω του sequel των σχετικών ταινιών που γυρίστηκαν. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι το βιβλίο αυτό μου φάνηκε περισσότερο «παιδικό» σε σχέση με την «Συντροφιά του Δαχτυλιδιού» και ίσως αυτό να σχετίζεται με την έντονη νατουραλιστική προσέγγιση που διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο και την παντελή απουσία των ανθρώπων στις πρωταγωνιστικές θέσεις.

Οφείλω να ομολογήσω ότι οι προσδοκίες μου για το βιβλίο αυτό ήταν ανώτερες σε σχέση με αυτό που εντέλει διάβασα. Ενδεχομένως να οφείλεται στην ηλικία που το διάβασα και εξάλλου ποιος είμαι εγώ που θα αποκαθηλώσει τον J.R.R. Tolkien από την αξία του έργου του. Δεδομένου κιόλας ότι το βιβλίο αυτό εκδόθηκε προπολεμικά αποδεικνύεται ότι είναι ένα διαχρονικό βιβλίο, το οποίο είναι πλέον στα όρια να διασχίσει τα σύνορα της κλασικής λογοτεχνίας.

Το Χόμπιτ είναι ένα βιβλίο που συστήνεται στους λάτρεις της βουκολικής φυσιολατρικής λογοτεχνίας με υψηλό το αίσθημα της ευθύνης σε ζητήματα προϊστορικά και νατουραλιστικά, οι οποίοι ενδεχομένως επιδεικνύουν και ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε ζητήματα παλαιοντολογίας. Η μαγεία εξακολουθεί να διατρέχει την ιστορία και να την καθυποτάσσει κάθε φορά που η λογική τάξη του κόσμου φαίνεται να επιβάλλει τους δικούς της κανόνες και νόρμες.   

Ο Χαλαζίας αφυπνίζεται με«το Έβδομο Κοράκι» του Peter Dickinson

Επισημαίνεται ότι στην παρούσα αξιολόγηση δεν πρόκειται να γίνει καμία νύξη,  συγκριτική παρουσίαση και εξέταση του έργου του Peter Dickinson  με το ομώνυμο παραμύθι των αδελφών Grimm ή με  το ομότιτλο έργο του μεταγενέστερου David Elliott, εφόσον για τα δύο αυτά έργα δεν είμαστε σε θέση να εκφέρουμε –  ακόμη -την προσωπική μας θέση και άποψη.   

Θεμελιωτής των συγκρουσιακών θεωριών στην επιστήμη της Κοινωνιολογίας και βασικός εισηγητής του ιστορικού και του διαλεκτικού υλισμού, ο Karl Marx, ανέφερε ότι η βία είναι η μαμή της ιστορίας.  Αν ο συλλογισμός αυτός είναι ορθός τότε ποιος είναι ο ρόλος της τρομοκρατίας στην χάραξη και τον ρου της ιστορίας; Θα μπορούσε ο Peter Dickinson να λειτουργήσει σαν την κολυμβήθρα του Σιλωάμ προκειμένου  το αναγνωστικό κοινό να συμφιλιωθεί με την ριζοσπαστικοποίηση και τον εξτρεμισμό;

Αν από την άλλη το  Κοινωνικό Συμβόλαιο του Roussau λειτουργεί ως ένα εξευγενισμένο αναισθητικό στη συλλογική συνείδηση του πλήθους, προκειμένου να επιτευχθεί μαζική συμφιλίωση με την κοινωνική αδικία, λαϊκή εμπέδωση των κοινωνικών ανισοτήτων και βουβή αναπαραγωγή της παγκόσμιας κοινωνικής διαστρωμάτωσης, μήπως τότε η αθέτηση και προσβολή της άτυπης και σιωπηλής αυτής προφορικής συμφωνίας είναι η μόνη διέξοδος για την ανατροπή της κυρίαρχης ιδεολογίας; Μήπως το «έβδομο κοράκι» είναι το κουδουνάκι που αφυπνίζει τις νυσταγμένες δυτικές συνειδήσεις, προκειμένου η κοινωνία και η πολιτεία να επαναδιαπραγματευτεί τις αδιαπραγμάτευτες αρχές της και να αναψηλαφίσει τα αταλάντευτα όρια της;   

Ένας από τους βασικούς συντελεστές των θεωριών της εξάρτησης στις αναπτυξιακές σπουδές, ο Immanuel Wallerstein,  κατατάσσει και ταξινομεί τις χώρες στο παγκόσμιο κοσμοσύστημα σε πυρήνες και περιφέρειες και αντιστοίχως σε μητροπόλεις και δορυφόρους. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια ομαδοποίηση κατ’ αναλογία με τη διάκριση των χωρών σε ανεπτυγμένες και υποανάπτυκτες και σε Πρώτο και Τρίτο Κόσμο. Αν η παγκόσμια κοινωνική   διαστρωμάτωση των χωρών εδράζεται σε επιστημονικές θεωρίες που ενέχουν εγκυρότητα, τότε ο Peter Dickinson μέσα από το καθηλωτικό του αυτό μυθιστόρημα φουλάρει τα μυαλά των αναγνωστών με  εκρηκτικά, προκειμένου το ωστικό κύμα της σκέψης τους να γίνει δράση και να μεταμορφώσει τον κόσμο έτσι ώστε να αποκτήσει μια νέα ομοιόσταση.

Αν ενδιαφέρεσαι οι καταναλωτικές σου συνήθειες και πρακτικές να συμμορφώνονται με τις ηθικές επιταγές του δίκαιου εμπορίου και να εναρμονίζονται με τις αξίες – όχι του ελάχιστου κόστους – αλλά του εξοβελισμού των πρακτικών της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο και της ελεύθερης ανάπτυξης και έκφρασης της προσωπικότητας του , τότε «το έβδομο κοράκι» θα αποτελέσει μια πρόταση, που θα χορτάσει την πεινασμένη σου ανάγκη για έναν πιο δίκαιο κόσμο.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

«Τον πυροβόλησαν!»

Η Ντολλ Τζάκομπς, μόλις 17 χρονών, γεμάτη ζωντάνια, παρακολουθεί τους ηθοποιούς που μπαίνουν όλοι μαζί στην παλιά εκκλησία. Τα φώτα είναι αναμμένα, η ορχήστρα κουρδίζει τα όργανα… Η ένταση προσπάθειας τριών μηνών έχει φτάσει στο αποκορύφωμα της. Και τότε η Ντολλ ακούει ένα θόρυβο που μοιάζει με εξάτμιση αυτοκινήτου. Ένα λεπτό αργότερα τα τελευταία παιδιά του θιάσου που βρίσκονται ακόμη έξω από την εκκλησία μπαίνουν μέσα σαν κυνηγημένα. Με τρομαγμένες φωνές φέρνουν τα φοβερά νέα: «Τον πυροβόλησαν!»… και η όπερα τούτης της χρονιάς γίνεται ένα άλλου είδους θέατρο!…        

Το «Έβδομο Κοράκι» είναι ένα σύγχρονο μυθιστόρημα που θίγει το πρόβλημα της παγκόσμιας τρομοκρατίας με τρόπο γνήσια ανθρώπινο.

Κριτική

            Το πολιτικό μυθιστόρημα συνιστά ένα είδος, το οποίο διαπραγματεύεται  συγκεκριμένες θεματικές υποχρεώνοντας το αναγνωστικό κοινό να ψηλαφεί μόνο  περιορισμένες όψεις της κοινωνικής πραγματικότητας. Ο Peter Dickinson  μέσα από «το έβδομο κοράκι» ασκεί ένα είδος ιδιάζουσας αυτοκριτικής για την νεοαποικιοκρατική παράδοση που συντηρείται από τις ΗΠΑ με σκοπό την οικονομική υποδούλωση και την πολιτική χειραγώγηση των διορισμένων τοπικών κυβερνήσεων, των οποίων ο ρόλος τους και των προσώπων που τις ενσαρκώνουν τείνει να είναι τοποτηρητικός.

          Αξίζει να σημειωθεί ότι η μετάφραση στα ελληνικά του συγκεκριμένου βιβλίου έχει μεγάλη αξία δεδομένου ότι ο κοινωνιολόγος Νίκος Μουζέλης που διδάσκει στο περίφημο London School of Economics έχει γράψει μια μελέτη σύμφωνα με την οποία η αναπτυξιακή τροχιά των Βαλκανίων συμπίπτει και ταυτίζεται με την αντίστοιχη της Λατινικής Αμερικής. Εξάλλου δεν θα πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι ο εκτροχιασμός της Δημοκρατίας τόσο στην Ελλάδα όσο και σε χώρες της Λατινικής Αμερικής έλαβε χώρα σε κοντινές χρονικές περιόδους.

Ο Peter Dickinson κάνει αναφορά στις παράνομες παρακολουθήσεις και συνακροάσεις τηλεφώνων που γίνονται σε αυταρχικά καθεστώτα της Λατινικής Αμερικής συρρικνώνοντας τις δημοκρατικές ελευθερίες και μολονότι το βιβλίο αυτό εκδόθηκε το 1981, η ταύτιση του με την πολιτική ειδησεογραφία και την ελληνική επικαιρότητα είναι τόσο απόλυτη  που φαντάζει το βιβλίο αυτό εξωφρενικά επίκαιρο. Εξάλλου ας μην ξεχνάμε στην Ελλάδα για τις τηλεφωνικές υποκλοπές το σκάνδαλο Τόμπρα και Μαυρίκη, τις τηλεφωνικές παγιδεύσεις και παρακολουθήσεις του  Γρυλλάκη και μετέπειτα την σκηνοθετημένη αυτοκτονία του πρώην στελέχους της VODAFONE, Κώστα Τσαλικίδη, η οποία φαίνεται να συνδεόταν με το σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών των μελών της εκτελεστικής εξουσίας του ελληνικού κράτους.

Οι πρώτες σελίδες του βιβλίου κυλάνε με βασανιστική βραδύτητα και στα μάτια του αναγνώστη φαντάζει η υπόθεση να εξελίσσεται αργά προσδίδοντας μια  ανιαρή επίγευση στον αναγνωστικούς κάλυκες δεδομένου ότι ο συγγραφέας μας συστήνει την αφηγήτρια και τα πρόσωπα που συστήνουν την ομάδα της όπερας  κάνοντας τη  δράση να μοιάζει σαν να μην υπάρχει σε πρώτο πλάνο. Εν συνεχεία όταν πραγματοποιείται η κατάληψη της εκκλησίας του Αγίου Ανδρέα του Κένσιγκτον από τους τρομοκράτες, τότε το βιβλίο αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον. Αξίζει να σημειωθεί ότι με αφορμή το βιβλίο μπήκαμε σε μια διαδικασία να αναζητήσουμε περαιτέρω πληροφορίες για τις εκκαθαρίσεις στη Μόσχα, τη δίκη της Νυρεμβέργης και τη δίκη του Άιχμαν και να καταφύγουμε σε περισυλλογή και αναστοχασμό για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα. Ο Dickinson  χρησιμοποιεί στο βιβλίο αυτό και την τεχνική της εγκιβωτισμένης αφήγησης εφόσον μέσα από την εκτύλιξη της υπόθεσης της βίαιης κατάληψης της εκκλησίας από τους τρομοκράτες γίνεται αναφορά και στο έργο που θα ανεβάσουν τα παιδιά της όπερας, του οποίου η υπόθεση είναι σε άμεση συσχέτιση με τα όσα διαδραματίζονται και θέλει να θίξει ο συγγραφέας.  Τέλος, όσον αφορά τα αρνητικά σημεία αξίζει να σημειωθεί ότι παρατηρήσαμε κάποια σφάλματα όσον αφορά την επιμέλεια κειμένου του βιβλίου.   

Εν κατακλείδι, «το έβδομο γεράκι» είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί από αναγνώστες κυρίως του Δυτικού Κόσμου, προκειμένου να συνειδητοποιήσουν και οι ίδιοι οι πολίτες πως η ιμπεριαλιστική πολιτική των χωρών τους χρηματοδοτείται και ενισχύεται από τα δικά τους πορτοφόλια και από τις προσωπικές τους επιλογές. Οι οικονομικές και πολιτικές ελίτ στρατολογούν του πολίτες τους να συμμετάσχουν εν αγνοία τους σε πολέμους και συγκρούσεις που λαμβάνουν σε καθημερινή βάση χώρα σε διάφορα μέρη της υφηλίου αδιαφορώντας για εργατικά δικαιώματα και κοινωνικές κατακτήσεις με απώτερο στόχο την μεγιστοποίηση του οφέλους τους. Δεν θα πρέπει να λησμονούμε το γεγονός ότι το βιβλίο αυτό 41 χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του είναι περισσότερο επίκαιρο από ποτέ. Αντί να διαβάσετε τις πολιτικές αναλύσεις της ειδησεογραφίας των εφημερίδων της Κυριακής, προτιμήστε να διαβάσετε προσεχτικά «το Έβδομο Κοράκι» και θα διαμορφώσετε μια πιο ολοκληρωμένη αντίληψη και εικόνα για τα τεκταινόμενα στην ελληνική και παγκόσμια πολιτική σκακιέρα. Δυστυχώς οι πολιτικές εξελίξεις  επιβεβαιώνουν τα προϊόντα της σκοτεινής μυθιστοριογραφίας επισφραγίζοντας  μέσα από το έργο του ο Peter Dickinson την χυδαία και βουβή συμμετοχή μας σε σοβαρά πολιτικά  και αξιόποινα θεσμικά εγκλήματα. 

Ο Χαλαζίας διερωτάται για “το Φάντασμα των Canterville” του Oscar Wilde

Αν ενδιαφέρεσαι να διαβείς το μονοπάτι της κλασικής σκοτεινής λογοτεχνίας συντροφιά με έναν από τους βασικούς εκφραστές της αγγλικής γλώσσας και φιλολογίας, τότε ο Oscar Wilde, μέσα από το συγκεκριμένο βιβλίο δίνει στον αναγνώστη ένα δείγμα της εργογραφίας του, προκειμένου να το διασχίσει κανείς με έναν ανεπίληπτο – από το ευρύ κοινό – αναγνωστικό χάρτη διαχρονικής αξίας. Μολονότι πρεσβεύουμε την φιλαναγνωσία και πιστεύουμε στην θετική συνεισφορά των βιβλίων στην κοινωνική πρόοδο, δεν διαθέτουμε δυστυχώς τις αναγκαίες και απαραίτητες γνώσεις πίσω από την θεωρία, την αισθητική και την κοινωνιολογία της λογοτεχνίας, έτσι ώστε να μπορούμε να αρθρώσουμε έναν επαρκώς και επιστημονικά τεκμηριωμένο από φιλολογική άποψη λόγο γύρω από το έργο του Oscar Wilde.  Ωστόσο, θα επιδιώξουμε να  αποτυπώσουμε την προσωπική μας άποψη αποκηρύσσοντας οποιαδήποτε σκέψη αυτολογοκρισίας και απόπειρα ευθυγράμμισης με την κυρίαρχη αντίληψη για την απήχηση και επίδραση του έργου του στο αναγνωστικό  κοινό.  Τέλος, αν αναρωτιέσαι γιατί ο Χαλαζίας διερωτάται για «το Φάντασμα των Canterville», τότε σωστά ενδεχομένως συμπεραίνεις ότι το άρωμα του βιβλίου του Oscar Wilde δεν κατάφερε να ερεθίσει τις νευρικές απολήξεις των οσφρητικών μηνυμάτων του εγκεφάλου του, αν και η προσωπική και μοναδική εμπειρία της ανάγνωσης αυτού του βιβλίου δεν είναι ικανή συνθήκη για να αμφισβητηθεί η αξία και το έργο του κλασικού αυτού βρετανού συγγραφέα.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

…Για μια στιγμή το φάντασμα των Canterville στάθηκε εντελώς ασάλευτο από την πολύ φυσική του κατάσταση. Έπειτα πετώντας απότομα το μπουκάλι στο καλογυαλισμένο πάτωμα εξαφανίστηκε τρέχοντας στο διάδρομο, βγάζοντας υπόκωφα βογκητά και εκπέμποντας ένα φρικιαστικό πράσινο φως. Ακριβώς τη στιγμή, ωστόσο, που έφτανε στην κορφή της μεγάλης σκάλας, μια πόρτα άνοιξε απότομα, δυό μικρές μορφές με άσπρες νυχτικιές έκαναν την εμφάνιση τους κι ένα μεγάλο μαξιλάρι πέρασε δίπλα από το κεφάλι του! Ήταν εμφανές ότι δεν είχε καιρό για χάσιμο, υιοθέτησε λοιπόν βιαστικά την Τέταρτη Διάσταση του Χώρου σαν τρόπο διαφυγής και εξαφανίστηκε μέσα από τη μπουαζερί και το σπίτι βυθίστηκε πάλι στη σιωπή.

Φτάνοντας σ’ ένα μικρό μυστικό δωμάτιο στην αριστερή πτέρυγα, έγειρε πάνω σε μια φεγγαραχτίδα για να ξαναβρεί την ανάσα του και άρχισε να προσπαθεί να καταλάβει τη θέση του. Ποτέ, σε μια λαμπρή και αδιάκοπη καριέρα τριακοσίων ετών, δεν είχε υποστεί τέτοια χοντρή προσβολή… 

Κριτική

  Μια συλλογή διηγημάτων του Oscar Wilde  από τις εκδόσεις Γράμματα με χρονολογία έκδοσης στην Ελλάδα το 1982 και ημερομηνία έκδοσης του πρωτοτύπου το 1887, το οποίο αποτελείται από τις ιστορίες:

  • «Το Φάντασμα των Canterville. Ένα Υλο-Ιδεαλιστικό Ρομάντσο»
  • Το Έγκλημα του Λόρδου Άρθουρ Σαβίλ. Μια Μελέτη του Καθήκοντος»
  • «Ο Εκατομμυριούχος Υπόδειγμα. Μια Έκφραση Θαυμασμού» και το
  •  «Σφίγγα δίχως Μυστικό. Ένα Σκίτσο»

Όλα τα διηγήματα διαδραματίζονται στην Αγγλία και αντανακλούν τους  αριστοκρατικούς τρόπους, με τους οποίους είναι διανθισμένη η αποικιοκρατική παράδοση της  Μεγάλης Βρετανίας.  Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι τα διηγήματα αυτά χαρακτηρίζονται και από έναν υπολανθάνοντα σαρκασμό με έντονα τα στοιχεία της ειρωνείας καθώς επίσης και από ένα ιδιότυπο black humour.  Σε πολλές περιπτώσεις θα μπορούσε να διατυπωθεί η άποψη ότι πρόκειται για διηγήματα με έντονα τα κωμικά τους στοιχεία, τα οποία προσωπικά θεωρώ ότι σήμερα θεωρούνται παρωχημένα και ξεπερασμένα από την εποχή τους, επειδή η συντριπτική βάση των αναγνωστικών μαζών είναι εξοικειωμένη με τον κινηματογράφο και πολλοί αναγνώστες έχουν παρακολουθήσει ταινίες με θεματική την μαγεία με αποτέλεσμα να είναι τα φαντάσματα ως πλάσματα εξ’ορισμού απομυθοποιημένα και οι αναγνώστες πλέον υποψιασμένοι.  

Ο λόγος είναι αρκετά άμεσος χωρίς να παρουσιάζει υπερβολές και να είναι εμπλουτισμένος  με σύνθετα γλωσσικά σχήματα. Από την άλλη ο  Oscar Wilde αποφεύγει να γίνει υπερφίαλος και φλύαρος ενώ η ίδια η έκταση των διηγημάτων του αποδεικνύει ότι σέβεται τον χρόνο των αναγνωστών του. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα δύο πρώτα διηγήματα της συλλογής κατέχουν και την μεγαλύτερη έκταση σελίδων του βιβλίου ενώ τα δύο τελευταία μοιάζουν να είναι  περισσότερο συμπυκνωμένα.

Εν κατακλείδι,  «το Φάντασμα των Canterville» είναι μια συλλογή διηγημάτων, η οποία δυστυχώς δεν θεωρώ ότι είναι αξιομνημόνευτο το υλικό της. Είτε ενδεχομένως στο πρωτότυπο κείμενο να είναι πιο ζωηρός ο λόγος που δεν κατάφερε ίσως η μετάφραση αυτή στα Ελληνικά με επιτυχία να αποδώσει, είτε από την άλλη το χάσμα που υπάρχει μεταξύ του αγγλοσαξωνικού και του μεσογειακού χιούμορ να μην επιτρέπει στον αναγνώστη να αντιληφθεί και να κατανοήσει τις ιστορίες, των οποίων η υπόθεση εδράζεται στις παραδόσεις της Μεγάλης Βρετανίας. Μια ενδεδειγμένη πρόταση  ωστόσο μπορεί να αποτελέσει το βιβλίο αυτό σε περίπτωση που θέλετε να αφαιμάξετε τον ελεύθερο χρόνο σας και δεν έχετε άλλη επιλογή από το να διαβάσετε τις ιστορίες αυτές του  Oscar Wilde. Διαβάστε το απλά ως ένα κανάλι απόδρασης από την πραγματικότητα χωρίς όμως ιδιαίτερες απαιτήσεις.  

Ο Χαλαζίας «παρακολούθησε» το «Νοσφεράτου» του Joe Hill

Ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα τρόμου από τον δεύτερο γιο του Stephen και της Tabitha King, το οποίο καταφέρνει αφενός να εντυπωσιάσει με την αναλυτική αφηγηματική οξυδέρκεια του Joe Hill και αφετέρου να «τρυπήσει» τον σκληρό φλοιό της υπνωτισμένης φαντασίας των αναγνωστών  και να διανοίξει ένα πέρασμα, προκειμένου να φωτίσει τον πυρήνα της θεωρίας, των μεθόδων και των τεχνικών για τους μυστικούς ενδοτόπους των χαρακτήρων του. Ένα βιβλιοδετημένο στοιχειό  – βάλσαμο για το αναγνωστικό κοινό – προορισμένο να επεκτείνει ενδεχομένως χρονικά τον κύκλο ζωής μιας εδραιωμένης  ψυχοθεραπευτικής σχέσης ή και να επισπεύσει την οικοδόμηση μιας νέας αντίστοιχης  προσέγγισης στο ενδεχόμενο απουσίας της,  συνεισφέροντας αρκετό υλικό για να χτίσει ο αναγνώστης  άγρια όνειρα και ανυπόφορους εφιάλτες και να αρρωστήσει επιμελώς τις νοσηρά υγιείς γωνιές του νου του. Η αμερικανική κουλτούρα διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο στο σύνολο του με αποτέλεσμα το ευρωπαϊκό κοινό να μην αντιλαμβάνεται με απόλυτη επάρκεια τους τίτλους των κεφαλαίων – δεδομένου ότι τα ονόματα τους είναι σε άμεση συσχέτιση με μέρη και  Πολιτείες των ΗΠΑ –  και η εσωτερική συνοχή του έργου να αντιμετωπίζεται  σαν μια ατελείωτη μάχη τιθάσευσης μιας απεγνωσμένης  απόπειρας συγγραφικής καθυπόταξης. Ένα  έργο, το οποίο προβλήθηκε στην μικρή οθόνη  ως τηλεοπτική σειρά από το AMC και πλέον ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την πρωτότυπη ιστορία και ως audiobook δωρεάν στο youtube.   

 

 

Περίληψη από το Οπισθόφυλλο

Ο Τσαρλς Μανξ έχει μια παλιά Ρολς – Ρόις, με μια παράξενη πινακίδα που γράφει NOS4A2. Μ’ αυτήν πηγαίνει βόλτα τα παιδάκια σ’ ένα παραμυθένιο μέρος, τον Χριστουγεννότοπο. Κι εκεί, στη χώρα της διεστραμμένης φαντασίας του, οι αθώοι επισκέπτες του μεταλλάσσονται σε πλάσματα τρομακτικά σαν τον ίδιο…

Η Βικτόρια Μακουίν έχει το χάρισμα να βρίσκει πράγματα: Ένα χαμένο μπρασελέ, μια φωτογραφία… Συμβαίνει όποτε περνάει με το ποδήλατο της την παλιά γέφυρα στο δάσος. Δεν το ‘χει πει σε κανέναν – καλά καλά δεν ξέρει ούτε κι εκείνη πως γίνεται.

Κι έρχεται η μέρα που η Βικ βρίσκει στο δρόμο της τον Τσάρλι…

Έχουν περάσει χρόνια από τότε. Το μοναδικό παιδί που γλίτωσε ποτέ από τον Τσάρλι είναι τώρα μια νέα γυναίκα που δε θέλει να θυμάται την περιπέτεια της.  Αλλά ο Τσάρλι δεν έχει ξεχάσει. Και για να εκδικηθεί, θ’ αρπάξει από τη Βικ αυτό που μετρά περισσότερο στη ζωή της. Κάτι που δεν μπορεί να αντικαταστήσει με τίποτα.

Η μάχη αρχίζει. Και η Βικ ξέρει πως δεν έχει επιλογή: ή θα αφανίσει τον Τσάρλι ή θα χαθεί η ίδια προσπαθώντας να σώσει ό,τι αγαπά…

Ο Τζο Χιλ υπογράφει ένα σκοτεινό και εφιαλτικό μυθιστόρημα που τον καθιερώνει οριστικά ως έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς τρόμου της γενιάς του.      

Κριτική

          Μια ιστορία, στην οποία κεντρικό ρόλο διαδραματίζει η διαμεσολάβηση  μιας παράλληλης, υπερβατικής και ταυτοχρόνως υπαρκτής πραγματικότητας, η οποία εδράζεται στον προσωπικό ενδότοπο των υποκειμένων. Ενδότοποι, οι οποίοι διαφαίνεται ότι μπορούν κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις να λειτουργήσουν και ως συγκοινωνούντα δοχεία και τα υποκείμενα να αλληλεπιδράσουν στο εσωτερικό αυτής της νοερής υπερβατικής σφαίρας. Το πέρασμα στον ενδότοπο αυτό των υποκειμένων  γίνεται μέσα από την χρήση κάποιου μοναδικού αντικειμένου από τους χαρακτήρες του βιβλίου που διαθέτουν το ξεχωριστό αυτό  χάρισμα. Αναλυτικότερα, η Βικτόρια Μακουίν μέσα από την ανάβαση του πρώτου της ποδηλάτου που της χάρισε ο πατέρας της καθώς επίσης αργότερα και μέσω μιας ανασκευασμένης από την ίδια μοτοσικλέτας Τράιαμφ μπορεί να διασχίσει την «Γέφυρα του Συντομότερου Περάσματος» και να εντοπίσει διάφορα χαμένα αντικείμενα ή πρόσωπα. Ο Τσάρλι Μάνξ χρησιμοποιεί μια παλιά Ρολς Ρόυς, μέσα από την χρήση της οποίας απομυζά τον πόνο από τα παιδιά και αντλεί χαρά, ικανοποίηση και νιότη στεγνώνοντας τα παιδιά από δυσάρεστα συναισθήματα και ναρκώνοντας τα υποσχόμενος να καταλήξουν και να μείνουν για πάντα εγκλωβισμένα σε έναν Χριστουγεννότοπο, όπου η θλίψη και η λύπη έχουν εξοστρακιστεί και είναι κάθε μέρα Χριστούγεννα. Αντιστοίχως, η  φίλη της Βικ, η Μάγκυ χρησιμοποιεί το επιτραπέζιο παιχνίδι scrabble αξιοποιώντας τα γράμματα του για να αντλεί απαντήσεις και να μαθαίνει πληροφορίες για την ίδια και τους άλλους κατοικώντας η ίδια στο εσωτερικό μιας δανειστικής βιβλιοθήκης.

          Ο Joe Hill διακρίνεται για την αποτελεσματική χρήση του γραπτού λόγου, προκειμένου να πλάσει εικόνες στο κεφάλι του αναγνώστη και να  προσδώσει την συναισθηματική φόρτιση στα σημεία που θέλει να τονίσει. Μολονότι, η θεματική που διαμορφώνεται στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι αρκετά πολύπτυχη και ενδιαφέρουσα και καταφαίνεται η ευρηματικότητα και το δημιουργικό πνεύμα της λογοτεχνικής φαντασίας που διαθέτει ο συγγραφέας , αξίζει να σημειώσουμε ότι ορισμένες φορές η έκβαση της υπόθεσης καταλήγει να γίνεται κουραστική αποκτώντας στοιχεία παρωδίας. Η δράση εξελίσσεται πιο αργά από ότι θα περιμέναμε και ο Τσάρλι Μανξ θυμίζει δυστυχώς ορισμένες φορές τον Δρακουμέλ από το Στρουμφοχωριό.

          Συνοπτικά, το Νοσφεράτου προκαλεί ρίγη αγωνίας και τρόμου στον αναγνώστη αν και είναι σε σημαντικό βαθμό πυκνογραμμένο και φλύαρο που καταλήγει να γίνεται κουραστικό. Οι χαρακτήρες είναι καλοδουλεμένοι και καλογραμμένοι  αν και το τέλος της ιστορίας μου φάνηκε ασύμμετρο σε σχέση με την ένταση και την έκταση της αφήγησης. Όσοι ανήκετε στα νυχτόβια πλάσματα και οι σχέσεις σας με τον Μορφέα έχουν διαρραγεί ανεπανόρθωτα, τότε το Νοσφεράτου θα είναι μια όμορφα επώδυνη αναγνωστική συντροφιά.        

Ο Χαλαζίας ανέκρινε την «Κατηγορούμενη» των Nicci French

Κλειστοφοβία στον κύβο. Οι Nicci French μετά την ψυχική κακοποίηση που χάρισαν με το αζημίωτο στο αναγνωστικό τους κοινό μέσα από το βιβλίο «Επιστροφή από το Σκοτάδι», το οποίο  διαβάζεται ηδονιστικά και με απέχθεια και αφού σφυροκόπησαν το νευρικό σύστημα των αναγνωστών τους με το «Ρέκβιεμ του Σαββάτου» και την «Όγδοη Μέρα» με την  ξεχασμένη από τον εκδότη υποχρέωση ο αναγνώστης να οφείλει να υπογράφει πριν την αγορά του βιβλίου ότι είναι ενημερωμένος και αναλαμβάνει ο ίδιος προσωπικά τις όποιες συνέπειες και την ευθύνη για οποιαδήποτε ψυχική ή ψυχολογική ζημιά ή βλάβη ενδεχομένως μπορεί να προξενήσει η βιωματική εμπειρία του βιβλίου αυτού στη διατάραξη της ψυχικής του ισορροπίας, το αχτύπητο συγγραφικό – και όχι μόνο – ζευγάρι ξαναχτυπά και αμολά στην αγορά το καινούργιο πεινασμένο σκυλί τους, την «Κατηγορούμενη», προορισμένη να καταβροχθίσει τα πλέον μαλακά και ευαίσθητα κομμάτια του εαυτού σας με τον μανδύα της ψυχαγωγίας και με τελικό προορισμό την διασκέδαση των αναγνωστών με όποιο κόστος και την επίτευξη από μέρους τους μιας ακόμη εμπορικής επιτυχίας. Αν υποφέρεις από αιφνιδιαστικές κρίσεις πανικού και αγχώδεις διαταραχές, τότε στην κρίση σου είναι να μην επιλέξεις να διαβάσεις αυτό το βιβλίο. Σε αντίθετη περίπτωση αν άκουγες Placebo σίγουρα θα θυμηθείς την συμβουλή του Brian Molko: “Babe, don’t forget to take your meds”.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Είναι αθώα ή μήπως όχι; Όλα είναι υπό αμφισβήτηση…
Πρέπει να βρει την αλήθεια μόνη της… Η Τάμπιθα δεν είναι δολοφόνος.

Ένα πτώμα ανακαλύπτεται στο Όουκχαμ της Αγγλίας και η Τάμπιθα διαπιστώνει με τρόμο ότι θεωρείται ένοχη. Πρέπει να έχει γίνει λάθος. Μόλις πρόσφατα επέστρεψε στο μέρος όπου μεγάλωσε και δεν έχει προλάβει ακόμα να γνωριστεί ξανά με τους γείτονές της. Πώς είναι δυνατόν να είναι ύποπτη για φόνο; Το ξέρει πως δεν είναι.

Καθώς η Τάμπιθα μπλέκει στα γρανάζια του συστήματος, ολόκληρη η ζωή της μπαίνει κάτω από το μικροσκόπιο – το ιστορικό κατάθλιψης και η φαρμακευτική της αγωγή, η απόφασή της να γυρίσει στο χωριό που υποτίθεται πως μισούσε και η σχέση της με το θύμα, τον πρώην καθηγητή της, στο παρελθόν. Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι ότι η ανάμνηση εκείνης της ημέρας είναι εντελώς θολή.
Πιστεύει πως δεν είναι.
Από την απομόνωση της φυλακής, η Τάμπιθα αναλύει κάθε στοιχείο, κάθε μαρτυρία που μπορεί να φτάσει στα χέρια της, προσπαθώντας να τα αντιστοιχίσει με τις δικές της εκδοχές των γεγονότων. Καθώς όμως σκοτεινές, από καιρό θαμμένες, αναμνήσεις από την παιδική της ηλικία έρχονται στο φως, αρχίζει να αμφισβητεί τον ίδιο της τον εαυτό. Όλοι είναι πεπεισμένοι πως είναι δολοφόνος. Θα πρέπει να τους διαψεύσει.

Αν όμως λέει ψέματα στον εαυτό της;

Κριτική

            Ένα βιβλίο χωρισμένο σε τρεις ενότητες. Ο αναγνώστης είναι προετοιμασμένος να διαβάσει για μια ηρωίδα, η οποία προφανώς, δεδομένου όλων των κεντρικών ηρώων που επιλέγουν να πλάσουν η Nicci Gerard και ο Sean French, θα λειτουργεί και θα κινείται ανορθόδοξα. Ο ευρωπαίος αναγνώστης έρχεται και σε μια επαφή με το αγγλοσαξωνικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης, το οποίο παρουσιάζει τις ομοιότητες και τις συγγένειες που εμφανίζονται στην πλειοψηφία των κινηματογραφικών δικαστικών θρίλερ.

          Ένα χωριό, το Όουκχαμ της Αγγλίας,  βρίσκεται απομονωμένο λόγω έκτακτων καιρικών συνθηκών και της πτώσης ενός δέντρου που έφραξε την πρόσβαση του έξω κόσμου με αυτό. Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι η απομόνωση του φυσικού χώρου λόγω κάποιου απρόοπτου συμβάντος που συνθλίβει την κανονικότητα, μας θύμισε και «την Θεραπεία» του Sebastian Fitzek, όπου ο Βίκτωρ βρίσκεται απομονωμένος στο νησί του λόγω των θυελλωδών ανέμων και την μη δυνατότητα διατήρησης της ακτοπλοϊκής σύνδεσης των ντόπιων με το νησί. Η απομόνωση της Τάμπιθα στο σωφρονιστικό κατάστημα μας έφερε στο νου εικόνες από τις περιγραφές και τις συλλήψεις υπόπτων από το «Κόκκινο Δωμάτιο» για στυγερά εγκλήματα των ιδίων συγγραφέων και αναμνήσεις από τον εγκλεισμό της Χάνα Ντόχερτι σε κλειστή ψυχιατρική δομή στο «Ρέκβιεμ του Σαββάτου» πάλι των ιδίων ή της Αλίσια Μπέρενσον της  «Σιωπηλής Ασθενούς» του Αλέξανδρου Μιχαηλίδη. Το μοτίβο του εγκλεισμού, της απομόνωσης και της σταδιακής άτυπης περιθωριοποίησης των ηρώων εμφανίζεται συχνά στα αστυνομικά μυθιστορήματα. Η έκπληξη, ο αιφνιδιασμός και η επάνοδος για την ηθική αποκατάσταση πρωτίστως των ηρώων αποτελεί ακόμη ένα μοτίβο, το οποίο επαναλαμβάνεται.  

          Εν κατακλείδι, «η Κατηγορούμενη» αν και  επεδίωξε  να μαυρίσει την καρδιά μας με τα συνηθισμένα κόλπα των δημιουργών της, κατάφερε εν μέρει να βοηθήσει τον αναγνώστη να οξύνει την ικανότητα του να παρατηρεί και να προσέχει τις διαφορετικές υποκειμενικές αλήθειες που φέρει  ο καθένας μας όντας μοναδικές ξεχωριστές προσωπικότητες. Ο μύθος της απόλυτης αντικειμενικής πραγματικότητας και της αταλάντευτης αλήθειας κλυδωνίζεται και καταρρέει. Για τον λόγο αυτό θεωρούμε ότι «η Κατηγορούμενη» δεν θα πρέπει να αθωωθεί  αλλά μόνο να …διαβαστεί.   

Ο Χαλαζίας διάβασε τα «Παιδικά Χρόνια του Σαίξπηρ» του J. Roland Evans

Ένα παιδικό μυθιστόρημα με ήρωα τον Σαίξπηρ – και όχι, δεν αναφερόμαστε στον ομόηχο και σατυρικό έλληνα ράπερ, Σέξπυρ –  στα πρώιμα χρόνια της νιότης του. Ένα έργο που προβάλλει την «ποιητική» φύση του γνωστού βρετανού συγγραφέα και καταδεικνύει το γνήσιο ενδιαφέρον του για το θέατρο και την γλώσσα. Μέσα από το διαπραγματευόμενο αυτό βιβλίο με επίκεντρο ένα παιδί με έμφυτο χάρισμα και φυσικό ταλέντο στην χρήση και στον χειρισμό του ποιητικού λόγου και στη κατασκευή  δυνατών συγκινησιακά λεκτικών μηνυμάτων που αγγίζουν  και ενθουσιάζουν τους αριστοκρατικούς – και όχι μόνο – κύκλους της εποχής, εξοικειώνεται το αναγνωστικό κοινό με την μακρά θεατρική παράδοση που διατρέχει το Λονδίνο. Ένα αλλοπαρμένο αγόρι που αδιαφορεί και ασφυκτιά στα περίκλειστα στεγανά που χτίζει και ορθώνει   ο πατέρας του και μαγνητίζεται  από τον καθημερινό κόσμο που βιοπορίζεται, δοκιμάζει και τυχοδιωκτικά επιβιώνει προκειμένου να συλλέξει εμπειρίες, να μάθει ιστορίες και να ψυχαγωγήσει. Στο ενδεχόμενο που ενδιαφέρεστε να διαβάσετε ένα παλαιό και εξαντλημένο βιβλίο  και να έρθετε σε μια πρώτη επαφή με το έργο του Σαίξπηρ, τότε το βιβλίο αυτό του Evans είναι μια καλή αφορμή για να γνωρίσετε τα προϊόντα της καλλιτεχνικής παραγωγής αυτού του αγγλοσάξονα κλασικού θεατρικού συγγραφέα. Ο Σαίξπηρ, ο χαϊδεμένος της μητέρας του έρχεται σε επαφή με πρόσωπα της ανώτερης κοινωνικής πυραμίδας και καταφέρνει μέσα από την ξεχωριστή προσωπικότητα του και τα εγγενή χαρίσματα που διαθέτει να τους μαγεύσει. Ταυτόχρονα μελετά και εντρυφά τους αρχαίους έλληνες κλασικούς συγγραφείς και διαβάζει απολαμβάνοντας το αγαθό της μόρφωσης που του παρέχει η φιλοξενία και η ευμάρεια κοντά στους ευγενείς της εποχής. Η σωματική άσκηση, η όξυνση των νοητικών διεργασιών και λειτουργιών και η επαφή με έργα οικουμενικής καθολικής αποδοχής θωρακίζουν τον Σαίξπηρ και διαμορφώνουν μια ολοκληρωμένη και πολύπλευρη προσωπικότητα προορισμένη να στολίσει το αγγλικό θέατρο και λογοτεχνία.      

            Κριτική

                Ένα βιβλίο εποχής που συντροφεύει τον αναγνώστη στην περιήγηση και στην βιοπάλη που χαρακτηρίζει τα μεσαία και κατώτερα κοινωνικά στρώματα της βρετανικής επαρχίας και στις ελίτ του μητροπολιτικού Λονδίνου.  Μέσα στο βιβλίο περικλείονται αποσπάσματα από τα σημαντικότερα έργα του Σαίξπηρ, αν και οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι η ιστορία μας φάνηκε από αδιάφορη έως ανιαρή και προβλέψιμη όσον αφορά την έκβαση της. Σούπερ ήρωας αναδεικνύεται σε όλες τις περιστάσεις ο Σαίξπηρ και υπογραμμίζεται υπογείως η αξία και το κοινωνικό γόητρο που απορρέει από την ανοδική του κοινωνική κινητικότητα.

            Ως λογοτεχνικό προϊόν το συγκεκριμένο βιβλίο δεν ξεχωρίζει ως προς την πρωτοτυπία του.  Μολονότι ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να έλθει σε μια πρώτη επαφή με  έναν σπουδαίο συγγραφέα, η έκβαση της υπόθεσης του βιβλίου του Evans δεν καταφέρνει να συνεπάρει και να  προκαλέσει ρίγη συγκίνησης στους αναγνώστες. Ενδεχομένως να παίζει ρόλο ότι το βιβλίο αυτό είναι αποσυνδεδεμένο με το σήμερα. Σε μια εποχή που ο θεσμός της βασιλείας στα περισσότερα κράτη του δυτικού κόσμου έχει μια θέση διακοσμητική και η παράδοση συνεχίζεται αποκλειστικά λόγω της σύνδεσης της με το παρελθόν και το συλλογικό υποσεινήδητο, ενδεχομένως από τις συντριπτικές μάζες των αναγνωστών να θεωρείται το βιβλίο αυτό παρωχημένο, απαρχαιωμένο, αναχρονιστικό  και εν μέρει παλιομοδίτικο.  

Βασίλισσες, αριστοκράτες, ευγενείς, βαρόνοι, ακόλουθοι. Μια στρατιά παρασιτικών ομάδων της βρετανικής ελίτ απομυζούσε τα οφέλη της πολιτικής οντότητας της αποικιοκρατικής αυτοκρατορίας εκμεταλλευόμενη τον θεσμό της πειρατείας και εξαργύρωνε οικονομικά τα οφέλη που απολάμβαναν από τις ληστρικές επιδρομές των πειρατών .  Ενδιαφέρον ωστόσο είναι το στοιχείο ότι μέσα από το βιβλίο αυτό μαρτυρείται η μυστική αλληλεξάρτηση και σχέση των θεσμών της βασιλείας και της πειρατείας.

Ένα βιβλίο, στο οποίο εξυμνείται το θάρρος, η τόλμη, η γενναιότητα,  η ευφυΐα, η στοχοπροσήλωση  και η πολυπραγμοσύνη του Σαίξπηρ. Ένας καταπιεσμένος καλλιτέχνης με όνειρα και φιλοδοξίες βρίσκει διέξοδο και απολαμβάνει την προσβασιμότητα στην γνώση, δράττει την ευκαιρία και επισκέπτεται το Λονδίνο, γνωρίζει το θέατρο και μαγεύεται από αυτό επιμένοντας με την πρώτη ευκαιρία να ανέβει στην σκηνή και να του εμπιστευτεί ο θιασάρχης έναν ρόλο.

Εν κατακλείδι, αν ενδιαφέρεσαι να διαβάσεις ένα παιδικό βιβλίο σε άμεση συσχέτιση με το θέατρο και την ποίηση, τότε «τα παιδικά χρόνια του Σαίξπηρ» είναι ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της εποχής που γράφτηκε. Ενδεχομένως σήμερα να μην ενθουσιάζει στον ίδιο βαθμό δεδομένου ότι τα σύγχρονα βιβλία έχουν περισσότερο πλούσιες και ρεαλιστικές  εικονογραφήσεις και ο λόγος είναι περισσότερο ζωηρός  και επίκαιρος με την εποχή.  Ενδεχομένως να μην είναι τυχαίο το γεγονός ότι το βιβλίο αυτό δεν έχει επανεκδοθεί στα ελληνικά γράμματα. Για τους διψασμένους βιβλιοπότες που αποκηρύσσουν σκόπιμα τις νέες εκδόσεις και αρέσκονται να διαβάζουν παλιά βιβλία είναι μια πρόταση χωρίς όμως αυτό να σηματοδοτεί ότι  το κεφάλι θα πρέπει να φουσκώσει με ασύμμετρες αναγνωστικής απόλαυσης προσδοκίες.       

Ο Χαλαζίας διάβασε την συλλογή διηγημάτων «Ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας και άλλες ιστορίες» του Oscar Wilde

Λιτές διδακτικές ιστορίες σε απλή φόρμα και δωρικό ύφος παρέχουν στους αναγνώστες ένα ανακουφιστικό αφηγηματικό περίβλημα, το οποίο είναι ικανό να απορροφήσει τους κραδασμούς της στείρας και σκληρής πραγματικότητας και να ενυδατώσει τα σταφιδιασμένα μυαλά των διψασμένων αναγνωστών με συμπυκνωμένες δόσεις σοφίας και να τους κεράσει δυνατά σφηνάκια με καθολικές και διαχρονικές ηθικές αξίες. Αν έχετε κουραστεί να διαβάζετε ιστορίες με σύνθετη πλοκή και πλήθος χαρακτήρων και επιθυμείτε να κάνετε ένα διάλλειμα ανατρέχοντας σε έναν κλασικό συγγραφέα, ο οποίος γράφει στη δεδομένη περίπτωση παραμύθια με έντονη την χρήση των συμβολισμών στα διηγήματα του, μπολιασμένα  με τα στοιχεία της κοινωνικής κριτικής που αγγίζουν τα σύνορα του  πολιτικού εμπρησμού, τότε ο «Ευτυχισμένος Πρίγκιπας και άλλες ιστορίες» είναι μια συλλογή, την οποία οφείλετε να διαβάσετε. Τα μανιφέστο συνηθίζεται να αρθρώνουν έναν πολιτικό λόγο που δυναμιτίζουν την κοινωνική ειρήνη και διαρρηγνύουν την κοινωνική συνοχή. Ωστόσο, η συλλογή αυτή παραμυθιών του Oscar Wilde συνιστά μια καμουφλαρισμένη πολιτική διακήρυξη για την αλληλεγγύη, την φιλία, την αφοσίωση, την ζωή και τον έρωτα ενδεδυμένη με ένα παραμυθένιο πέπλο παιδικής αφέλειας . Ταυτόχρονα ο Oscar Wilde μέσα από αυτό το βιβλίο παίρνει την εκδίκηση του και κατοχυρώνει για τον εαυτό του μια θέση  για το πάνθεον των κλασικών συγγραφέων παραμυθιών μεταξύ του Hans Christian Andersen και των αδελφών Grimm.  

Περίληψη από το οπισθόφυλλο

                Πολλοί πιστεύουν πως ο συγγραφέας του Ντόριαν Γκρέυ και του Ντε Προφούντις είναι επίσης μεγάλος σ’ αυτή τη συλλογή που αποτελείται από τέσσερα διαφορετικά διηγήματα με τους τίτλους: «Ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας», «Ο Αφοσιωμένος Φίλος», «Ο Νεαρός Βασιλιάς»  και «Ο Ψαράς και η  Ψυχή του». Όλα ξεχωρίζουν για την πλοκή, το χιούμορ και την τρυφεράδα τους. Ένα έξοχο ανάγνωσμα για κάθε ηλικία. 

Κριτική

                Το βιβλίο αυτό είναι σχετικά ολιγοσέλιδο και ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να διαβάσει την κάθε ιστορία ως μια αυτοτελή οργανική ενότητα. Αξίζει να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο βιβλίο ενδείκνυται να προσφερθεί και ως δώρο λόγω αφενός της κλασικής και διαχρονικής αξίας του έργου του συγγραφέα και αφετέρου λόγω του γεγονότος ότι όλες οι ιστορίες είναι γεμάτες με νόημα και ουσία. Τα παιδιά ενδεχομένως να το εκτιμήσουν σε μεγαλύτερο βαθμό δεδομένου ότι όλες οι ιστορίες έχουν στην πραγματικότητα την μορφή παραμυθιού, τα οποία δημιουργούν ιδιαίτερη έξαψη στην παιδική φαντασία.

    Ο Oscar Wilde ασκεί κριτική στον συντηρητισμό και στις κυρίαρχες πολιτικές και οικονομικές ελίτ, οι οποίες οδηγούνται στη προκλητική σπατάλη δημόσιου χρήματος ενώ ταυτόχρονα οι μεγάλες λαϊκές μάζες βουλιάζουν στην ανέχεια και την φτώχεια. Δυστυχώς ο Oscar Wilde αναδεικνύεται πιο επίκαιρος από ποτέ μέσα από τις ιστορίες του ακόμη και σήμερα και επιβεβαιώνεται έτσι η κλασική και διαχρονική αξία του έργου του. Η κοινωνική αδικία, η αφοσίωση, η αρρώστια είναι μερικές μόνο από τις θεματικές που αγγίζει με έναν πολύ ευαίσθητο τρόπο και προκαλεί κύματα συγκίνησης και ενσυναίσθησης στον αναγνώστη. Η εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας και η αλλοτρίωση του ατόμου από το ίδιο το προϊόν της εργασίας του αποτυπώνεται στην ιστορία του Νεαρού Βασιλιά. Η ιερότητα του μαρτυρίου είναι μια έννοια που περιστρέφεται γύρω από το βιβλίο του και ενδεχομένως να σχετίζεται και με κάποιον τρόπο και με την παράδοση των βιβλίων τρόμου και θρίλερ που αναδύονται τα τελευταία χρόνια. Εξάλλου ας μην λησμονούμε το γεγονός ότι ο Oscar Wilde συνέγραψε και «το Φάντασμα των Κάντερβιλ», ένα βιβλίο στο οποίο με σαρκαστική διάθεση και ειρωνικό πνεύμα προσπαθεί να εκμαυλίσει την σκοτεινή παράδοση του τρόμου.

       Εν κατακλείδι, «ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας και άλλες Ιστορίες» είναι μια συλλογή παραμυθιών με ιστορίες αρκετά εύστοχες, που μιλάνε στις καρδιές των ανθρώπων χωρίς να καταλήγουν να είναι ανιαρές και κουραστικές. Ο συγγραφέας γράφει με απλότητα και αμεσότητα τις ιστορίες του χωρίς να χρειάζεται ο μέσος αναγνώστης να διεισδύσει στα κείμενα του με ειδικούς εστιακούς φακούς για να κατανοήσει το νόημα και να συλλάβει και να κατακτήσει την ουσία του έργου του. Η αισθητική απόλαυση των κειμένων του Oscar Wilde στη δεδομένη περίπτωση συμπίπτει με την ηθική ενδυνάμωση και εμψύχωση των αναγνωστών του.  

Ο Χαλαζίας διάβασε το «Ξαναβρήκα το φίλο μου» του Fred Uhlman

Μια αυτοβιογραφική νουβέλα που αποτυπώνει την ατμόσφαιρα και το κλίμα που επικρατούσε στη προπολεμική Στουττγκάρδη, όπου ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να περιπλανηθεί νοερά στην περιοχή της Σουαβίας της Νότιας Γερμανίας και να διεισδύσει  στις αναμνήσεις  και στις εικόνες του συγγραφέα από τις κοινές εξορμήσεις του με τον καλύτερο του φίλο στην ευρύτερη περιοχή   του Μέλανα Δρυμού και της λίμνης της Κωνσταντίας μαζί με τον καλύτερο του φίλο και συμμαθητή του και να γίνει κοινωνός των εξερευνήσεων και των αναζητήσεων του. Ταυτόχρονα, ο αναγνώστης περιπλανιέται μέσα από την ματιά του συγγραφέα στο δύσκολο και μοναχικό μονοπάτι της εφηβείας και αναψηλαφεί την σημασία της πρώτης  φιλίας για την μετέπειτα ζωή του Fred Uhlman. Σε μια πολιτικά και οικονομικά έκρυθμη και ταραγμένη περίοδο της Γερμανίας  μια αληθινή φιλία δοκιμάζεται και κλυδωνίζεται. Ο χρόνος θα επιβεβαιώσει την γνησιότητα και την αμοιβαιότητα της φιλίας των δύο εφήβων ή  είναι καταδικασμένοι οι δύο νέοι στο να καταδειχθεί  ο εφήμερος και καιροσκοπικός χαρακτήρας της σχέσης τους; Δύο  ψυχές που από την μοίρα είναι προορισμένες να διαγράψουν τη δική τους πορεία και να αποδείξουν αν εντέλει επέλεξαν να προδώσουν ή διάλεξαν να υπερασπιστούν την φιλία και τις ηθικές αξίες τους.   

Περίληψη από το Οπισθόφυλλο

Ο Χανς Σβαρτς, μοναχογιός ενός Εβραίου γιατρού, είναι δεκάξι χρονώ. Στο σχολείο που φοιτά, το καλύτερο γυμνάσιο της Στουττγκάρδης, νιώθει μοναξιά. Κανένας από τους συμμαθητές του δεν ανταποκρίνεται στο «ρομαντικό ιδανικό» της φιλίας που έχει πλάσει ευαίσθητη εφηβική του φύση. Κάποια μέρα όμως φτάνει ένας καινούριος μαθητής, ο Κάνραντιν φον Χόχενφελς, που τα χει όλα.

Οι δυο νεαροί γίνονται αχώριστοι και για μερικούς μήνες ο Χανς αισθάνεται απόλυτα ευτυχισμένος. Πώς, όμως, μπορεί να διαρκέσει μια φιλία ανάμεσα σ’ ένα εβραιόπουλο κι έναν γνήσιο εκπρόσωπο της Αρίας φυλής το 1932, την εποχή που ανέβαινε ο ναζισμός κι ο αντισημιτισμός εκδηλωνόταν με κάθε τρόπο;   

Αυτό το παρελθόν έρχεται να το ξαναζωντανέψει ένα γράμμα τριάντα χρόνια μετά…

Κριτική

          Μια τρυφερή ιστορία που διαπραγματεύεται ένα από τα κυρίαρχα συλλογικά τραύματα της Γερμανίας με φυσιολατρικές και γεωγραφικές αναφορές από την περιοχή της Σουηβίας. Ένα σύντομο μυθιστόρημα  που μας έφερε εν μέρει στο νου και το  Nicht alle waren Moerder. Eine Kindheit in Berlin του Michael Degen και υπενθυμίζει στον αναγνώστη ότι η ανθρωπιά είναι μια πανανθρώπινη αξία που  υπερέχει έναντι οπουδήποτε συστήματος ιδεών και κοσμοθεωρίας. Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι η ιστορία του Fred Uhlman διαδραματίζεται κατά βάση στην περιοχή της Βάδης και την Στουττγκάρδη ενώ το βιβλίο του Degen στο Βερολίνο.

          Μια σύγκρουση πολιτισμών στο πολιτικό παρασκήνιο σφυροκοπά μια φιλία. Η υποτακτικότητα, η υπακοή κι η αυταρχικότητα συγκρούονται με τον πλουραλισμό, την πολυσυλλεκτικότητα και τις πολιτικές ανοχής, ένταξης και ενσωμάτωσης του διαφορετικού. Η άνοδος του ναζισμού και του φασισμού στη Γερμανία έχει ως αποτέλεσμα την βίαιη εκδίωξη, τον εκτοπισμό και την φυσική εξόντωση χιλιάδων εβραίων – και όχι μόνο. Η επιρροή του κοινωνικού περιβάλλοντος διαμορφώνει και πλάθει τον εαυτό κάθε εφήβου αντικρίζοντας τον κατοπτρικό εαυτό του. Οι συλλογικές προσδοκίες για τις πολιτικές τοποθετήσεις και τους ιδεολογικούς προσανατολισμούς των εκπροσώπων της αριστοκρατικής κοινωνίας της αριανής φυλής και η ταυτόχρονη οικοδόμηση και αναπαραγωγή προκαταλήψεων και προκατασκευασμένων αντιλήψεων για τους εβραίους ενδεχομένως να οδηγούν στην αλλοτρίωση κάθε εν μέρει αδιαμόρφωτης εφηβικής συνείδησης. Ωστόσο, οι δύο φίλοι θα ενδώσουν να προδώσουν την φιλία τους ή θα την υπερασπιστούν βουβά και φανερά;

          Ένα ολιγοσέλιδο μυθιστόρημα που αναφέρεται στο μεγαλύτερο μέρους του στα χρόνια πριν την έκρηξη του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Καθηλωτικό διότι δεν αναλώνεται με  μακροσκελείς αναλυτικές και διεξοδικές περιγραφές σε αιματηρές φρικαλεότητες και σε απάνθρωπα εγκλήματα  πολέμου της περιόδου αλλά ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να ταυτίζεται σε πρώτο επίπεδο με τις ζωηρές αναμνήσεις του συγγραφέα για τις  εξορμήσεις  του σε ελκυστικά φυσικά τοπία της Νοτίου Γερμανίας, να απολαμβάνει τις κουβέντες, την ανταλλαγή απόψεων και τις εκτενείς συζητήσεις μεταξύ του συγγραφέα και του φίλου του για συλλογές βιβλίων, για συλλογές ορυκτών πετρωμάτων και  αντιγράφων αρχαίων νομισμάτων και εν συνεχεία ο ίδιος ο αναγνώστης όντας πλέον εξοικειωμένος για τον ισχυρό δεσμό των δύο αυτών νέων να καλείται να μοιραστεί και να αντιμετωπίσει το κρίσιμο και θλιβερό δίλημμα του ναζισμού.

          Εν κατακλείδι, ο Fred Uhlman μέσα από το «ξαναβρήκα τον φίλο μου» χωρίς να ξοδεύει χαρτί και μελάνι από την πέννα του και σεβόμενος απόλυτα τον αναγνωστικό χρόνο καταφέρνει να μην αναλωθεί στις εντάσεις και τις υπερβολές του τέλους της λογικής και της λογικής του πολέμου αλλά να καταδείξει ότι οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές είναι αθώα θυματοποιημένα πλάσματα μιας έκρυθμης πολιτικής περίστασης και ο Uhlman μέσα από την αφήγηση του καταδικάζει τις ιστορικές παραδόσεις και τις λαϊκές δοξασίες που «στρατολόγησαν» αθώους ανθρώπους σε μια ακατανόητη και ακατάληπτη ανθρωποθυσία. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι μέχρι και η τελευταία πρόταση της τελευταίας παραγράφου είναι καθοριστική για την ανατροπή της τελικής έκβασης της αφήγησης. Ένα βιβλίο που χωρίς ιδιαίτερη δράση επιτυγχάνει να συγκινεί και να ταξιδεύει τον αναγνώστη στα άγνωστα πατρογονικά εδάφη της Βυρτεμβέργης χωρίς να είναι με την απόλυτη έννοια κοινωνός ο συγγραφέας του της Heimatland.

Ο Χαλαζίας διάβασε το «Σπίτι για Πέντε» της Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου

Περιστρεφόμενοι για αιώνες γύρω από την σταθερή τροχιά της οικογένειας του αγροτικού χώρου η παραδοσιακή εκτεταμένη οικογένεια κυριάρχησε ως το κυρίαρχο θεσμικό μοντέλο αναπαραγωγής της ελληνικής περιφέρειας  όπου όλα ανεξαιρέτως τα μέλη της μοιράζονταν την ίδια στέγη και τους ίδιους πενιχρούς πόρους.  Ωστόσο, το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου επέφερε εκτός από τις παρελκόμενες παρενέργειες των πολυετών συγκρούσεων (φτώχεια, ανέχεια και εγκατάλειψη της υπαίθρου), την  μεταπολεμική εσωτερική μετανάστευση και την  βίαιη αστικοποίηση με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί σταδιακά ένα νέο μοντέλο οικογένειας , η πυρηνική,  όπου κάτω από την ίδια στέγη διαμένουν πλέον μαζί γονείς και παιδιά. Ωστόσο, η έξοδος της γυναίκας στην αγορά εργασίας, η αύξηση των διαζυγίων, η άνοδος του φεμινιστικού κινήματος και άλλες κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις δημιούργησαν ευνοϊκές συνθήκες με αποτέλεσμα νέες μορφές οικογένειας να εμφανίζονται στο προσκήνιο. Μονογονεϊκές οικογένειες, ανασυγκροτημένες οικογένειες ( οικογένειες με γονείς που ξαναπαντρεύονται/ ξανανυμφεύονται) , οικογένειες διπλής σταδιοδρομίας, θετές οικογένειες, οικογένειες ελεύθερης συμβίωσης, ομοφυλοφιλικές οικογένειες και οικογένειες που απέκτησαν παιδί με την χρήση της βιοτεχνολογίας (τράπεζα σπέρματος, παρένθετη μητέρα, τεχνική γονιμοποίηση)  είναι οι νέες μορφές που αποτελούν περαιτέρω διακλαδώσεις του θεσμού της  πυρηνικής οικογένειας.

Η Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου με το βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών μυθιστόρημα της αναδεικνύει τις προκλήσεις που καλούνται να διαχειριστούν ενήλικες και παιδιά όσον αφορά την προβληματική της οικογένειας και δημιουργεί εύλογα ερωτήματα το γεγονός ότι μολονότι έχουν περάσει 35 χρόνια από την 1η έκδοση του βιβλίου της , η θεματική του «σπίτι για πέντε» εξακολουθεί και παραμένει δραματικά επίκαιρη. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι για το βιβλίο αυτό βραβεύτηκε η συγγραφέας του με τον Έπαινο Pier Paolo Vergerio του Πανεπιστημίου της Padova ενώ κυκλοφόρησε και στα ιαπωνικά από τον εκδοτικό οίκο Yugaku Sha το 1990. Επίσης αξίζει να σημειωθεί ότι το βιβλίο αυτό μεταφέρθηκε στην ελληνική τηλεόραση και  η υπόθεση του γυρίστηκε ως ταινία στην Ιαπωνία.  Το δεδομένο μυθιστόρημα διαπραγματεύεται τις σχέσεις και τις εντάσεις που προξενούνται στους κόλπους μιας ανασυγκροτημένης οικογένειας μέσα από τις προσωπικές αφηγήσεις και τις εξομολογήσεις των τεσσάρων πρωταγωνιστών της ιστορίας.  

Περίληψη από το Οπισθόφυλλο

Ο Φίλιππος, 12 χρονών, αντιμετωπίζει μια νέα οικογενειακή ζωή: η μητέρα του, χωρισμένη με τον πατέρα του από χρόνια, παντρεύεται τον Ορέστη, πατέρα του εννιάχρονου και πολύ ζωηρού Άρη, που έχασε τη δική του μητέρα όταν ήταν μωρό. Η ασυνήθιστη αυτή οικογένεια μετακομίζει σε καινούριο σπίτι και ο Φίλιππος αρχίζει να καταγράφει σ’  ένα μικρό μαγνητόφωνο τις εντυπώσεις του, τα παράπονα, τους θυμούς, τα προβλήματα που του δημιουργεί αυτή η συμβίωση. Δεν είναι όμως ο μόνος που διηγείται σ’ αυτό το βιβλίο. Σύντομα θα τον μιμηθεί και ο μικρός Άρης, ενώ η μητέρα θα γράφει τα νέα της οικογένειας στην αδερφή της, στην Κρήτη, και ο Ορέστης θα τηλεφωνεί κάθε τόσο στον καλύτερο φίλο του. Έτσι, με τέσσερις διαφορετικούς μονόλογους, θα ξετυλιχτεί μια σύγχρονη ιστορία γεμάτη κωμικά επεισόδια, αλλά και κάποιες τραγικές στιγμές, ώσπου να εμφανιστεί ένα νέο μέλος στην οικογένεια και το καινούριο σπίτι να γίνει «σπίτι για πέντε».  

Κριτική

                Πρωταγωνιστές της ιστορίας είναι ο Φίλιππος, ο Άρης, η Άννα και ο Ορέστης. Η Άννα και ο Ορέστης είναι οι γονείς μιας ανασυγκροτημένης οικογένειας ή αλλιώς μιας οικογένειας δεύτερου γάμου και ταυτοχρόνως μιας οικογένειας διπλής σταδιοδρομίας. Η Άννα από τον πρώτο της γάμο έχει έναν γιο, τον Φίλιππο. Ο Ορέστης έχασε την γυναίκα του λίγο καιρό μετά αφού  γεννήθηκε ο Άρης. Η Άννα και ο Ορέστης γνωρίζονται, παντρεύονται ωστόσο  η συμβίωση μεταξύ των δύο παιδιών αποτελεί τον βασικό πυρήνα της ιστορίας και αποδεικνύεται αρκετά δύσκολη.

          Σε κάθε κεφάλαιο του βιβλίου της Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου εξιστορείται η προσωπική αφήγηση του κάθε χαρακτήρα. Αξίζει να σημειωθεί ότι για τον κάθε χαρακτήρα και για το κάθε μέσο καταγραφής των προσωπικών του σκέψεων που χρησιμοποιεί, υιοθετεί η συγγραφέας και μια διαφορετική γραμματοσειρά. Για παράδειγμα, οι επιστολές της Άννας είναι γραμμένες σε γραμματοσειρά italics, σε διαφορετική γραμματοσειρά είναι οι τηλεφωνικές συνδιαλέξεις του Ορέστη ενώ τόσο ο Φίλιππος όσο και ο Άρης επειδή επιλέγουν και οι δύο να κρατούν μαγνητοφωνημένο ημερολόγιο μοιάζει να επιλέγεται από την συγγραφέα η ίδια γραμματοσειρά με μοναδική διαφορά το μέγεθος της.    

          Ένα από τα κομβικά ερωτήματα που τίθενται μέσα από τις σελίδες του συγκεκριμένου μυθιστορήματος είναι εάν δύο παιδιά από διαφορετικούς γονείς μιας ανασυγκροτημένης οικογένειας μπορούν να θεωρηθούν αδέρφια. Μολονότι η απάντηση μοιάζει προφανής αναζητώντας να δώσουμε μια πειστική εξήγηση  συμπεραίνουμε ότι ο καθορισμός της σχέσης ενδεχομένως να είναι λίγο θαμπός και ασαφής. Σύμφωνα με την ετυμολογία της λέξης το «αδελφός-ή» προέρχεται από το –α (αθροιστικό) και τη λέξη δελφύς (=μήτρα) Ο αδελφός-η που γεννήθηκε από την ίδια μητέρα αλλά από διαφορετικό πατέρα ονομάζεται «ομομήτριος-α» ή «ομογάστριος-α». Στα αρχαία ελληνικά αντιθέτως ο αδελφός – ή που γεννήθηκε από τον ίδιο πατέρα αλλά από διαφορετική μητέρα ονομάζεται «ομοπάτριος αδελφός-ή» ή εναλλακτικά «φράτηρ» ή «κασίγνητος». Ενδεχομένως αν είχαν μεταλαμπαδευτεί αυτές οι σημασιολογικές διαφοροποιήσεις της συγγένειας από την αρχαία στην νέα ελληνική γλώσσα τέτοιου είδους συγχύσεις και παρεξηγήσεις να είχαν αποσοβηθεί. Δεδομένου όμως ότι η λέξη «αδερφός» είναι αρκετά αφηρημένη ως έννοια στο σύγχρονο κόσμο προκαλούνται σοβαρές παρενέργειες μέσα από την χρήση της γλώσσας και την κοινωνική κατασκευή των νοημάτων στα ίδια τα υποκείμενα.

          Συμπερασματικά, το βιβλίο «σπίτι για πέντε» είναι ένα βραβευμένο βιβλίο γραμμένο με εύληπτο τρόπο όπου  η συγγραφέας του καταφέρνει να γράφει αληθινά μέσα από τα μάτια και την οπτική του κάθε χαρακτήρα χωρίς να προδίδεται η γνησιότητα της προσωπικότητας που του έχει δομήσει. Ένα συγκινητικό βιβλίο με  happy end που προκαλεί χρήσιμο και επωφελή αναστοχασμό στον εκάστοτε  αναγνώστη απομακρύνοντας τις βλαβερές συνέπειες του εφησυχασμού και της απάθειας που αφορούν τις εκφάνσεις της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας.

  ΥΓ: Μέσα στις σελίδες του βιβλίου αυτού γίνονται  αναφορές και νύξεις και σε άλλα παιδικά και εφηβικά βιβλία της εποχής –μέσα από τον Φίλιππο τον γιο της Άννας – όπου  προωθείται εμμέσως η φιλαναγνωσία. Αναλυτικότερα γίνονται αναφορές στο «Εμένα με νοιάζει» της Γαλάτειας Γρηγοριάδου – Σουρέλη, στο «Αρχίζει το Ματς» της Αγγελικής Βαρελά και μια έμμεση αναφορά στο καθηγητή γερμανικών του Φιλίππου, τον Κου  Νόιγκερ ,δανεισμένου χαρακτήρα εν συνεχεία στο επόμενο βιβλίο της Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου  όπου θα ξανασυναντήσουμε και το Φίλιππο μαζί με τα ετεροθαλή αδέρφια του στο «Λάθος, Κύριε Νόιγκερ!