Ο Χαλαζίας αποπειράται να ξετρυπώσει στο Κόκκινο Δωμάτιο των Nicci French

Στους αχαρτογράφητους ωκεανούς της ψυχής μας οι Ψυχίατροι και οι Ψυχολόγοι ως άλλοι θαλασσοπόροι υψώνονται στην επιφάνεια των κυμάτων και επιπλέουν μέσα στα σκοτεινά και αβαθή νερά μας αγκαλιασμένοι  με άνωση από την πρώτη στάλα μέχρι και την τελευταία  σταγόνα της ύπαρξης μας. Δεν είναι πειρατές που εισβάλλουν με βία  αλλά φιλοξενούμενοι προσκεκλημένοι προσκυνητές που με χάρτες και πυξίδες ζυγίζουν το άστρο μας, μετράνε τον καιρό και το βαρομετρικό μας και παλμογραφούν με σεβασμό τον παφλασμό μας.    Ενίοτε  Ψυχίατροι και Ψυχολόγοι που αναλαμβάνουν τον ρόλο του Ιεροδιδάσκαλου που καλείται να γονατίσει μπροστά στα τοτέμ της δογματικής λατρείας των εκάστοτε υποκειμένων – ψυχοπομπών και να ερμηνεύσουν τις ταλαντώσεις και τις διακυμάνσεις του συστήματος ανθρώπινων σχέσεων ψυχοδυναμικής που αναπτύσσουν ενώ κάποιες άλλες φορές  οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας εργάζονται ως ιερόδουλες με άδεια ασκήσεως επαγγέλματος και αναλαμβάνουν να εκτονώσουν δια του λόγου τους πιο ενδόμυχους και χυδαίους συλλογισμούς των «πελατών τους» με αντίδωρο το απόρρητο και την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

       Μπες στο Κόκκινο Δωμάτιο – εκεί που οι χειρότεροι σου εφιάλτες γίνονται πραγματικότητα.

       Μετά τη βίαιη επίθεση που δέχεται η ψυχίατρος Κιτ Κουίν από έναν κρατούμενο, είναι αποφασισμένη να επιστρέψει γρήγορα στη δουλειά της. Όταν η αστυνομία ζητάει τη βοήθεια της για να συνδέσει τον άνδρα που της επιτεθηκε με μια σειρά δολοφονιών, εκείνη αρνείται να δεχτεί το προφανές. 

          Όμως όσο πιο κοντά την οδηγεί η έρευνα της στην αλήθεια που κρύβεται πίσω από τα άγρια εγκλήματα, τόσο πιο κοντά βρίσκεται και η Κιτ στον σκοτεινό πυρήνα των προσωπικών της φόβων. 

Κριτική

          Το Κόκκινο Δωμάτιο είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα μέσα από το οποίο γίνεται μια σύντομη περιδίνηση στις σημαντικότερες σύγχρονες προσεγγίσεις περί εγκληματικότητας και αποκλίνουσας συμπεριφοράς. Οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ότι σύμφωνα με την μαρξιστική προσέγγιση το έγκλημα ορίζεται ως μια προσπάθεια των ανώτερων κοινωνικών ομάδων να ελέγξουν και να τιθασεύσουν τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα χειραγωγώντας το νομοθετικό σώμα και το δικαστικό σύστημα.  Επιπρόσθετα, δεν θα πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι σύμφωνα με την θεωρία της ετικέτας ή αλλιώς θεωρία του χαρακτηρισμού όταν αποδίδεται  σε ένα πρόσωπο ένα χαρακτηριστικό τότε το άτομο αυτό τείνει να υιοθετήσει και να ενσωματώσει την ετικέτα που του αποδίδεται και να επιβεβαιώσει κατά αυτόν τον τρόπο την αρχική υπόθεση. Στη δεδομένη περίπτωση, η αστυνομία προσπαθεί να προσάψει κάποιους φόνους σε έναν ύποπτο, ο οποίος όπως αποδεικνύεται εν τέλει από τους συγγραφείς δεν είναι ο ίδιος το υποκείμενο το οποίο έχει υποπέσει στο κακούργημα  της αφαίρεσης  ανθρώπινης ζωής. Ωστόσο, η σταθερή μομφή που του προσάπτεται λόγω του τρόπου ζωής του και του ιστορικού του δεν του δίνουν καμία άλλη δυνατότητα από το να βρίσκεται σταθερά στο κάδρο των υπόπτων.  

          Πρωταγωνίστρια του βιβλίου είναι η ψυχίατρος Κιτ Κουίν και η ιστορία εκτυλίσσεται στο Λονδίνο. Ωστόσο, ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η Κιτ Κουίν εμφανιζεται μέσα από τις αφηγηματικές εξιστορήσεις των συγγραφέων ως μια ανασφαλής προσωπικότητα με έντονο το παιδικό τραύμα της απώλειας της μητέρας της. Εξάλλου δεν είναι τυχαίο ότι η πρωταγωνίστρια εμφανίζεται να έχει μια ανεπούλωτη ουλή στο πρόσωπο, την οποία και απέκτησε  από κάποιο βίαιο επίκτητο τραύμα κατά τη διάρκεια της ζωής της. Η ουλή αυτή δημιουργεί δύο αναγνωστικά επίπεδα όσον αφορά την πρωταγωνίστρια. Το ένα επίπεδο είναι το κυριολεκτικό και έχει να κάνει με το τραύμα που της προκάλεσε ένας από τους βασικούς χαρακτήρες της ιστορίας σε ένα από τα βίαια ξεσπάσματα του . Το δεύτερο επίπεδο σχετίζεται με τα τραύματα που κουβαλάμε στο σώμα μας – και όχι μόνο –  και είναι εκείνα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, τα οποία αλλάζουν την μορφή και την όψη μας και αποτελούν τα διακριτά στοιχεία της προσωπικότητας μας.   

    Η ιστορία είναι συγκινητική  και η αποκάλυψη στο τέλος των ένοχων μυστικών που υφέρπουν σε όλη τη διάρκεια της προκαλούν στον αναγνώστη ένα αίσθημα λύτρωσης και θλίψης. Φυτεμένος πόνος στα στήθη των αναγνωστών ποτισμένος με δροσοσταλίδες στενοχώριας μας μετασχηματίζουν σε φυλλοβόλους χαρακτήρες απελπισμένους από το φαινόμενο της φωτοσύνθεσης που επιζητούν φρικτά να δραπετεύσουμε μέσα σε ένα κόκκινο δωμάτιο και να δοκιμάσουμε να καταφύγουμε σε μια παρά φύσει  λειτουργία που δεν είναι άλλη από την φωτο-αποσύνθεση.

    Θα πρέπει να σημειωθεί ότι μολονότι οι Nicci French είναι άριστοι δεξιοτέχνες στο κέντημα των αστυνομικών ψυχολογικών θρίλερ που κεντάνε  με την φαντασία και τις πένες τους ωστόσο, οι λάτρεις της σειράς με τις μέρες ενδεχομένως να απογοητευθούν ή και εντέλει να ενθουσιαστούν δεδομένου ότι η Κιτ Κουίν είναι μια εναλλακτική  και περισσότερο προσηνής και οικεία εκδοχή της Φρίντα Κλάιν. Μπορεί ενδεχομένως να απολαμβάνουν και οι δύο το περπάτημα, ωστόσο η Κτ Κουίν ομοιάζει να είναι λιγότερο ανεξάρτητη από την Φρίντα Κλάιν. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι και οι δύο λειτουργούν περισσότερο διαισθητικά και ως ανεξάρτητοι ερευνητές της αστυνομίας και πολύ λιγότερο ως διαπιστευμένοι επιστήμονες του πεδίου της Ψυχικής Υγείας. Η Κιτ Κουίν νιώθει μια έλξη ως προς το αντισυμβατικό και εναλλακτικό τρόπο ζωής και αυτό το στοιχείο διαφαίνεται και μέσα από τον τρόπο ζωής της φίλης και φιλοξενούμενης της και μέσα από την επιλογή του ερωτικού της συντρόφου.  

          Το Κόκκινο Δωμάτιο είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσετε αν και αμέσως μετά είναι αρκετά πιθανόν να μελαγχολήσετε λόγω της σκληρότητας της κοινωνικής πραγματικότητας που καραδοκεί καθημερινά και  που την βιώνουμε όλοι ως σύγχρονοι γαλαριομάχοι στις θάλασσες της καθημερινής γκρι απόγνωσης

Ο Χαλαζίας απελπίζεται λογοτεχνικά με την “Ματωμένη Κυριακή” των Nicci French

          Τα όμορφα μυαλά όμορφα καίγονται. Στο έβδομο βιβλίο των Nicci French η ματαίωση δίνει ραντεβού με την απογοήτευση και η χημική αντίδραση που προκαλείται από τις εκκρίσεις των δομικών συγκινησιακών στοιχείων της αρχιτεκτονικής του εγκεφάλου του μέσου αναγνώστη είναι μια έκρηξη απόγνωσης για έξαψη. Οι συγγραφείς επιζητούν συνέχεια στην εμπορικής τους επιτυχία πουλώντας  αγωνιώδη διέγερση στον εθισμένο αναγνώστη «της σειράς» που ήδη από την μέση του βιβλίου και μετά νωχελικά διαβάζει την λύση μιας προδιαγεγραμμένης υπόθεσης.

             Η «Ματωμένη Κυριακή» δημιουργήθηκε για να εξιλεωθούν ενδόμυχα και βουβά συγγραφείς και κοινό για την ενοχική ντροπή που βίωσαν για το  «Ρέκβιεμ του Σαββάτου». Παρόλο που στο «Ρέκβιεμ του Σαββάτου» οι Nicci French υποκρίνονται ότι επεξεργάζονται το θέμα της θυματοποίησης και του στίγματος της ψυχικής ασθένειας και της αποκλίνουσας συμπεριφοράς προκαλώντας ένα αίσθημα ευφορίας ότι ενδεχομένως τέτοια βιβλία υψηλής αναγνωσιμότητας είναι σε θέση να μεταστρέψουν και να κινητοποιήσουν τους πολίτες στην επιτάχυνση και την επίσπευση αληθινών μεταρρυθμίσεων συνεισφέροντας στην ιδεολογική προοδευτική μετατόπιση των ανθρώπων και εισάγοντας τους σε έννοιες όπως είναι η αποιδρυματοποίηση και η αποασυλοποίηση με απώτερο σκοπό την σύνδεση της κοινωνίας με τα πρόσωπα αυτά που είναι περισσότερο επιρρεπή στην γκετοποίηση και την περιθωριοποίηση, στην πραγματικότητα η «Ματωμένη Κυριακή» «επανορθώνει» και αποζημιώνει την πεινασμένη από προκατάληψη αναγνωστική συντηρητική μάζα οικοδομώντας ξανά τα προφίλ των πιο αρρωστημένων «πειραγμένων» εγκληματιών χύνοντας αφειδώς νερό στους διψασμένους μύλους του  σύγχρονου Επιστημονικού Ρατσισμού. Οι γονείς της Θετικής Ιταλικής Σχολής και από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της επιστήμης της Εγκληματολογίας (Ferri, Lombroso, Garofalo) θα επισφράγιζαν το έργο τους με την «Ματωμένη Κυριακή» αξιοποιώντας την λογοτεχνική πένα  των Nicci French. Προφανώς η σύνδεση αυτή δεν συνίσταται με τα γενετικά ανατομικά χαρακτηριστικά των χαρακτήρων που προσδίδουν μια προδιάθεση για τη μελλοντική διάπραξη εγκλημάτων αλλά ουσιαστικά στηρίζεται στο αξίωμα του «γεννημένου εγκληματία» βεβαρημένου με το μητρώο ενός διαταραγμένου ψυχισμού.     

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

       Η Κυριακή είναι μια μέρα που οι άνθρωποι κρύβονται από τον ίδιο τον εαυτό τους. Προσπαθούν να ξεχάσουν αυτά που έκαναν το Σάββατο και υποκρίνονται πως η εβδομάδα που έρχεται θα είναι διαφορετική από αυτή που πέρασε. 

          Το μήνυμα του δολοφόνου, όμως, είναι απόλυτα ξεκάθαρο: είσαι δική μου. Για τη Φρίντα Κλάιν το σπίτι της ήταν το καταφύγιο της, μέχρι τη στιγμή που έγινε η σκηνή ενός αιματηρού εγκλήματος. Κάτω από τις σανίδες του πατώματος η αστυνομία είχε ανακαλύψει το πτώμα του ανθρώπου που είχε προσλάβει η ίδια για να την προστατέψει.

          Ωστόσο, ο κύριος ύποπτος, ο Ντιν Ριβ, έχει πεθάνει εδώ και επτά χρόνια.

          Ο δολοφόνος επιλέγει τα επόμενα θύματα του κι αρχίζει να στοχοποιεί τους στενούς φίλους της. Η αστυνομία αδυνατεί να δώσει απαντήσεις. Με το κακό να υφέρπει στα σκοτεινά δωμάτια ενός αρρωστημένου μυαλού, η ψυχοθεραπεύτρια Φρίντα Κλάιν συνειδητοποιεί πως θα πρέπει να εντοπίσει η ίδια τον δολοφόνο, προτού εκείνος εντοπίσει όλα τα αγαπημένα της πρόσωπα.  

Κριτική

    Ο πρωτότυπος τίτλος του μυθιστορήματος μολονότι είναι “Sunday morning coming down” η μεταφράστρια επελεξε να  ονοματοδοτήσει το βιβλίο και να το ντύσει με μια  πιο ελεύθερη μετάφραση ως «Ματωμένη Κυριακή». Ωστοσο, αξίζει να σημειωθεί ότι ο τίτλος του μυθιστορήμαος καταλήγει να είναι αν όχι άστοχος τουλάχιστον παραπλανητικός δεδομενου ότι συνειρμικά φέρνει στο νου το δημοφιλές τραγούδι των U2 «Sunday Bloody Sunday” και το αντίστοιχο του John Lennon τα οποία έχουν γραφτεί αφιερωματικά για την Ματωμένη Κυριακή στις 30 Ιανουαρίου 1972 στην Ιρλανδία όπου άγγλοι στρατιώτες των ειδικών δυνάμεων ‘ανοιξαν πυρ εναντίον ειρηνικών διαδηλωτών που ζητούσαν την αποχώρηση των βρετανών στρατιωτών από το νησί και ένωση της Βόρειας Ιρλανδίας με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι έχουν καταγραφεί ιστορικά και άλλες Ματωμένες Κυριακές με κεντρικό σημείο αναφοράς και κοινό παρανομαστή αφενός σε ένα πρώτο επίπεδο την ταξική πάλη  και αφετέρου σε ένα δεύτερο επίπεδο και όχι σε όλα τα περιστατικά την –κατ’ επίφαση εθνοτική – σύγκρουση αφού στην πραγματικότητα  πρόκειται για μια προέκταση του δίπολου μητρόπολης – περιφέρειας όπως θα σημείωναν ορισμένοι επιφανείς κοινωνιολόγοι της ανάπτυξης οι οποίοι και υιοθετούν τις θεωρίες της εξάρτησης.Δεδομένου ότι από μόνος του ο τίτλος «Ματωμένη Κυριακή» είναι δυνατόν να κινητοποιήσει στον μεσο αναγνώστη  συνειρμικά σκέψεις και ιδέες οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με το πραγματικό περιεχόμενο του βιβλίου μπορούμε να εξάγουμε το έλλογο συμπέρασμα ότι από μόνη της η επιλογή του τίτλου είναι ενδεχομένως ατυχής.           

Η «Ματωμένη Κυριακή» είναι το βιβλίο που συσπειρώνει όλους τους χαρακτήρες γύρω από το πρόσωπο της πρωταγωνίστριας Φρίντα Κλάιν. Η  δημοφιλής ψυχοθεραπεύτρια «της συμφοράς» – κυριολεκτικά – εμφανίζεται για άλλη μια φορά στο επίκεντρο της δράσης ενώ οι υπόλοιποι χαρακτήρες  του περιβάλλοντος της εμφανίζονται  σαν  απόκληροι μιας δυσβάστακτης  λογοτεχνικής μοίρας που τους επιφύλαξε η εκδικητική – δημιουργική –  γραφή  των Nicci French. Η «ανώριμη και επιπόλαιη» ανηψιά της εξαφανίζεται και εντοπίζεται ταπεινωμένη στα Μ.Μ.Ε.  και με μερική απώλεια μνήμης – η απώλεια μνήμης είναι δανεισμένο κοστουμάκι από την πρωταγωνίστρια του βιβλίου των Nicci French «Επιστροφή από το Σκοτάδι», ο Ρούμπεν εμφανίζεται χτυπημένος από τον καρκίνο – και όχι μόνο, ο αστυνόμος Κάρλσον έχει περιέλθει σε αναγνωστική ανυποληψία – ας είναι καλά η  Φρίντα Κλάιν που αφενός “διέσωσε” την επαγγελματική του υπόληψη  στα προηγούμενα βιβλία της σειράς και αφετέρου εμφανίζεται με κινητικές δυσκολίες και πατερίτσες,   ο Γιόζεφ περιέρχεται σε μελαγχολία και ταραχή – δεδομένου ότι ο γιος του έπεσε θύμα αρπαγής αφενός και αφετέρου έχει προσφάτως μετακομίσει και ζει μαζί με τον πατέρα του και η Ιβέτ αποφασίζει να δοκιμάσει «ανεπιτυχώς» την τύχη της στην ταξιδιωτική περιπλάνηση. Οι συγγραφείς μοιάζουν να μισούνε τους χαρακτήρες της σειράς τους και τους περιγράφουν σαν τα απεγνωσμένα ναυάγια της ζωής που χρειάζονται «μάντρωμα» για να είναι ασφαλείς υπό την υψηλή επίβλεψη της φοβερής και τρομερής Φρίντα Κλάιν. Σε αυτό το βιβλίο η ψυχοθεραπεύτρια Φρίντα Κλάιν κυνηγά έναν κίβδηλο wannabe γιαλατζί serial killer και μεταθέτει το θέμα του Ντιν Ριβ σε μια επόμενη αναγνωστική  πίστα. 

Εν κατακλείδι, το βιβλίο «Ματωμένη Κυριακή» είναι προορισμένο να αναπαράγει όλα τα κλισέ και τα στερεότυπα, τα οποία υποκρίνονται  οι κοινωνίες ότι αγωνίζονται να αποτινάξουν. Ωστόσο, η απόσταση που χωρίζει την «Ματωμένη Κυριακή» με την  «Θυμωμένη Κυριακή» είναι μια λέξη  δρόμος. Και μην μπείτε στον κόπο να αναρωτηθείτε γιατί; Για την φουκαριάρα, την κακορίζικη την Φρίντα Κλάιν.

Στο Blue Monday πετύχαμε την Φρίντα Κλάιν  κατά τη διάρκεια συνεδρίας της να πέφτει ουρανοκατέβατος  από το ταβάνι του γραφείου της   ο Γιόζεφ. Στην «Ματωμένη Κυριακή» κάτω από τα μαδέρια του πατώματος του σπιτιού της σαπίζει το πτώμα ενός ανθρώπου. Ας αναρωτηθούμε στην 8η Μέρα – το τελευταίο βιβλίο της σειράς –  τι δράκοι αναμένονται να  ξεπεταχτούν από τις ντιβανοκασέλες της κατοικίας της…  

Ο Χαλαζίας συμπάσχει αναγνωστικά αφουγκραζόμενος το «Ρέκβιεμ του Σαββάτου» των Nicci French

Άλλο ένα εμπορικό αστυνομικό μυθιστόρημα προορισμένο να σηκώσει τα φλάμπουρα της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης και να ανεμίσει το μπαϊράκι  για την αξία της αποϊδρυματοποίησης και της αποασυλοποίησης . Ο αρνητικές συνέπειες του χρόνιου εγκλεισμού στην κοινωνικοποίηση των ατόμων και η αρνητική συνεισφορά των πρακτικών της  καταστολής και των κλειστών μονάδων περίθαλψης οδηγούν τον αναγνώστη σε έναν δαιδαλώδη λαβύρινθο εσωτερικού προβληματισμού και αναστοχασμού σε σχέση με τις φτωχές κοινωνικές υποδομές και τις πενιχρές επενδύσεις που γίνονται στο στάδιο της πρόληψης και του αποδοτικού σωφρονισμού. Ο αναγνώστης αναρωτιέται αν τελικά ο εθισμός και η εξάρτηση από την χρόνια χρήση ψυχότροπων ουσιών και κατασταλτικών φαρμάκων είναι η μήτρα που γεννά την τρέλα ή αν εντέλει η πορεία είναι αντίστροφη και η ίδια η τρέλα προκαλεί στους ψυχικά ασθενείς την ανάγκη χρήσης – ενδεχομένως και κατάχρησης – φαρμακευτικών και εθιστικών ουσιών με πρόσχημα την καταπολέμηση του στρες, της αγχώδους διαταραχής και άλλων μορφών ψυχικών τραυμάτων που επιζητούν επούλωση.  Ο αναγνώστης ταλαντώνεται στο δίλημμα αν η κόλαση ή  ο παράδεισος ενός ψυχικά ασθενή ή ενός φυλακισθέντος είναι η χαριστική βολή ή το κλουβί του.

                Περίληψη από το  Οπισθόφυλλο


Πριν από δεκατρία χρόνια, η δεκαοκτάχρονη τότε Χάνα Ντόχερτι συνελήφθη για την άγρια δολοφονία της οικογένειάς της. Η αστυνομία θεώρησε από την πρώτη στιγμή την υπόθεση ξεκάθαρη και η Χάνα εγκλείστηκε έκτοτε σε ένα ψυχιατρείο υψίστης ασφαλείας.
Όταν ζητήθηκε από την ψυχοθεραπεύτρια Φρίντα Κλάιν να συναντήσει τη Χάνα και να δώσει τη δική της εκτίμηση για την περίπτωσή της, εκείνη βρέθηκε αντιμέτωπη με μια τρομακτική πραγματικότητα. Η Χάνα είναι τώρα πια μια τραγική μορφή, πρόωρα γερασμένη. Και η Φρίντα στοιχειώνεται από την υποψία πως η Χάνα είναι κι αυτή θύμα, όπως ακριβώς η υπόλοιπη οικογένειά της – πως κάτι δεν πήγε καλά στην αστυνομική έρευνα πριν από τόσα χρόνια.
Μην μπορώντας να αποσπάσει τη σκέψη της από την υπόθεση της Χάνα, η Φρίντα πιστεύει πως κάποιος κρύβει καλά την αλήθεια. Κάποιος ο οποίος είναι ικανός να φτάσει ως τα άκρα προκειμένου να προστατέψει τον εαυτό του…
Το Ρέκβιεμ του Σαββάτου είναι το έκτο, καθηλωτικό και εθιστικό μυθιστόρημα της σειράς με πρωταγωνίστρια τη Φρίντα Κλάιν ενώ η υπογραφή Nicci French αποτελεί πια εγγύηση.

       Κριτική

Πρωταγωνίστρια του αστυνομικού μυθιστορήματος αυτού είναι η ψυχοθεραπεύτρια Φρίντα Κλάιν και ο χώρος όπου διαδραματίζεται η ιστορία είναι  το μητροπολιτικό Λονδίνο. Η ιστορία κινείται σε δύο βασικούς άξονες. Ο ένας άξονας είναι η εξιχνίαση της δολοφονίας της οικογένειας Ντόχερτι και ο αγώνας της Φρίντας Κλάιν για να αποδείξει την αθωότητα της θυματοποιημένης Χάνα. Ο δεύτερος άξονας του βιβλίου κινείται στις προσπάθειες του Ντιν Ριβ να στοιχειώσει την ζωή της γνωστής ψυχοθεραπεύτριας παραβιάζοντας με θράσος την ιδιωτικότητα της. Ενδιαφέρον στο συγκεκριμένο αστυνομικό μυθιστόρημα παρουσιάζει το γεγονός ότι πλέον η Φρίντα Κλάιν συνεργάζεται με το Υπουργείο Εσωτερικών για υποθέσεις που της εμπιστεύονται.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο βιβλίο αυτό σημειώνεται μια σημαντική αντίφαση. Παρόλο που στη Σημαδεμένη Πέμπτη η Φρίντα Κλάιν αποφασίζει να χωρίσει τον σύντροφο της με ψυχρότητα και χωρίς ίχνος ενδεχόμενων αμφιβολιών και δεύτερων σκέψεων, στο Ρέκβιεμ του Σαββάτου η Φρίντα Κλάιν εμφανίζεται να είναι μια επαγγελματίας πλημμυρισμένη από ενσυναίσθηση δεδομένου της προσοχής που δίνει για την υπόθεση της ψυχικά άρρωστης Χάνα Ντόχερτυ. Ταυτοχρόνως, ο αναγνώστης διερωτάται εσωτερικά πως είναι δυνατόν να καταφεύγει ένας ώριμος και ενήλικος ψυχοθεραπευτής με πλούσιες ακαδημαϊκές περγαμηνές στην πρακτική του ghosting  – όσον αφορά το πρόσφατο παρελθόν της  και τον χωρισμό της με τον πρώην σύντροφο της – και ταυτοχρόνως να διακρίνεται από υψηλό βαθμό συναισθηματικής νοημοσύνης – για την Χάνα Ντόχερτυ –  όσον αφορά την  άσκηση του λειτουργήματος που έχει επιλέξει να ασκήσει. Τέλος, ο αναγνώστης διερωτάται για το πώς είναι δυνατόν ένας ψυχοθεραπευτής – ή ένας γιατρός όπως η ίδια η Φρίντα Κλάιν σε κάποια σημεία του βιβλίου καμώνεται να συστήνεται – να εργάζεται ανεπίσημα για το Υπουργείο Εσωτερικών και πως ευθυγραμμίζεται και συμφιλιώνεται αυτή η στάση της και αυτή η επιλογή της με τον Κώδικα Δεοντολογίας των Βρετανών Γιατρών και των Βρετανών Ψυχοθεραπευτών.  Ωστόσο, ο αναγνώστης θα διαπιστώσει εντέλει  ότι η Φρίντα Κλάιν εμφανίζεται να εργάζεται περισσότερο ως μια παρατηρητική και έμπειρη ερευνήτρια και λιγότερο ως μια δημοφιλής ψυχοθεραπεύτρια.

Μυστικά οικογενειακά ξεστομίζονται και χείλη σφραγισμένα ανοίγουν για να δώσουν τις απαραίτητες μαρτυρίες και πληροφορίες στην Φρίντα Κλάιν, η οποία για άλλη μια φορά με τη δράση της βάζει σε θανάσιμο κίνδυνο τα άτομα με τα οποία συνεργάζεται και συνδιαλέγεται. Το βιβλίο αυτό έχει εξαιρετική πλοκή και φαίνεται να είναι ίσως το κορυφαίο της σειράς – τουλάχιστον εν συγκρίσει με το Σημαδεμένη Πέμπτη, το Οργισμένη Παρασκευή και την Ματωμένη Κυριακή. Ο αναγνώστης ακολουθεί το νήμα της ιστορίας και προσπαθεί ανυπόμονα μέχρι το τέλος να εντοπίσει και να αποκαλύψει τον δολοφόνο της οικογένειας Ντόχερτυ. Το τέλος της ιστορίας δεν έχει happy end και ενδεχομένως να βοηθά τον αναγνώστη αυτή η προσέγγιση προκειμένου να συνειδητοποιεί ότι θα πρέπει να καλλιεργήσει να έχει πάντα  μια λιγότερο εξιδανικευμένη και περισσότερο  ρεαλιστική αντιμετώπιση της πραγματικότητας.  

Ο Χαλαζίας εξαγριώνεται αναγνωστικά με την «Οργισμένη Παρασκευή» των Nicci French

Το περιθώριο ασκεί διαχρονικά μια ακαταμάχητη έλξη στους πάσης φύσεως υποψιασμένους με αθωότητα κοινωνικούς παρατηρητές σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να το συλλάβουν, να το κατανοήσουν, να το οργανώσουν και εντέλει να το «χωνέψουν». Κινηματογραφιστές όπως ο Νίκος Νικολαΐδης, ένας από τους βασικούς εκπροσώπους του νέου πειραματικού και αβανγκάρντ ελληνικού σινεμά με ταινίες ορόσημα όπως την «Γλυκιά Συμμορία», «τα Κουρέλια τραγουδάνε ακόμα» και το «ο Χαμένος τα παίρνει όλα»,  έχουν εξυμνήσει το ελληνικό outcast και έχουν μαγέψει το σινεφίλ – και όχι μόνο – κοινό με το έργο τους. Κατ’ αναλογία με το σινεμά και στη λογοτεχνία συναντάμε ποιητές και πεζογράφους  με πλούσια συγγραφική δραστηριότητα, οι οποίοι επιστρατεύουν από την φαρέτρα της τέχνης  τους και την πλούσια θεματολογία  του περιθωρίου όλα τα μέσα που διαθέτουν για να καταγράψουν και να περιγράψουν με κάθε λεπτομέρεια  το περιθώριο με κορυφαίο εκπρόσωπο ενδεχομένως τον Charles Bukowski .  Αντιστοίχως, στο πεδίο της αστικής λαογραφίας ο Ηλίας Πετρόπουλος με αστείρευτο ερευνητικό ενδιαφέρον ασχολήθηκε με θέματα που θεωρήθηκαν ταμπού, φυλακίστηκε και αυτοεξορίστηκε προσπαθώντας σε όλη τη διάρκεια της ζωής του να εξερευνήσει και να αποκαλύψει τις «εξοστρακισμένες και απαγορευμένες νησίδες» του ελληνικού κοινωνικού γίγνεσθαι.

Προφανώς θα αναρωτιέσαι ποια είναι η σχέση όλων των παραπάνω προσώπων με την κριτική του βιβλίου των Nicci French «Οργισμένη Παρασκευή»; Στο  βιβλίο αυτό η πρωταγωνίστρια  της σειράς καταζητείται από την αστυνομία και ταυτοχρόνως η ίδια επιλέγει να ζήσει σε απογυμνωμένα δωμάτια όπου μένουν τα φτωχά και περιθωριακά  στοιχειά της βρετανικής πρωτεύουσας. Ταυτόχρονα, εργάζεται παράνομα εξαπατώντας τους ανυποψίαστους φίλους του πρώην συντρόφου της. Η απεγνωσμένη προσπάθεια της ηρωίδας να αποδείξει την αθωότητα της χωρίς να προθυμοποιείται να χαρίσει την ελευθερία της στα θεσμικά  όργανα της εξουσίας και του νόμου αγγίζοντας τα όρια της αυτοδικίας έρχεται σε αντιδιαστολή με το παράδειγμα του Σωκράτη, ο οποίος αν και ήταν αθώος και είχε δυνατότητα να δραπετεύσει από την φυλακή και να αποφύγει την θανατική ποινή χωρίς να διστάσει στιγμή αποφάσισε και ήπιε το κώνειο όντας αθώος. Το  βιβλίο «Οργισμένη Παρασκευή μοιάζει να  απομακρύνεται από την χριστιανική ηθική της Ορθόδοξης παράδοσης  και να προσεγγίζει τον δρόμο της εβραϊκή λογικής «οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντας αντί οδόντα». Ας μην λησμονούμε ότι ο Χριστός όντας αθώος θέλησε να γίνει θυσία και να σταυρωθεί για να εξιλεωθεί το ποίμνιο του. Η Φρίντα Κλάιν ωστόσο αποφασίζει να διεκδικήσει την ελευθερία της και να εντοπίσει μόνη της  τον δολοφόνο του πρώην συντρόφου της σοδομίζοντας πάνω στο «άρρωστο»  σώμα των «νοσηρών» θεσμών που καταδυναστεύουν τις ζωές των ανθρώπων της κοινωνίας.

Περίληψη στο Οπισθόφυλλο

Όταν ανακαλύπτεται ένα πρησμένο και μελανιασμένο πτώμα να επιπλέει στον ποταμό Τάμεση, η αστυνομία μπορεί τουλάχιστον να είναι σίγουρη ότι η αναγνώριση του θύματος δεν θα αποτελέσει πρόβλημα. Γύρω από τον καρπό του νεκρού ανθρώπου, υπάρχει ένα νοσοκομειακό περικάρπιο. Επάνω του, είναι γραμμένο ένα όνομα: Δρ Φ. Κλάιν.

Όμως η ψυχοθεραπευτήρια Φρίντα Κλάιν είναι ολοζώντανη. Και καθώς δεν αργούν να βρεθούν στοιχεία που τη συνδέουν με το έγκλημα, καθίσταται η υπ’ αριθμόν ένα ύποπτη!

Μην έχοντας τη δυνατότητα να πείσει την αστυνομία για την αθωότητα της, η Φρίντα αναγκάζεται να πάρει μια πολύ ριψοκίνδυνη απόφαση προκειμένου να μπορέσει να ενώσει όλα τα κομμάτια του αποτρόπαιου παζλ και ν’ ανακαλύψει την αλήθεια, πριν να είναι πολύ αργά τόσο για την ίδια όσο και για τους ανθρώπους που αγαπά.

Κριτική

Όταν η πρωταγωνίστρια μιας εμπορικά επιτυχημένης σειράς βιβλίων χλευάζει τους μηχανισμούς λειτουργίας της Δικαιοσύνης, παρακάμπτει τα θεσμικά όργανα του τυπικού κοινωνικού ελέγχου αξιοποιώντας τις επαφές που έχει συνάψει με το άτυπο κοινωνικό δίκτυο της ( χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κάρλσον), σπαταλά με τις ενέργειες της ανθρώπινους και κατ’ επέκταση οικονομικούς πόρους της αστυνομίας  όντας καταζητούμενη  , θέτει σε κίνδυνο στενά άτομα από το περιβάλλον της (π.χ. με κίνδυνο απέλασης , με κίνδυνο να κατηγορηθούν για σύσταση συμμορίας και για ηθική αυτουργία στη χρήση άσκοπης βίας ) και η απήχηση του βιβλίου αποτιμάται σε εκατομμύρια αντίτυπα, τότε θα πρέπει να τεθεί μια προβληματική σε σχέση με την σφυρηλάτηση των προτύπων και τις παρενέργειες που μπορεί να προκύψουν όταν το ιδεολογικό κεφάλαιο των εμπορικών συγγραφέων αντιστρατεύεται την κυρίαρχη ιδεολογία. Αν τα βιβλία ανήκουν στους ιδεολογικούς φορείς καταστολής τότε θα μπορούσαμε να εξάγουμε το συμπέρασμα ότι οι συγγραφείς φλερτάρουν με την βία, υπονομεύουν την εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης προβάλλοντας την αυτοδικία και διαρρηγνύουν την κοινωνική ειρήνη και συνοχή. Ας μην ξεχνάμε εξάλλου ότι ακόμη και η ίδια η Φρίντα Κλάιν καταφεύγει στο τέλος της ιστορίας στην χρήση βίας.   

  Απογοητευτικό είναι επίσης το γεγονός ότι η Φρίντα Κλάιν ενίοτε εκτός από ψυχοθεραπεύτρια δηλώνει ότι είναι και γιατρός συμπληρώνοντας την πλάνη  μεταξύ των διαχωριστικών γραμμών και ορίων που υπάρχουν μεταξύ των επιστημών της κλινικής ψυχολογίας και της ψυχιατρικής.  

Θετική έκπληξη στο βιβλίο αυτό συνιστά το γεγονός ότι  η Φρίντα Κλάιν εμφανίζεται να δρα παρασκηνιακά ενώ αποφασιστικό ρόλο  για την λύση του δράματος παίζουν σε αυτό το βιβλίο οι φίλοι και το περιβάλλον της δημοφιλούς ψυχοθεραπεύτριας. Επομένως, το βιβλίο αυτό έστω και για λίγο σταματά να γίνεται τόσο προσωποκεντρικό και αναδεικνύεται έστω και προσωρινά η αξία της συλλογικής και συνεργατικής δράσης για την επίτευξη του τελικού αποτελέσματος.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα πολυσέλιδο  βιβλίο που διαβάζεται ευχάριστα από τον αναγνώστη και παρουσιάζει γρήγορη πλοκή και ρυθμό και διεγείρει το ενδιαφέρον του για την λύση του μυστηρίου απογοητεύοντας τον όμως ταυτόχρονα για τις τεχνικές που υιοθετεί  και τις μηχανορραφίες που σκαρφίζεται η Φρίντα Κλαιν για την επίτευξη του σκοπού της.

Ο Χαλαζίας αναστοχάζεται για την «Σημαδεμένη Πέμπτη» των Nicci French

This image has an empty alt attribute; its file name is cea3ce97ce9cce91ce94ce95ce9cce95ce9dce97-cea0ce95ce9ccea0cea4ce97-3.jpg

Αν η αστυνομική λογοτεχνία ακολουθούσε τις αρχές της μαγειρικής τέχνης τότε η μίξη των δομικών στοιχείων της αφηγηματικής ιστορίας που επέλεξε το ζεύγος NicciFrenchείναι καταδικασμένο στην εμπορική επιτυχία όσο και οι γευστικοί κάλυκες της γλώσσας είναι προορισμένοι να ερεθίζονται σε υψηλής έντασης υλικά . Πόσο μάλλον όταν σε ένα πολυσέλιδο λογοτεχνικό βιβλίο «σιγοβράσεις» σε χαμηλή φωτιά να «καίνε» ανεξιχνίαστα σεξουαλικά εγκλήματα, ανακατέψεις το «ανώριμο» φρούτο της νιότης της εφηβικής αυτοκτονικότητας και του υπόρρητου αυτοκτονικού ιδεασμού ως προζύμι, «ψιλοκόψεις» εν συνεχεία την έννοια της αυτοχειρίας, «αναμίξεις» στο μίγμα σου την παρεκκλίνουσα συμπεριφορά και το περιλούσεις με πλούσιο άτυπο κοινωνικό έλεγχο και φτώχεια δεν έχεις ελπίδα παρά να επιβεβαιώσεις το περίσσιο θράσος των NicciFrench να πετάξουν στη μάπα του κάθε ασυλλόγιστου αναγνώστη δυναμίτη προκειμένου να νιώσει ευκαιριακά έκκριση αδρεναλίνης που απεγνωσμένα επιζητά να βιώσει βουτηγμένος μέσα στην γκρίζα αποστειρωμένη ζωή του. Εάν όμως  η πρόθεση  των NicciFrenchείναι να αναδειχθεί το λούμπεν προλεταριάτο της βρετανικής περιφέρειας και το πολιτισμικό της περίβλημα τότε η ζοφερή και ανάγλυφη παρουσίαση του συνιστά μια τουλάχιστον φιλότιμη και τίμια προσπάθεια. Και όσο οι συγγραφείς είναι ασυγχώρητοι σε αυτό τους το ολίσθημα τόσο αμετανόητοι είναι και  οι αναγνώστες που το διαβάζουν με απαράμιλλη αγωνία.

Περίληψη στο Οπισθόφυλλο

Όταν η ψυχοθεραπεύτρια Φρίντα Κλάιν άφηνε το βαρετό Σάφολκ, την παράκτια περιοχή όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, ήταν αποφασισμένη να μην επιστρέψει ποτέ. Άφηνε πίσω της φίλους και οικογένεια, παλιούς έρωτες και τα πρώτα της χρόνια, αλλά και οδυνηρές αναμνήσεις. Ένα παρελθόν στο οποίο δεν θα επέτρεπε να της καταστρέψει τη ζωή.

Όμως, χρόνια αργότερα, μια παλιά συμμαθήτρια επισκέπτεται τη Φρίντα στο Λονδίνο και της ζητά να βοηθήσει την έφηβη κόρη της. Τότε αναδύονται μνήμες από καιρό θαμμένες. Και το έγκλημα που ακολουθεί δεν αφήνει πια στη Φρίντα άλλη επιλογή από το να επιστρέψει στη γενέτειρα της  που κανείς άλλος εκτός από εκείνη δεν πίστεψε πως ήταν αληθινά….

Μέσα σε μια ομίχλη από συγκρουόμενες αφηγήσεις, κρυμμένα μυστικά και αμφισβητήσιμα άλλοθι, η Φρίντα δεν μπορεί πια να εμπιστευτεί κανέναν και προσπαθεί μόνη της να ενώσει τα κομμάτια της ανατριχιαστικής αλήθειας του παρελθόντος αλλά και του παρόντος. Προτού άλλος ένας αθώος χάσει τη ζωή του…

Κριτική

          Πρωταγωνίστρια του έργου είναι η δημοφιλής και επιτυχημένη ψυχοθεραπεύτρια Φρίντα Κλάιν.  Χαρακτήρες σε ρόλο κομπάρσου και με  σταθερή τροχιά δορυφόρου γύρω της  με μοναδική αποστολή να εξυπηρετήσουν τη δράση και να αναδείξουν το υψηλό κοινωνικό γόητρο και το prestige που αποπνέει η πρωταγωνίστρια είναι ο σύντροφος της Σάντι με τον οποίο η Φρίντα Κλάιν αποφασίζει να διακόψει την σχέση τους χωρίς την συγκατάθεση του και παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες του για επανασύνδεση. Έμμεσα οι Nicci French κλείνουν το μάτι στον αναγνώστη και υπαινικτικά δηλώνουν ότι η σχέση μεταξύ τους δεν ήταν ισότιμη εφόσον ο Σάντι εγκατέλειψε την στρωμένη ζωή του στην Αμερική προκειμένου να έχει το προνόμιο να ζήσει μαζί με την Φρίντα ΚλάινΩστόσο,  η Φρίντα ήταν σε τέτοιο βαθμό αδέσμευτη και ανεξάρτητη που δεν εκδήλωνε κάποιου είδους ενοχή ή υποχρέωση για να συνεχίσει μια σχέση για την οποία ένιωθε ότι είχε από την ίδια τελειώσει. Ενδεχομένως, το τέλος της σχέσης της να οφείλεται και  στη διαδικασία αναψηλάφισης από την ίδια και από τις τοπικές αρχές του ανεξιχνίαστου βιασμού που υπέστη η ίδια στη διάρκεια της εφηβείας της. Σημαντικό στοιχείο σε αυτήν της την απόφαση  παίζει και η –  αν όχι επιφυλακτική και δύσπιστή στάση-  παντελής απουσία υποστηρικτικού πλαισίου (οικογένεια, κοινωνικές υπηρεσίες κλπ) για την τραυματική εμπειρία που βίωσε στην ευαίσθητη αυτή περίοδο της ζωής της.

Στο βιβλίο αυτό η Φρίντα Κλάιν περνά μαζί με την μητέρα της και τις τελευταίες στιγμές της ζωής της αφού έχει διαγνωστεί η μητέρα της με μη ιάσιμη μορφή καρκίνου. Οι Nicci French δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν ακόμη και αυτό τα τραγικό στοιχείο, προκειμένου να αναδείξουν τα θετικά χαρακτηριστικά της πρωταγωνίστριας και να στρέψουν το αναγνωστικό κοινό προς όφελος της εφόσον περιγράφουν γλαφυρά την έλλειψη εμπιστοσύνης που επέδειξε η μητέρα της στην ίδια όταν συνέβη η σεξουαλική επίθεση εναντίον της Φρίντα στην εφηβεία της και όταν η ίδια μετά από επίμονες προσπάθειες της πρωταγωνίστριας ομολόγησε ή εντέλει αποδέχτηκε ότι διατηρούσε «κρυφή» εξωσυζυγική σχέση. Η αυτοκτονία του πατέρα της Φρίντα Κλάιν ενδεχομένως να εξηγείται κατά την ίδια και από αυτήν του την ανακάλυψη.  

Ο Γιόζεφ  είναι ένας φίλος από παλιά για την Φρίντα Κλάιν. Ωστόσο, είναι αλλοδαπός, μένει παράνομα στην Αγγλία και ασχολείται με οικοδομικές και χειρωνακτικές εργασίες. Για άλλη μια φορά η Φρίντα Κλάιν τον «χρησιμοποιεί» για όλα τα θελήματα και αναλαμβάνει οικειοθελώς τον ρόλο του οικιακού βοηθού και του ταξιτζή  της.  Χωρίς να έχουμε διαβάσει τα προηγούμενα βιβλία της σειράς , στα οποία υποδηλώνεται ότι ο Γιόζεφ  έχει ενδεχομένως κάποιου είδους υποχρέωση απέναντι στην Φρίντα Κλάιν διαφαίνεται ότι σε αρκετές περιπτώσεις ο Γιόζεφ μοιάζει συστηματικά  να θυματοποιείται από την πρωταγωνίστρια.

Η Σάσα είναι η ανώριμη ανηψιά της Φρίντα που λειτουργεί σταθερά παρορμητικά, η Σάσα είναι πρώην ασθενής και φίλη της Φρίντα, η οποία είναι σε οριακή κατάσταση και μετά βίας μπορεί να επιμεληθεί την φροντίδα του μικρού ανήλικου αγοριού της του Ίθαν. Όλοι οι χαρακτήρες είναι από τους συγγραφείς με τέτοιο τρόπο πλασμένοι που μοιάζουν ανυπεράσπιστοι χωρίς την Φρίντα.

Η Φρίντα Κλάιν επιστρέφει στον τόπο καταγωγής της και όλα τα νέα πρόσωπα κινούνται έχοντας σιωπηλά ως επίκεντρο την ίδια. Ένα ακόμη τέχνασμα που υιοθετούν οι συγγραφείς είναι η υπογράμμιση του διπόλου μητρόπολη – περιφέρεια. Η Φρίντα Κλάιν εκπροσωπεί την επιτυχία, την πρόοδο,  την προβολή και ενσαρκώνει την μητρόπολη ενώ τα πρόσωπα του Σάφολκ εκπροσωπούν την επαρχιακή περιφέρεια, την οπισθοδρόμηση  και την καθυστέρηση.

Συμπερασματικά, η  «Σημαδεμένη Πέμπτη» είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται ευχάριστα και ο αναγνώστης προσπαθεί σε όλη τη διάρκεια της αναγνωστικής του εμπειρίας να εξιχνιάσει την λύση των εγκλημάτων. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι το τέλος είναι αρκετά ανατρεπτικό και με αρκετά γρήγορη πλοκή όσον αφορά στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου. Αναλογιζόμενοι ότι ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου είναι Thursday’s Children (ελεύθερη απόδοση και μετάφραση – ο Θεός να την κάνει – «Σημαδεμένη Πέμπτη») και δεδομένου ότι ο τίτλος είναι εμπνευσμένος από μια εφηβική μουσική μπάντα του βιβλίου με αυτό το όνομα η κριτική του βιβλίου θα μπορούσε ενδεχομένως να συμπυκνώνεται στα λόγια του Mick Jagger που ευαγγελιζόταν το “sex, drugs and rock’ n roll.

H Ραφαέλα διάβασε το “Αιώνια δική σου” της Alyson Noël

Σύνοψη βιβλίου 

Ύστερα από ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα που της στοίχισε τη ζωή της οικογένειάς της, η δεκαεξάχρονη Έβερ διαθέτει το εξαιρετικό χάρισμα να βλέπει τις αύρες των άλλων, να ακούει τις σκέψεις τους και να γνωρίζει την ιστορία της ζωής τους με ένα απλό άγγιγμα. Continue reading H Ραφαέλα διάβασε το “Αιώνια δική σου” της Alyson Noël

Η Ραφαέλα διάβασε το “Παιχνίδι του Αγγέλου” του Κάρλος Ρουίθ Θαφόν

   Σύνοψη βιβλίου

Στην καρδιά της Βαρκελώνης, σ’ ένα εγκαταλειμμένο μέγαρο, ένας νεαρός άντρας, ο Νταβίδ Μαρτίν, βγάζει τα προς το ζην γράφοντας ερωτικά μυθιστορήματα τρόμου με ψευδώνυμο. Στιγματισμένος από τα δύσκολα παιδικά του χρόνια και βασανισμένος από έναν ανέφικτο έρωτα, έχει βρει καταφύγιο στον κόσμο των βιβλίων και περνάει τις νύχτες του επινοώντας μπαρόκ ιστορίες για τον υπόκοσμο της πόλης. Continue reading Η Ραφαέλα διάβασε το “Παιχνίδι του Αγγέλου” του Κάρλος Ρουίθ Θαφόν

Ο Χαλαζίας επεξεργάζεται το «Αν ήμουν δάσκαλος» της Νατάλια Σαλόμκο

Για ορισμένους το σχολείο είναι ένας ανοιχτός χώρος  ευγενούς άμιλλας, συνεργατικής μάθησης , εννοιολογικών ζυμώσεων και ανταλλαγής ιδεών. Για κάποιους άλλους το σχολείο είναι ο κλειστός προθάλαμος ενός ακραίου ανταγωνισμού, ένα μαύρο κουτί ακατανόητων αντιδράσεων, ένα πεδίο καθημερινής μάχης που αποσκοπεί στην εμπέδωση των κοινωνικών συγκρούσεων και  αντιθέσεων, ένας μηχανισμός αναπαραγωγής παρωχημένων ιδεών. Το ζητούμενο όμως είναι  τι  θα επέλεγε ο καθένας μας αν ήταν δάσκαλος;



Περίληψη στο Οπισθόφυλλο

Ένας δάσκαλος που μόλις έχει αποφοιτήσει έρχεται να διδάξει στο σχολείο που έβγαλε ο ίδιος πριν από ελάχιστα χρόνια.

Ποιες θα είναι οι σχέσεις του με τους μαθητές που τον ξέρανε σαν συμμαθητή;

Πως θα συνεργαστεί με τους δασκάλους που τον θυμούνται σαν μαθητή τους;

Πως θα μπορέσει να επιβληθεί σαν δάσκαλος στα παιδιά και να κάνει τους δασκάλους να δεχτούν τις προοδευτικές του ιδέες;

Ένα συναρπαστικό εφηβικό μυθιστόρημα που μας μιλάει για τις σχέσεις δασκάλου και μαθητή, γονιών και παιδιών και των μαθητών μεταξύ τους, μέσα από μια πλοκή με πολύ ενδιαφέρον και περιπέτεια.

Κριτική
          Ένας νεαρός δάσκαλος γεμάτος πρωτοποριακές ιδέες συγκρούεται  με ένα σχολείο που κουβαλά  τις απαρχαιωμένες αντιλήψεις του παρελθόντος. Ένας νέος εκπαιδευτικός που τολμά να δοκιμάσει και να δοκιμαστεί, να εκτεθεί και να πειραματιστεί αποφασίζει να συγκρουστεί και να προσπαθήσει να δαμάσει ένα ακανθώδες πλέγμα ξεπερασμένων πρακτικών και αντιλήψεων που εμφιλοχωρεί στο σχολείο του. Το χάσμα γενεών αναδεικνύεται και αντανακλάται στη σχέση του ιδίου με τον πατέρα του. Η αμφισβήτηση συνιστά την απειλή και την ευκαιρία ταυτόχρονα που θα κληθεί να διαχειριστεί και που θα καθορίσει τις σχέσεις του με το κοινωνικό περιβάλλον του.

          Βασικοί χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι ο ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΑΡΣΕΝΙΕΒΙΤΣ ή κατά κόσμον ΣΑΝΙΑ, ένας νέος εκπαιδευτικός που καλείται να διδάξει σε ένα λύκειο που επικρατούν αρτηριοσκληρωτικές αντιλήψεις  και η μαθήτρια του Γιούλια Νικολάγιεβνα με την οποία είναι ερωτευμένος. Ο πατέρας του Σάνια, Αρσένι Αλεξάντροβιτς τυγχάνει να είναι προϊστάμενος και διευθυντής του σχολείου στο οποίο εργάζεται ο Σάνια. Ο χώρος όπου εκτυλίσσεται   η ιστορία είναι μια απομακρυσμένη επαρχία στη Σοβιετική Ένωση και στην πραγματικότητα ο Σάνια επηρεασμένος προφανώς από τις θεωρίες μάθησης του εποικοδομητισμού και του κονστρουκτιβισμού βασικός εισηγητής των οποίων είναι ο ομοεθνής του Vygotsky έρχεται σε σύγκρουση με το αυταρχικό και δασκαλοκεντρικό στυλ μάθησης που έχει υιοθετήσει το σχολικό κατεστημένο. Ο Σάνια επιδιώκει να διδάξει τους μαθητές του συνδέοντας την μάθηση με την εμπειρία αξιοποιώντας την μέθοδο project και επιδιώκοντας να συνδέσει την εμπειρία με την θεωρητική γνώση. Σύμφωνα με τις κονστρουκτιβιστικές θεωρίες τα υποκείμενα της μάθησης καλούνται να οικοδομήσουν μόνα τους μέσα τους τα γνωσιακά τους σχήματα και ο ρόλος του δασκάλου είναι να τα συνδράμει σε αυτήν την διαδικασία διαστέλλοντας την εξατομικευμένη Ζώνη Επικείμενης Ανάπτυξης του κάθε εκπαιδευόμενου . Αντιθέτως οι συμπεριφορικές θεωρίες από τις οποίες εμφορείται το κυρίαρχο τυπικό σχολικό σύστημα βλέπει τον ρόλο του δασκάλου ως αναμεταδότη της γνώσης και φορέα της μετωπικής διδασκαλίας.

    Η σχέση του Σάνια και της Γιούλια προκαλεί αναστάτωση και ταλαντώνει τους δύο χαρακτήρες. Ωστόσο , το τέλος της αφήγησης αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση δίνοντας στον αναγνώστη φτερά να το ερμηνεύσει με τον τρόπο που ο ίδιος επιθυμεί. Ίσως είναι ένα ευφυές τέχνασμα της Νατάλια Σαλόμκο για να δώσει ώθηση στα φτερά της φαντασίας των αναγνωστών. Οι χαρακτήρες της ιστορίας φαίνεται να βρίσκουν μια συμβιβαστική λύση στο πρόβλημα που υπάρχει στην περίπτωση που επιστρέψει ο Σάνια στο σχολείο και δημιουργηθεί πρόβλημα από την σχέση που είχε συνάψει με την Γιούλια στην τοπική κοινωνία. Ωστόσο, δείχνουν λιγότερο πρόθυμοι να αντισταθούν και να συγκρουστούν και περισσότερο έτοιμοι να συμφιλιωθούν.

Προερχόμενη η συγγραφέας Νατάλια Σαλόμκο  από την κομμουνιστική Σοβιετική Ένωση περιμένει ο αναγνώστης ότι οι ήρωες κυνηγούν την κοινωνική αλλαγή – πόσο μάλλον όταν είναι νέοι – και δεν παίζουν κρυφτό από αυτήν. Ωστόσο, οι ήρωες της ιστορίας ομοιάζουν περισσότερο ότι μετασχηματίζονται και οι ίδιοι σε μοιραία γρανάζια ενός κοινωνικού συστήματος που φαντάζουν ανήμποροί να ξεχαρβαλώσουν.   Ωστόσο, η παιδική και εφηβική λογοτεχνία θα πρέπει να έχει ως αποστολή όχι την ύπνωση αλλά την αφύπνιση . Και στην ιστορία αυτή δυστυχώς το κόλπο της συγκάλυψης της σχέση των Σάνια και Γιούλια και της εξαπάτησης της τοπικής κοινωνίας με ένα έξυπνο τέχνασμα περισσότερο με ύπνωση προσιδιάζει παρά με αφύπνιση.



Urban Legend: Παιδιά του Σκότους

Η ώρα κόντευε μεσάνυχτα. Η Ελένη επέστρεφε από τη δουλειά στο μικρό, ισόγειο διαμέρισμα που νοίκιαζε στην Ευαγγελίστρια. Είχε χάσει για ελάχιστο χρόνο το τελευταίο λεωφορείο και έλλειψη χρημάτων για ταξί, είχε αποφασίσει να πάει στο σπίτι της με τα πόδια κάτι που απέφευγε. Φοβόταν το σκοτάδι, και ειδικά η περιοχή που έμενε την τρομοκρατούσε μόλις έπεφτε η Continue reading Urban Legend: Παιδιά του Σκότους

Η Ραφαέλα διάβασε το “Everneath” της Brodi Ashton

Σύνοψη βιβλίου

Την περασμένη άνοιξη η Νίκι Μπέκετ εξαφανίστηκε. Continue reading Η Ραφαέλα διάβασε το “Everneath” της Brodi Ashton