Ο Χαλαζίας αναπόλησε την «Νινέτ» της Ζωρζ Σαρή


Προς Θεού μην αγγίξετε και μην διαβάσετε για κανέναν λόγο αυτό το βιβλίο αν είστε πολέμιος της εγκωμολογίας και της τυπικής εορταστικής απονομής επαίνων και βραβείων σε καλλιτεχνικά έργα! Η απονομή του Α’ Βραβείου Παιδικής Λογοτεχνίας το 1994  για την «Νινέτ» θα σας «τυφλώσει» με αποτέλεσμα να νιώθετε ανήμπορος  στην εξέταση του έργου αυτού της Ζωρζ Σαρή και να καθίσταται αδύνατον να σταθείτε αδέσμευτοι επιρροής από τα λιβανιστήρια και τις δοξολογίες των θεσμικών καλλιτεχνικών οργάνων .

Προς Θεού μην αγγίξετε και μην δοκιμάσετε να διαβάσετε για κανέναν λόγο αυτό το βιβλίο εάν επιπλέον απορρίπτετε την αξία των μηχανισμών του τυπικού σχολικού συστήματος, της σχολικής γνώσης και του περιεχομένου των Αναλυτικών Προγραμμάτων Σπουδών σε συνάρτηση με τα σχολικά εγχειρίδια. Η ύπαρξη σχετικού αποσπάσματος της «Νινέτ» στους μαθητές της Α Γυμνασίου στα πλαίσια της εκπαιδευτικής διαδικασίας και της διδασκαλίας του μαθήματος των Νέων Ελληνικών θα σας αποθαρρύνει στο να εκτιμήσετε την αληθινή λογοτεχνική αξία του έργου αυτού με αποτέλεσμα να κυριευθείτε από ένα διάχυτο αίσθημα δυσπιστίας και αμφιβολίας.   

Προς Θεού μην αγγίξετε και μην τολμήσετε να διαβάσετε για κανέναν λόγο αυτό το βιβλίο εάν εξακολουθεί να διαδραματίζεται μέχρι και την στιγμή που το συλλογίζεστε  ο πόλεμος στην Ουκρανία. Οι ιστορικές αναφορές και πληροφορίες που παρέχονται αφειδώς από την συγγραφέα σε μια εντελώς διαφορετική ιστορική περίοδο από την σημερινή ενδεχομένως να κλυδωνίσουν την οπτική σας και την τοποθέτηση σας για τα πράγματα σε σχέση με την σημερινή «ορθή πλευρά της ιστορίας».    

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Μήπως ο καθένας μας δε θα ήθελε να ζήσει στην Κωνσταντινούπολη, στην Οδησσό, στην Αθήνα, στο Παρίσι ή στο Σαιν Λουί της Σενεγάλης;

Ποιος δε θα ζήλευε τη Νινέτ, που έζησε σε τόσα μέρη; Η Νινέτ, κορίτσι ατίθασο και γεμάτο ερωτήματα, μοιάζει να έχει «σηκώσει μπαϊράκι» από τη στιγμή σχεδόν που γεννήθηκε. Τι ψάχνει να βρει στις πόλεις και στις χώρες όπου έζησε;

Τι είναι εκείνο που κάνει τις αδερφές της να τη θαυμάζουν, τις θείες της ν’ απορούν, τους φίλους της να στέκουν αμήχανοι μπροστά της; Το μυστικό της Νινέτ θα μας αποκαλυφθεί άραγε;    

ΚΡΙΤΙΚΗ

       Πρωταγωνίστρια του λογοτεχνικού αυτού έργου της Ζωρζ Σαρή – όπως εξάλλου δηλώνει και ο ίδιος ο τίτλος του – είναι η Νινέτ. Αξίζει να σημειώσουμε ότι το βιβλίο αυτό ανήκει σε μεγάλο βαθμό στους κόλπους της μυθιστορηματικής βιογραφίας καθώς κεντρικό πρόσωπο αναφοράς είναι η μεγαλύτερη αδερφή της Ζωρζ Σαρή, το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας Σαριβαξεβάνη, η Νινέτ. Η «Νινέτ» χωρίζεται σε πέντε ενότητες σε σχέση με την πόλη όπου εκτυλίσσεται η υπόθεση της ιστορίας της χωρίς ωστόσο η αφήγηση να χάνει την γραμμικότητα της. Έτσι βλέπουμε ότι οι χωρικές ενότητες του έργου είναι οι ακόλουθες: Οδησσός, Αθήνα, Παρίσι, Σαιν Λουί και – ξανά – Αθήνα. Ωστόσο, η ιστορία ξεκινά από την Κωνσταντινούπολη, όπου και είναι η πόλη όπου γεννιέται η Νινέτ. Αξίζει να αναφερθεί ότι στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου υπάρχουν και ασπρόμαυρες  φωτογραφίες των χαρακτήρων και των διάφορων τοποθεσιών που επισκέφτηκαν οι πρωταγωνιστές της ιστορίας

          Ο γραπτός λόγος της Ζωρζ Σαρή είναι μεστός από ιδιωματισμούς και πλούσιος σε γλωσσικά σχήματα. Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι η συγγραφέας έχει επεξεργαστεί σε βάθος τους χαρακτήρες του έργου της  και η αφήγηση της αντανακλά μια μυθιστοριογράφο υψηλού επιπέδου σπάνιος φορέας μιας ανώτερης μόρφωσης και παιδείας. Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι μολονότι έχουμε διαβάσει αρκετά ελληνικά βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας δυσκολευόμαστε σημαντικά να βρούμε εφάμιλλους συγγραφείς σήμερα όπως της Ζωρζ Σαρή ή της Άλκης Ζέη.    

          Οι εθνοτικές συγκρούσεις και ο ρατσισμός μολονότι συνιστούν μια από τις βασικές θεματικές του βιβλίου, ωστόσο η «Νινέτ» εμπεριέχει και αρκετές προκαταλήψεις και έμφυλα στερεότυπα. Είναι θλιβερό διότι φαίνεται ότι και η νέα γενιά  αναπαράγει και κυοφορεί στην επόμενη γενιά την ανωτερότητα της φύσης του άντρα έναντι της γυναίκας έστω και υπήρρητα. Ωστόσο , από την άλλη ας αναλογιστούμε και το ιστορικό πλαίσιο της εποχής και ας μην λησμονούμε ότι το έργο εκδόθηκε πρώτη φορά στα ελληνικά γράμματα το 1993.    

          Το βιβλίο αυτό αποτελεί εν ολίγοις ένα νοερό ταξίδι και μια ιστορική αναφορά στον εκτοπισμό και τον ξεριζωμό των προσφύγων ανεξαρτήτων τόπου προέλευσης. Συγκεκριμένα στην Νινέτ γίνεται αναφορά στην Μικρασιατική Καταστροφή και τις εκκαθαρίσεις των Νεότουρκων, στον εκτοπισμό των ελλήνων από την Οδησσό της Ουκρανίας λόγω της ανόδου του σταλινισμού και στον αντισημιτισμό που αναπτύχθηκε σε κάποιες χώρες της Ευρώπης μετά της άνοδο του φασισμού. Η μετανάστευση εμπεριέχει και την έννοια της οικονομικής μετανάστευσης και αποτελεί έναν πρόσθετο λόγο που  επέλεξε η μητέρα της Νινέτ να εγκαταλείψει την χώρα της και να εγκατασταθεί με τον πατέρα της στην Αθήνα.   Η ιστορία της Νινέτ συντροφεύει τον αναγνώστη καθώς επισκέπτεται η ηρωίδα τα διάφορα μέρη και το βιβλίο τελειώνει με μια γλυκόπικρη γεύση ζαχαρένιας μελαγχολίας. Μιας μελαγχολίας για το χτες που χάθηκε για πάντα. Μιας μελαγχολίας για το αύριο που αλλιώς το φανταζόταν η ηρωίδα και διαφορετικά ενδεχομένως εξελίχθηκε για τις προσδοκίες μας ως αναγνώστη . Μιας μελαγχολίας για τους ίδιους τους ήρωες που προσπαθούν να εκλογικεύσουν και να συμφιλιωθούν με τις επιλογές τους αλλά εν τέλει βρίσκονται και οι ίδιοι εγκλωβισμένοι στις ιστορίες που σχεδίασε για κείνους η συγγραφέας τους και εκείνοι πλέον γίνονται μαριονέττες της λογοτεχνικής φαντασίας της.

          Εν κατακλείδι, η Νινέτ είναι ένα βιβλίο, το οποίο διαβάζοντας το δε θα νιώσετε σοφότεροι αλλά ενδεχομένως να συναντήσετε εμπειρίες που σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν μάλλον αδύνατον να φανταστείτε ότι μπορείτε να τις βιώσετε για να εξερευνήσετε τον εαυτό σας και μέσω της ενσυναίσθησης να επιτύχετε να  τον «εμπλουτίσετε» μέσω αντίστοιχων αναγνωστικών  εμπειριών. Η «Νινέτ»  είναι ένα βιβλίο που αποτυπώνει μια εποχή που δυστυχώς έχει περάσει ανεπιστρεπτί όταν οι παραδοσιακές αξίες και η οικογένεια δεν ήταν θεσμοί νεκροί και πεθαμένοι αλλά ζωντανά κύτταρα μιας προοδευτικής κοινωνίας. Ένα βιβλίο ακόμη της Ζωρζ Σαρή που επιβεβαιώνει ότι η απουσία της σήμερα είναι ακόμη περισσότερο αισθητή για το νεανικό λογοτεχνικό κοινό.     

Ο Χαλαζίας διάβασε «τα Χέγια» της Ζωρζ Σαρή

Αποπροσανατολισμένος μεσήλικας οδηγεί την φιλαναγνωστική του περιέργεια κρατώντας στα χέρια του σταθερά το  τιμόνι στις λεωφόρους της φαντασίας και ξαφνικά πατάει φρένο απότομα αποφασίζοντας να επιστρέψει και να οδηγήσει το όχημα του νου του διασχίζοντας τα  «Χεγια» της Ζωρζ Σαρή. Η διαδρομή αρκετά ευχάριστη και οι αναμνήσεις από την υφολογική γραφή της συγγραφέως και τις εικόνες που δημιουργεί προκαλούν ρίγη συγκίνησης. Δυσκολίες εμφανίστηκαν μόνο στην ανηφόρα του περιεχομένου που επέλεξε η Ζωρζ Σαρή και για τον λόγο αυτό κιόλας η συγκεκριμένη θεματική μολονότι έχουν περάσει ήδη 35 χρόνια από την 1η έκδοση του βιβλίου δεν αποτελεί από τις θεματικές που συνηθίζουν να επεξεργάζονται οι έλληνες συγγραφείς εφηβικών μυθιστορημάτων. Κατά την πορεία του Χαλαζία στον προορισμό του δεν σημειώθηκαν αρκετές αλλαγές ταχυτήτων, εφόσον απολάμβανε να τρέχει με υψηλή ταχύτητα και στροφές για να αγγίξει το συντομότερο δυνατόν την ένταση της λύτρωσης που συνήθιζε να προσφέρει η συγγραφέας στη λήξη της προσωπικής του αναμέτρησης μέσα από την τροχιοδρομική διαδρομή που έχει χαράξει η αγαπημένη στο εφηβικό κοινό λογοτέχνης. Μολονότι όμως τα «Χέγια» ταξίδεψαν τον Χαλαζία οι ζώνες ασφαλείας δεν αφήνουν τον αναγνώστη να ταξιδέψει ξένοιαστα και τον κρατούν όμηρο της πιο ωμής και σκληρής πραγματικότητας. Για τον λόγο αυτόν εφιστούμε την προσοχή διότι για τους  ονειροπόλους έφηβους ταξιδιώτες η εμπειρία αυτού του βιβλίου ενδεχομένως και να γίνει ένα οδυνηρό τροχαίο δυστύχημα με πληγωμένα όνειρα και ακρωτηριασμένα οράματα.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Η Μάτα τελειώνει το λύκειο στη Λαμία, ξέγνοιαστη, με τον πατέρα της και την ανύπαντρη θεία της. Ωστόσο, της κρύβουν κάποιο μυστικό. Η μητέρα της ποια ήτανε; Ζει ή στα αλήθεια έχει πεθάνει; Πρέπει, θέλει να το μάθει. Και τελικά,  αθελά της μαθαίνει ποιος ήτανε ο πατέρας της. Θα σκοντάψει βίαια πάνω στο παρελθόν του. Θα συγκρουστεί μαζί του. Η Μάτα θα εγκαταλείψει τον πατέρα της;

Με την απαράμιλλη τέχνη της η Ζωρζ Σαρή μας παίρνει μαζί της μέχρι το τέλος της ιστορίας αυτής. Ανιχνεύουμε μαζί της τα εφηβικά προβλήματα….

Κριτική

          Ένα λαογραφικό εθιμογραφικό χρονογράφημα με στοιχεία επιστολικής μυθιστοριογραφίας συνιστά το κείμενο που εκδόθηκε το 1987 από τη δημοφιλή συγγραφέα παιδικών και εφηβικών βιβλίων, την Ζωρζ Σαρή στο οποίο και αποτυπώνονται έντονες οι οσμώσεις των εφηβικών αγωνιών και της σφυρηλάτησης μιας πρόωρης πολιτικής συνείδησης. Ο χρόνος έκδοσης του βιβλίου δεν είναι τυχαίος δεδομένου ότι τη δεκαετία του 1980 η Ελλάδα διέρχεται μια περίοδο όπου οι πολίτες παρουσιάζουν έντονη πολιτική οργάνωση στη δημόσια ζωή τους και οι κοινωνικοί αγώνες αποκτούν όλο και μεγαλύτερη παρουσία στη δημόσια δράση. Καταλήψεις σχολικών μονάδων, απεργίες, κλείσιμο επιχειρήσεων, διαδηλώσεις συνιστούν ορισμένες μόνο εκφάνσεις και όψεις της δράσης των πολιτών που ενδιαφέρονται πλέον στη Μεταπολίτευση να έχουν μια συμμετοχική δράση στα κοινά.

          Ο γραπτός λόγος της συγγραφέως συνιστά μια όαση για τον αναγνώστη κάθε ηλικίας και μέσα από «τα Χέγια» δίνεται η ευκαιρία στο αναγνωστικό κοινό να έρθει σε μια πρώτη επαφή και με το έργο του Οδυσσέα Ελύτη. Στοιχεία της λαϊκής μας παράδοσης και της εθνογραφίας παρουσιάζονται και αποτυπώνονται μέσα από την αφήγηση και την παρουσίαση της τοπικής καρναβαλικής διονυσιακής γιορτής –  τα «Χέγια» – σε ένα χωριό έξω από την Λαμία όπου και διαδραματίζεται ένα σημαντικό μέρος της δράσης.

          Το μήνυμα που θέλει να μεταλαμπαδεύσει η Ζωρζ Σαρή στη νέα γενιά αναγνωστών έρχεται σε σύγκρουση με το προσωπικό μας κώδικα αξιών και μολονότι συναισθανόμαστε ότι οι προθέσεις της ήταν αγνές, προκειμένου να προφυλάξει και να προστατέψει τους μελλοντικούς ενήλικες εντούτοις καταλήγει να αγγίζει τα όρια της ανηθικότητας και της ηθικής κατάπτωσης. Σε κάποιο σημείο η Ζωρζ Σαρή σημειώνει το δίπολο «παθητική αντίσταση» και «παθητική εκτόνωση» και μολονότι εξηγεί με πολύ οξυδερκή τρόπο τους κινδύνους και τις απειλές και για τις δύο καταστάσεις ωστόσο επιλέγει να ισορροπήσει στο δρόμο της συμφιλίωσης και της αποδοχής. Ωστόσο, οφείλουμε να αναφέρουμε ότι οι διαδοχικές και αλλεπάλληλες οπισθοχωρήσεις καταλήγουν εντέλει να είναι ατελέσφορες και να οδηγούν εντέλει στην παθητική αποδοχή της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας μηδενίζοντας κάθε απόπειρα ατομικής και συλλογικής δράσης που στόχο έχει την αλλαγή.  Αν συστηματικά οι πολίτες αποφεύγουν στρατηγικά  την σύγκρουση τότε καμία αλλαγή δεν θα είναι εφικτό να συντελεστεί. Αναλογιζόμενοι ότι οι έφηβοι εμφορούνται και από ένα πνεύμα ανατροπής και επαναστατικότητας, το συγκεκριμένο βιβλίο δοκιμάζει ενδεχομένως να κατευνάσει τα πάθη τους και να τους γαλουχήσει στην «κριτική αποδοχή».

          Αξίζει να σημειώσουμε ότι το συγκεκριμένο βιβλίο της Ζωρζ Σαρή που εκδίδεται απ τις εκδόσεις Πατάκη έρχεται ενδεχομένως σε νοερή αντίθεση με τις ιδέες του βιβλίου του Peter Dickinson  «το έβδομο κοράκι» των ίδιων εκδόσεων.

          Συμπερασματικά, «τα Χέγια» είναι ένα εφηβικό μυθιστόρημα που κάνει ιστορικές αναφορές στην περίοδο της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών και περιγράφει τα ζητήματα και τις αγωνίες της εποχής. Η ανεργία, η αστυφιλία, οι παρωχημένες νοοτροπίες που επικρατούσαν για κοινωνική άνοδο και επαγγελματική αποκατάσταση, οι γενικές συνελεύσεις των μαθητών και των φοιτητών συνιστούν ορισμένους μόνο από τους θεματικούς πυρήνες, με τους οποίους καταπιάνεται με επιτυχία η συγγραφέας σε σχέση με την πένα της. Ωστόσο, αξίζει να σημειώσουμε ότι και το βιβλίο αυτό μπορεί να αποτελέσει σημαντική πηγή άντλησης πλούσιου λαογραφικού στοιχείου.          

Ο Χαλαζίας θύμωσε με  το «Κάθε μέρα λίγο πιο κοντά. Μια Ψυχοθεραπεία ειπωμένη δυο φορές» του Irvin Yalom και της Ginny Elkin

Αποστολή ενός σκηνοθέτη δεν είναι να ενορχηστρώνει παραστάσεις εγκλωβισμένες στα στεγανά μιας προσωπικής αισθητικής αδύναμες να αποδράσουν από το μοτίβο μιας εσαεί πρόβας. Αντιστοίχως, έργο ενός μουσουργού δεν είναι να συντονίζει τα μέλη ενός μουσικού συνόλου  να παίζει κλειδωμένο στα αυτιά του την λούπα μιας μουσικής σύνθεσης αδυνατώντας να παρουσιάσει μια μελωδία ως σύνολο σε ένα μουσικόφιλο κοινό. Όταν η Ψυχοθεραπεία μετατρέπεται σε Κυκλοθεραπεία και η Λογοτεχνία μετασχηματίζεται  σε Κολυμβήθρα του Σιλωάμ για να βουτήξει ο Irvin Yalom τα ακάθαρτα της ψυχοθεραπευτικής πράξης, τότε το περιτύλιγμα των ψυχολογικών θεωριών (Βλέπε για παράδειγμα Θεωρία των Διαπροσωπικών Σχέσεων και  Θεωρία του Διπλού Δεσμού) όσο λαμπερό και μεγαλειώδες και αν φαίνεται… όμορφα καίγεται. Η θεραπευτική πράξη θα πρέπει να αποτιμάται όχι αποκλειστικά με όρους  -αν και αμφίβολης – αποτελεσματικότητας αλλά και με όρους αποδοτικότητας. Εξαρτημένα υποκείμενα επισκέπτονται συστηματικά τα ψυχοθεραπευτικά τους τοτέμ αποστεγνώνοντας τα ασφαλιστικά ταμεία και τα πορτοφόλια τους αναβάλλοντας την ζωή τους σε μια άλλη…ζωή. Βολικές εξηγήσεις και θεωρητικά και ερμηνευτικά σχήματα κουμπώνουν πάντα σε ερευνητικές υποθέσεις ικανές να δικαιολογήσουν μια αλόγιστη οικονομική σπατάλη χρημάτων και χρόνου στους ψυχοθεραπευτικά εθισμένους του Πρώτου Κόσμου.  

Ένα εξέχον πανεπιστήμιο χρηματοδοτεί εν αγνοία του το συγγραφικό εγχείρημα του Irvin Yalom με την καταγραφή παράλληλων μονολόγων μιας ασθενούς με τον θεραπευτή της. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου δηλαδή. Και ο Νόμος του Ιπποκράτη ομοιάζει με μια ρομαντική ανάμνηση της εποχής της αθωότητας.  

                  ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Αλλά η μεγαλύτερη μαγεία που μπήκε ποτέ στη ζωή μου δεν είναι οι λέξεις, είναι τα αληθινά αισθήματα κι οι αληθινές πράξεις, όπως να κλαίω και να χτυπιέμαι. Χάνομαι μιλώντας. […]. Καθόμουνα σαν πηλός σ’ εκείνη την πολυθρόνα προσποιούμενη πως διαθέτω συναισθήματα και σχήμα.

-ΤΖΙΝΝΥ

Είναι σαν να φέρνει το δικό της γκρίζο σκηνικό και να το στήνει πολύ επιδέξια μέσα στα πρώτα λεπτά της ώρας. Πολύ σύντομα έχω μπλεχτεί στο δράμα. Νιώθω τον κόσμο όπως τον νιώθει εκείνη: μια παράξενη, αλλόκοτη, κυκλική μελαγχολία. Αρχίζω να μοιράζομαι την ίδια απελπισία.

-ΔΡ. ΓΙΑΛΟΜ

Η Τζίννυ Έλκιν είναι μια νεαρή πολλά υποσχόμενη συγγραφέας με ψυχικά προβλήματα. Κατά καιρούς έχει χαρακτηριστεί από ψυχιάτρους «σχιζοειδική… με οριακά ψυχωτικές νοητικές διεργασίες». Έχοντας δοκιμάσει ποικίλες θεραπείες, ξεκινά τελικά ατομική ψυχοθεραπεία με τον Ίρβιν Γιάλομ στα εξωτερικά ιατρεία του Πανεπιστημίου Στάνφορντ. Το «Κάθε μέρα λίγο πιο κοντά» είναι προϊόν του θεραπευτικού τους συμβολαίου, στο οποίο συμφώνησαν να καταγράφουν χωριστά τις εντυπώσεις και τα συναισθήματα τους από κάθε συνεδρία. Στις σελίδες του βιβλίου ξετυλίγεται για πρώτη φορά η σχέση θεραπευτή και θεραπευομένου χωρίς καμιά μυθοπλασία. Το μόνο φανταστικό στοιχείο είναι το όνομα της θεραπευόμενης, αφού για λόγους ιατρικού απορρήτου ήταν απαραίτητη η απόκρυψη της ταυτότητας της.  Σ’ αυτή την ανταλλαγή σημειωμάτων, που μοιάζει σχεδόν σαν επιστολικό μυθιστόρημα, παρακολουθούμε τον τριανταεννιάχρονο Γιάλομ και την εικοσάχρονη ασθενή του να αγωνίζονται για την εμπέδωση μιας σχέσης οικειότητας και εμπιστοσύνης που θα συμβάλλει καίρια στην ίαση.

              «Οι πολύ ευφραδείς ασθενείς μας δυσκολεύουν να τους βοηθήσουμε, κι είναι μεγάλο προνόμιο να παρακολουθούμε σε τόσο μεγάλο βάθος πως ένας από τους καλύτερους Αμερικανούς ψυχοθεραπευτές διεξάγει μία προς μία τις θεραπευτικές συνεδρίες με έναν τέτοιο άξιο αντίπαλο. Πέρα όμως από το ψυχοθεραπευτικό ενδιαφέρον, το βιβλίο αφηγείται την ιστορία δύο ανθρώπων που μοιράζονται τις δυνάμεις και τις αδυναμίες τους, επομένως μπορεί και πρέπει να διαβάζεται σαν λογοτεχνία – όχι μόνο σαν ένα σοφό και ειλικρινές μάθημα.»

-ALEX COMFORT  

Κριτική

              Ο αναγνώστης διαβάζει σε 374 σελίδες τις σουρρεαλιστικές εκρήξεις ονείρων και τα φαντασιακά παραληρήματα ζωής μιας αθώας παιδούλας που φαίνεται να διαθέτει αρκετό ελεύθερο χρόνο για τυχερά παιχνίδια, χημικούς πειραματισμούς,  φίλους και υπαρξιακές αναζητήσεις. Ωστόσο, ο ψυχοθεραπευτής αντί να αναζητήσει την πηγή των συμπτωμάτων της θεραπευόμενης του ( πονοκεφάλους και κρίσεις πανικού) στην ευκαιριακή χρήση ψυχότροπων ουσιών που κάνει και στον τρόπο ζωής που υιοθετεί τζογάροντας σε ιπποδρομίες και χαρτιά  , θεωρεί σκόπιμο η θεραπεία τους να διαρκέσει περισσότερο για να απολαύσει τα ψυχολογική τόνωση της «μεταβίβασης» της ασθενούς του προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η άρρητη απόλαυση που εισπράττει από  τον θαυμασμό του εξιδανικευμένου προσώπου του.

              O Irvin Yalom αδυνατεί να δαμάσει και να χαλιναγωγήσει τον ναρκισσισμό του και μοιάζει με το πρόσχημα της επαγγελματικής σχέσης να δοκιμάζει και να  επενδύει σε μια ενδεχόμενη σεξουαλική και ερωτική ανάφλεξη με την ασθενή του χωρίς να την προστατεύει. Όταν τα προσωπικά αισθήματα υφέρπουν και απειλούν τις επαγγελματικές σχέσεις, τότε χρέος του ψυχοθεραπευτή είναι να προστατεύσει με κάθε κόστος τον ψυχικό κόσμο της θεραπευόμενης του.

              Αξίζει να σημειωθεί ότι για άλλη μια φορά εγείρονται και άλλα ζητήματα ηθικής τάξης. Δεν αναγράφεται πουθενά στο βιβλίο αν στη δημοσίευση των σημειώσεων και του ημερολογίου των συναντήσεων του συντρόφου της θεραπευομένης με τον Irvin Yalom υπήρξε η γραπτή συγκατάθεση του για την δημοσίευση τους.

              Εν κατακλείδι, το «Κάθε μέρα λίγο πιο κοντά» είναι ένα βιβλίο χωρίς ιδιαίτερο λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Ωστόσο, στις τελευταίες σελίδες με τον Επίλογο του Irvin Yalom οι φοιτητές ψυχολογίας και οι εραστές των επιστημών ψυχικής υγείας μπουκώνουν από επιστημονική θεωρία – ίσως και από τεκμηριωμένη δικαιολογία – για να βιώσουν μια κάποια αναγνωστική αξία του βιβλίου  και από τον Επίλογο της Ginny Elkin ξεδιψάνε  από ιδέες, εικόνες και ζωηρές λογοτεχνικές περιγραφές που έχουν τόσο ανάγκη από μια νεαρή και πολλά υποσχόμενη συγγραφέα. Ωστόσο, οι ενδιάμεσες σελίδες μοιάζουν με φλυαρία χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Ο αναγνώστης είναι υποψιασμένος για την έκβαση της ιστορίας και καμία έκπληξη δεν κρύβεται προκειμένου να τον αιφνιδιάσει ευχάριστα. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι ως προς τη δομή της αφήγησης το βιβλίο αυτό μοιάζει αρκετά με το «Σπίτι για Πέντε» της Λότης Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου αν και το περιεχόμενο του είναι εντελώς διαφορετικό.  Ένα βιβλίο που διαβάζεται με αποκλειστικό σκοπό την ψυχοθεραπευτική εμπέδωση, προκειμένου να σιγάσουν τις σκοτεινές αμφιβολίες τους και τις προσωπικές Ερινύες.  

Ο Χαλαζίας διάβασε το «Χωρίς Οικογένεια» του Hector Malot

Στο βιβλίο αυτό του Hector Malot υπάρχουν σημαντικές αναφορές γύρω από την φιλοζωία, την αναπηρία και τον θεσμό της αναδοχής και της υιοθεσίας έτσι όπως λειτουργούσαν στον 19ο αιώνα. Ενδεχομένως ο αναγνώστης μέσα από το συγκεκριμένο βιβλίο, το οποίο έχει μεταφερθεί και στον κινηματογράφο, να αναλογιστεί ότι δύο αιώνες αργότερα υπάρχουν χώρες όπου δεν έχει διασφαλιστεί η προστασία της παιδικής ηλικίας και οι βιομηχανικές χώρες αναθέτουν πλέον σε παραγωγικές μονάδες του εξωτερικού την εκτέλεση αυτών των εργασιών, δεδομένου ότι στη Δύση η παιδική εργασία είναι παράνομη.  Εξάλλου, ας μην ξεχνάμε ότι η προστασία των ζώων και η προώθηση των αιτημάτων των ΑΜΕΑ είναι κοινωνικά ζητήματα, τα οποία ξεκίνησαν και προωθούνται και στην Ελλάδα δυστυχώς τα τελευταία χρόνια με σοβαρές ακόμη νομοθετικές ελλείψεις.  

Το βιβλίο «Χωρίς Οικογένεια» εκδόθηκε για πρώτη φορά στο Παρίσι το 1878 και βραβεύτηκε από την Γαλλική Ακαδημία.  Το έργο αυτό αποτελεί  ένα κλασικό μυθιστόρημα, μια βίαιη ιστορία ενηλικίωσης, η οποία διαδραματίζεται στη Γαλλία του 19ου αιώνα, και μέσα από την οποία καταδεικνύεται η  ανυπαρξία ειδικών προνοιακών κοινωνικών δομών με αποστολή την προστασία των παιδιών και η απουσία θεσμικού κανονιστικού πλαισίου που να προβλέπει την κατάργηση της παιδικής εργασίας. Θεσμοποιημένες εκφράσεις της παιδικής εκμετάλλευσης όπως η πρακτική των patrone (των προσώπων που αναλαμβάνουν την προστασία ανυπεράσπιστων παιδιών με αντάλλαγμα την εκμετάλλευση της εργασίας  τους)  υπογραμμίζουν σήμερα την κοινωνική πρόοδο και τις κατακτήσεις στα κοινωνικά δικαιώματα που έχουν σημειωθεί στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Το βιβλίο αυτό υμνεί τους πλανόδιους μουσικούς και τους καλλιτέχνες του δρόμου, οι οποίοι ορμώμενοι εξ Ιταλίας φημίζονταν για το σπουδαίο καλλιτεχνικό τους ταλέντο και κέντριζαν το ενδιαφέρον των ανθρώπων της υπαίθρου και των πόλεων της Αγγλίας και της Γαλλίας.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ (από τις εκδόσεις Πατάκη, 2013 σε μετάφραση της Ζωρζ Σαρή)

       Σημείωση: Αξίζει να σημειωθεί ότι το βιβλίο που διαβάσαμε ήταν των εκδόσεων Λογοτεχνική  σε μετάφραση του Ρένου Πολίτη. Ωστόσο, δεδομένου του γεγονότος ότι δεν περιλαμβάνεται περίληψη στο Οπισθόφυλλο στη συγκεκριμένη έκδοση και εκτιμώντας την αξία που έχει για τον υποψήφιο αναγνώστη η ύπαρξη της, προκειμένου να μπορέσει να ζυγίσει αν η ιστορία τον ενδιαφέρει ή όχι συμπεριλάβαμε καταχρηστικά την περίληψη από το οπισθόφυλλο των εκδόσεων Πατάκη μέσα από την μετάφραση της καταξιωμένης συγγραφέως παιδικής λογοτεχνίας της  Ζωρζ Σαρή.  

          Το “Χωρίς Οικογένεια” ξεπέρασε όχι μόνο την εποχή του, αλλά και τον συγγραφέα του. Είναι ένα βιβλίο που μιλάει τη γλώσσα της παιδικής και νεανικής ψυχής. Τα πρόσωπα του έργου, ο Βιτάλης, ο Γκαρόφολι, ο Ματτία, η κυρία Μίλλιγκαν και η Λίζα, ακόμα ένα σκυλάκι κι ένα μαϊμουδάκι, ο Καπί κι ο Μορφονιός, ο κεντρικός ήρωας, τέλος, ο Ρεμί, περιπλανιούνται ανάμεσα σε αγρότες, αστούς, ανθρακωρύχους, πλανόδιους ηθοποιούς, πλούσιους και φτωχούς, και οι περιπέτειές τους μπλέκονται με τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής. Η συντριβή, η ψυχική δύναμη και ανάταση, η ικανοποίηση από την αναζήτηση του καλύτερου και του τίμιου, η απελευθέρωση και η λύτρωση εναλλάσσονται στο βιβλίο αυτό σε μια αφήγηση που συναρπάζει με την περιπέτεια, την αγωνία, τη λεπτή συγκίνηση. Η έκδοση αυτή είναι η πρώτη ολοκληρωμένη, χωρίς περικοπές, στην ελληνική γλώσσα.

Κριτική

                   Μια σύντομη ξενάγηση στο λούμπεν προλεταριάτο των υπαίθριων και αστικών λαϊκών συγκεντρώσεων μέσα από τα αθώα μάτια του νεαρού πρωταγωνιστή του έργου, του Ρεμί. Το βιβλίο αυτό απευθύνεται κατά βάση σε παιδιά, ωστόσο αξίζει να σημειωθεί ότι προκαλεί γνήσια συγκίνηση σε κάθε αναγνώστη η προσπάθεια για επιβίωση, η ανάγκη των παιδιών για ένα προστατευμένο περιβάλλον στοργής και ασφάλειας και η άσβηστη ελπίδα τους για ένα καλύτερο αύριο. Ατυχίες και αναποδιές δοκιμάζουν την δύναμη και την πίστη του πρωταγωνιστή, ο οποίος καταφέρνει και ανταπεξέρχεται με επιτυχία ενάντια σε όλες τις αντιξοότητες.

                   Το βιβλίο «Χωρίς Οικογένεια» διαβάστηκε πρώτη φορά όταν ήμουν παιδί και το διάβασα μαζί με το βιβλίο  «Με Οικογένεια» του ίδιου συγγραφέα, τα οποία για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο μου φάνηκαν σαν «κατοπτρικά» είδωλα που αλληλοσυμπληρώνονταν. Η επαιτεία, η εξαθλίωση, και η φτώχεια είναι διαφορετικά καρέ με κοινό παρανομαστή το ίδιο μοτίβο σύγκρουσης της αδίψαστης ανάγκης επιβίωσης και της αδικαιολόγητης παιδικής επιβάρυνσης και ψυχικού πόνου που διαπραγματεύεται το συγκεκριμένο έργο και που επανέρχονται και σε άλλα βιβλία που συγκαταλέγονται στην ίδια θεματική οικογένεια όπως για παράδειγμα «στους  Άθλιους» του Victor Hugo με κεντρικό  χαρακτήρα τον Γιάννη Αγιάννη και στον Oliver Twist του Charles Dickens.

                   Εν κατακλείδι, το «Χωρίς Οικογένεια» είναι ένα έργο προορισμένο να αφυπνίσει τις κοιμισμένες ευρωπαϊκές συνειδήσεις που οφθαλμοτυφλούν μπροστά στην παιδική εργασία και στην έκθεση των ανηλίκων  σε επίσημα θεσμικά περιβάλλοντα που αποσκοπούν παράνομα στην εκμετάλλευση τους.

H Ραφαέλα διάβασε το “Αιώνια δική σου” της Alyson Noël

Σύνοψη βιβλίου 

Ύστερα από ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα που της στοίχισε τη ζωή της οικογένειάς της, η δεκαεξάχρονη Έβερ διαθέτει το εξαιρετικό χάρισμα να βλέπει τις αύρες των άλλων, να ακούει τις σκέψεις τους και να γνωρίζει την ιστορία της ζωής τους με ένα απλό άγγιγμα. Continue reading H Ραφαέλα διάβασε το “Αιώνια δική σου” της Alyson Noël

Η Ραφαέλα διάβασε το “Παιχνίδι του Αγγέλου” του Κάρλος Ρουίθ Θαφόν

   Σύνοψη βιβλίου

Στην καρδιά της Βαρκελώνης, σ’ ένα εγκαταλειμμένο μέγαρο, ένας νεαρός άντρας, ο Νταβίδ Μαρτίν, βγάζει τα προς το ζην γράφοντας ερωτικά μυθιστορήματα τρόμου με ψευδώνυμο. Στιγματισμένος από τα δύσκολα παιδικά του χρόνια και βασανισμένος από έναν ανέφικτο έρωτα, έχει βρει καταφύγιο στον κόσμο των βιβλίων και περνάει τις νύχτες του επινοώντας μπαρόκ ιστορίες για τον υπόκοσμο της πόλης. Continue reading Η Ραφαέλα διάβασε το “Παιχνίδι του Αγγέλου” του Κάρλος Ρουίθ Θαφόν

Ο Χαλαζίας επεξεργάζεται το «Αν ήμουν δάσκαλος» της Νατάλια Σαλόμκο

Για ορισμένους το σχολείο είναι ένας ανοιχτός χώρος  ευγενούς άμιλλας, συνεργατικής μάθησης , εννοιολογικών ζυμώσεων και ανταλλαγής ιδεών. Για κάποιους άλλους το σχολείο είναι ο κλειστός προθάλαμος ενός ακραίου ανταγωνισμού, ένα μαύρο κουτί ακατανόητων αντιδράσεων, ένα πεδίο καθημερινής μάχης που αποσκοπεί στην εμπέδωση των κοινωνικών συγκρούσεων και  αντιθέσεων, ένας μηχανισμός αναπαραγωγής παρωχημένων ιδεών. Το ζητούμενο όμως είναι  τι  θα επέλεγε ο καθένας μας αν ήταν δάσκαλος;



Περίληψη στο Οπισθόφυλλο

Ένας δάσκαλος που μόλις έχει αποφοιτήσει έρχεται να διδάξει στο σχολείο που έβγαλε ο ίδιος πριν από ελάχιστα χρόνια.

Ποιες θα είναι οι σχέσεις του με τους μαθητές που τον ξέρανε σαν συμμαθητή;

Πως θα συνεργαστεί με τους δασκάλους που τον θυμούνται σαν μαθητή τους;

Πως θα μπορέσει να επιβληθεί σαν δάσκαλος στα παιδιά και να κάνει τους δασκάλους να δεχτούν τις προοδευτικές του ιδέες;

Ένα συναρπαστικό εφηβικό μυθιστόρημα που μας μιλάει για τις σχέσεις δασκάλου και μαθητή, γονιών και παιδιών και των μαθητών μεταξύ τους, μέσα από μια πλοκή με πολύ ενδιαφέρον και περιπέτεια.

Κριτική
          Ένας νεαρός δάσκαλος γεμάτος πρωτοποριακές ιδέες συγκρούεται  με ένα σχολείο που κουβαλά  τις απαρχαιωμένες αντιλήψεις του παρελθόντος. Ένας νέος εκπαιδευτικός που τολμά να δοκιμάσει και να δοκιμαστεί, να εκτεθεί και να πειραματιστεί αποφασίζει να συγκρουστεί και να προσπαθήσει να δαμάσει ένα ακανθώδες πλέγμα ξεπερασμένων πρακτικών και αντιλήψεων που εμφιλοχωρεί στο σχολείο του. Το χάσμα γενεών αναδεικνύεται και αντανακλάται στη σχέση του ιδίου με τον πατέρα του. Η αμφισβήτηση συνιστά την απειλή και την ευκαιρία ταυτόχρονα που θα κληθεί να διαχειριστεί και που θα καθορίσει τις σχέσεις του με το κοινωνικό περιβάλλον του.

          Βασικοί χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι ο ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΑΡΣΕΝΙΕΒΙΤΣ ή κατά κόσμον ΣΑΝΙΑ, ένας νέος εκπαιδευτικός που καλείται να διδάξει σε ένα λύκειο που επικρατούν αρτηριοσκληρωτικές αντιλήψεις  και η μαθήτρια του Γιούλια Νικολάγιεβνα με την οποία είναι ερωτευμένος. Ο πατέρας του Σάνια, Αρσένι Αλεξάντροβιτς τυγχάνει να είναι προϊστάμενος και διευθυντής του σχολείου στο οποίο εργάζεται ο Σάνια. Ο χώρος όπου εκτυλίσσεται   η ιστορία είναι μια απομακρυσμένη επαρχία στη Σοβιετική Ένωση και στην πραγματικότητα ο Σάνια επηρεασμένος προφανώς από τις θεωρίες μάθησης του εποικοδομητισμού και του κονστρουκτιβισμού βασικός εισηγητής των οποίων είναι ο ομοεθνής του Vygotsky έρχεται σε σύγκρουση με το αυταρχικό και δασκαλοκεντρικό στυλ μάθησης που έχει υιοθετήσει το σχολικό κατεστημένο. Ο Σάνια επιδιώκει να διδάξει τους μαθητές του συνδέοντας την μάθηση με την εμπειρία αξιοποιώντας την μέθοδο project και επιδιώκοντας να συνδέσει την εμπειρία με την θεωρητική γνώση. Σύμφωνα με τις κονστρουκτιβιστικές θεωρίες τα υποκείμενα της μάθησης καλούνται να οικοδομήσουν μόνα τους μέσα τους τα γνωσιακά τους σχήματα και ο ρόλος του δασκάλου είναι να τα συνδράμει σε αυτήν την διαδικασία διαστέλλοντας την εξατομικευμένη Ζώνη Επικείμενης Ανάπτυξης του κάθε εκπαιδευόμενου . Αντιθέτως οι συμπεριφορικές θεωρίες από τις οποίες εμφορείται το κυρίαρχο τυπικό σχολικό σύστημα βλέπει τον ρόλο του δασκάλου ως αναμεταδότη της γνώσης και φορέα της μετωπικής διδασκαλίας.

    Η σχέση του Σάνια και της Γιούλια προκαλεί αναστάτωση και ταλαντώνει τους δύο χαρακτήρες. Ωστόσο , το τέλος της αφήγησης αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση δίνοντας στον αναγνώστη φτερά να το ερμηνεύσει με τον τρόπο που ο ίδιος επιθυμεί. Ίσως είναι ένα ευφυές τέχνασμα της Νατάλια Σαλόμκο για να δώσει ώθηση στα φτερά της φαντασίας των αναγνωστών. Οι χαρακτήρες της ιστορίας φαίνεται να βρίσκουν μια συμβιβαστική λύση στο πρόβλημα που υπάρχει στην περίπτωση που επιστρέψει ο Σάνια στο σχολείο και δημιουργηθεί πρόβλημα από την σχέση που είχε συνάψει με την Γιούλια στην τοπική κοινωνία. Ωστόσο, δείχνουν λιγότερο πρόθυμοι να αντισταθούν και να συγκρουστούν και περισσότερο έτοιμοι να συμφιλιωθούν.

Προερχόμενη η συγγραφέας Νατάλια Σαλόμκο  από την κομμουνιστική Σοβιετική Ένωση περιμένει ο αναγνώστης ότι οι ήρωες κυνηγούν την κοινωνική αλλαγή – πόσο μάλλον όταν είναι νέοι – και δεν παίζουν κρυφτό από αυτήν. Ωστόσο, οι ήρωες της ιστορίας ομοιάζουν περισσότερο ότι μετασχηματίζονται και οι ίδιοι σε μοιραία γρανάζια ενός κοινωνικού συστήματος που φαντάζουν ανήμποροί να ξεχαρβαλώσουν.   Ωστόσο, η παιδική και εφηβική λογοτεχνία θα πρέπει να έχει ως αποστολή όχι την ύπνωση αλλά την αφύπνιση . Και στην ιστορία αυτή δυστυχώς το κόλπο της συγκάλυψης της σχέση των Σάνια και Γιούλια και της εξαπάτησης της τοπικής κοινωνίας με ένα έξυπνο τέχνασμα περισσότερο με ύπνωση προσιδιάζει παρά με αφύπνιση.



Urban Legend: Παιδιά του Σκότους

Η ώρα κόντευε μεσάνυχτα. Η Ελένη επέστρεφε από τη δουλειά στο μικρό, ισόγειο διαμέρισμα που νοίκιαζε στην Ευαγγελίστρια. Είχε χάσει για ελάχιστο χρόνο το τελευταίο λεωφορείο και έλλειψη χρημάτων για ταξί, είχε αποφασίσει να πάει στο σπίτι της με τα πόδια κάτι που απέφευγε. Φοβόταν το σκοτάδι, και ειδικά η περιοχή που έμενε την τρομοκρατούσε μόλις έπεφτε η Continue reading Urban Legend: Παιδιά του Σκότους

Η Ραφαέλα διάβασε το “Everneath” της Brodi Ashton

Σύνοψη βιβλίου

Την περασμένη άνοιξη η Νίκι Μπέκετ εξαφανίστηκε. Continue reading Η Ραφαέλα διάβασε το “Everneath” της Brodi Ashton

Η Ραφαέλα διάβασε το “Χαμένοι Θεοί” της Josephine Angelini

Σύνοψη βιβλίου

ΑΓΑΠΗ γραμμένη στα άστρα 
ΜΙΣΟΣ που ξεκινά στην αρχαία Ελλάδα 
ΚΑΤΑΡΑ που ούτε οι θεοί μπορούν να σβήσουν Continue reading Η Ραφαέλα διάβασε το “Χαμένοι Θεοί” της Josephine Angelini