Ο Χαλαζίας διάβασε τα «Επικίνδυνα Παιχνίδια» της Λίτσας Ψαραύτη

Ανεργία. Εγκατάλειψη. Μονογονεϊκότητα. Σχολικές Υποκουλτούρες. Κοινωνικός Έλεγχος. Χάσμα Γενεών. Παραβατικότητα. Εθισμός. Τοξικοεξάρτηση. Αποκλίνουσες Συμπεριφορές. Παραίτηση. Εξαθλίωση. Εξαχρείωση. Ματαίωση. Ακύρωση. Πόνος.  

          Μια κοινωνική προβληματική που ξεδιπλώνεται και αναπτύσσεται από την Λίτσα Ψαραύτη με απώτερο σκοπό να αφυπνίσει του νέους για τους κινδύνους που ελλοχεύουν στην ευαίσθητη περίοδο της εφηβείας τους με κεντρικό άξονα ανάλυσης το  πρόβλημα των ναρκωτικών. Μια ρεαλιστική ιστορία που διαβάζεται ευχάριστα από τον αναγνώστη χωρίς η συγγραφέας να καταφεύγει σε περίτεχνα λογοτεχνικά φτιασίδια αλλά κυοφορεί με την πένα της μια εφηβική πραγματικότητα βίαιης ενηλικίωσης που φαντάζει ως ένα γνήσιο, αληθινό και ακατέργαστο προϊόν λογοτεχνικής μυθοπλασίας.

Περίληψη από το Οπισθόφυλλο

            Η Μαρία είναι τελειόφοιτη γυμνασίου. Όλα πηγαίνουν καλά στη ζωή της ως τη μέρα που αρχίζει να κάνει παρέα με το Μάρκο, ένα αγόρι της δευτέρας λυκείου. Ο Μάρκος τη σπρώχνει στα ναρκωτικά, στα χάπια και στα «τριπάκια».  Η Μαρία περνάει όλα τα στάδια του εξευτελισμού και της ταπείνωσης και φτάνει ως την κόλαση. Θα μπορέσει τελικά να γλιτώσει και να γιατρέψει τα τραύματα του κορμιού και της ψυχής της; Θα τη σώσει η αγάπη των γονιών της; Ένα δυνατό μυθιστόρημα για τα σημερινά παιδιά και τους εφήβους που τολμάει να βάλει το μαχαίρι βαθιά και να περιγράψει με σκληρή γλώσσα το μεγαλύτερο κοινωνικό πρόβλημα της εποχής μας, τα ναρκωτικά.

          Η Μαρία είναι όπως όλα τα άλλα κορίτσια γύρω μας, και κάθε παιδί της ηλικίας της – ακόμα και το δικό μας – κινδυνεύει να ζήσει μια τέτοια περιπέτεια. Ένα βιβλίο που ενδιαφέρει όχι μόνο τα παιδιά, αλλά και τους ενήλικους, ιδιαίτερα τους γονείς.  

Κριτική

                Η ιστορία διαδραματίζεται στα τέλη της δεκαετίας του 90 στην Αθήνα και πρωταγωνίστρια του εφηβικού αυτού μυθιστορήματος είναι η Μαρία. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η συγγραφέας πλάθει την ιστορία της ενσωματώνοντας στο κείμενο της εμπορικές ονομασίες προϊόντων και καλλιτεχνών, προκειμένου η αφήγηση της να αφουγκράζεται την εποχή της και  να είναι περισσότερο συνδεδεμένη και εναρμονισμένη με την πραγματικότητα που υπηρετεί.  Αναλυτικότερα, ο αναγνώστης έκπληκτος θα   συναντήσει αναφορές όπως για παράδειγμα για τις Spice Girls, την Μαντόνα, την Γαρμπή, τον Αλκαίο, τον Σφακιανάκη, τον Ρόκκο, τα Ξύλινα Σπαθιά,  καθώς επίσης και για την συνδρομητική τηλεόραση της εποχής, το Filmnet, τις μοτοσυκλέτες Yamaha, τα τσιγάρα Marlboro και το περιοδικό ΚΛΙΚ, προκειμένου η συγγραφέας να ενσαρκώσει τον φανταστικό κόσμο, μέσα στον οποίο επιθυμεί να ζουν και να κινούνται οι χαρακτήρες που έχει πλάσει. Η λογοτεχνία μπερδεύει τεχνηέντως την αφήγηση με το εμπόριο, το μάρκετινγκ και την έμμεση διαφήμιση και το τελικό αποτέλεσμα αν και εκ πρώτης όψεως φαίνεται επιτυχημένο όσον αφορά τον στόχο του, ωστόσο είναι ταυτόχρονα και απογοητευτικό. Δεν θα θέλαμε να κρύψουμε την λύπη μας και  το γεγονός ότι προκαλεί θλίψη στον αναγνώστη η σκέψη ότι οι συγγραφείς σήμερα είναι καταδικασμένοι να σκηνοθετούν εικόνες με συνθέσεις εμπορικών προϊόντων στον φανταστικό κόσμο που δημιουργούν, προκειμένου να είναι σε θέση να αιχμαλωτίσουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Στις κρυφές διαφημιστικές καταιγίδες που εξαπολύονται από τους ανθρώπους της διανόησης και του πνεύματος ενσωματώνοντας το μάρκετινγκ μέσα στα καλλιτεχνικά τους έργα  θα ήταν δόκιμο αναγνώστες και συγγραφείς να προστατεύονται με ομπρέλα.  Σε μια κανονιστική και ιδεαλιστική πραγματικότητα θα ήταν επιθυμητό η εφηβική λογοτεχνία να μην εμπεριέχει εμπορικές ονομασίες τσιγάρων και προι¨οντων αλλά πάνω στα πακέτα να τυπώνονται σύντομα αποσπάσματα από βιβλία συγγραφέων σε σχέση με τον εθισμό και την εξάρτηση. Γενικότερα, θα ήταν ηθικά επωφελές αν το εμπόριο υπηρετούσε την τέχνη και όχι το αντίστροφο.      

            Η προσέγγιση της Ψαραύτη και η εξέλιξη της ιστορίας διατρέχεται από μια γραμμικότητα. Τα στερεότυπα και οι υπεραπλουστευμένες αντιλήψεις θα μπορούσαν να αποφευχθούν. Οι Αθίγγανοι στο Μενίδι δεν θα έπρεπε να προβάλλονται από την Ψαραύτη ως έμποροι των κυκλωμάτων των τοξικοεξαρτημένων, διότι οι λογοτέχνες ως ένα κομμάτι των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης φέρουν μια πολλή σημαντική ευθύνη και έχουν μια κεφαλαιώδη αποστολή.  Οι συγγραφείς θα πρέπει να υπηρετούν το λειτούργημα τους και να διαπαιδαγωγούν τους νέους ανθρώπους να κατευνάζουν και να καταστέλλουν τα φυλετικά μίση και τις  προκαταλήψεις. Εμψυχώνοντας όμως οι συγγραφείς χαρακτήρες που είναι “δανεισμένοι” από τον πραγματικό κόσμο έχει ως αποτέλεσμα και να οξύνονται οι φυλετικές διακρίσεις ενισχύοντας τον κοινωνικό αποκλεισμό αυτών των ομάδων αλλά και η ίδια η συγγραφέας να χάνει την ευκαιρία να αναδείξει το ταλέντο της όσον αφορά την φαντασία της και την δημιουργικότητα της.  

            Η Ψαραύτη στο μυθιστόρημα αυτό προσπαθεί να αναδείξει το φάσμα της εξαθλίωσης των τοξικοεξαρτημένων. Άλλωστε ας μην ξεχνάμε το γεγονός ότι λίγα χρόνια πριν εκδοθεί το βιβλίο είχε προβληθεί στις κινηματογραφικές αίθουσες το περίφημο Trainspotting που έκανε μεγάλη εμπορική επιτυχία και αναδείκνυε την κουλτούρα των ναρκωτικών. Ενδεχομένως, η  Λίτσα Ψαραύτη να ήθελε να απομυθοποιήσει την αστική κουλτούρα των τοξικοεξαρτημένων και να αναδείξει την εξαθλίωση που βιώνουν σε προσωπικό και ανθρώπινο επίπεδο τα ίδια τα υποκείμενα και το περιβάλλον τους.

            Συνοπτικά, το βιβλίο «Επικίνδυνα Παιχνίδια» είναι ένα σύντομο μυθιστόρημα που διαβάζεται χωρίς ιδιαίτερο κόπο και θα μπορούσε να λειτουργήσει  και ως ένα χρήσιμο δώρο για την βιβλιοθήκη κάθε εφήβου που ενδεχομένως φλερτάρει με την ιδέα των χημικών πειραματισμών και της δοκιμής των αντοχών του όσον αφορά την σφαίρα της αυτοκυριαρχίας και του αυτοελέγχου. Ωστόσο, σημαντικό στοιχείο είναι ο αναγνώστης να έχει ενεργοποιημένες τις κεραίες κριτικής σκέψης του.   

Ο Χαλαζίας δάκρυσε με το θλιβερά  επίκαιρο «Πριν από το Τέρμα» της Γαλάτειας Γρηγοριάδου – Σουρέλη

MAT. Χούλιγκανς. Παράνομα στοιχήματα. Στημένα παιχνίδια. Αθλητικοί σύνδεσμοι επανδρωμένοι με οπαδούς που  συναλλάσσονται για ωφελήματα με το αζημίωτο.  Αθλητές που χρηματίζονται. Προπονητές που εκβιάζονται. Βαθμοί που χαρίζονται. Πάθη που διεγείρονται. Αθλητικοί παράγοντες που κινούν εν κρυπτώ τα νήματα για την προώθηση και εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων. Αχαλίνωτη βία στις κερκίδες. Υβριστικά συνθήματα προορισμένα να εξαγριώσουν τους αθλητές και να δυναμιτίσουν την ένταση μεταξύ των αντίπαλων αθλητικών ομάδων. Συνθήματα που προσβάλλουν τα ήθη και πληγώνουν την συλλογική ταυτότητα των φιλάθλων. Καπνογόνα. Φωτοβολίδες. Εμπορευματοποίηση και αποκτήνωση.  Εκδοτικά συγκροτήματα προορισμένα να  χειραγωγούν τον φίλαθλο κόσμο, να ετεροκατευθύνουν το κοινό τους και να εξοφλούν τα γραμμάτια υποστήριξης της κατεστημένης πολιτικής και οικονομικής ελίτ. Δημοσιογράφοι που  διαμορφώνουν και διαπλάθουν την κοινή γνώμη και εν προκειμένω  στρατολογούν φιλάθλους μετατρέποντας τους σε άμορφες και απρόσωπες μάζες που λειτουργούν ως  άτυπες ομάδες πίεσης. Αθλητές χωρίς παιδεία. Δημοσιογράφοι δίχως δεοντολογία. Διαιτητές δίχως ελευθερία. Ένα σκοτεινό πηγάδι απελπισίας και φτώχειας, από το οποίο όλοι στραγγαλίζονται και κανένας δεν μοιάζει αρκετά πρόθυμος να επιδείξει το ηθικό του εκτόπισμα. Όλοι εξαργυρώνουν την σιωπή τους ανεξαρτήτως τιμής. Πατάνε τέρμα το γκάζι στην αλλοτρίωση και την ηθική διολίσθηση αλλά «πριν από το τέρμα» κάτι φαίνεται να αλλάζει και να ξεπροβάλλει η ελπίδα μέσα από το τούνελ . Ένα εφηβικό βιβλίο που αν και γράφτηκε σχεδόν πριν από 35 χρόνια αν είχε διαβαστεί από εκείνους τους εφήβους που το είχαν περισσότερο ανάγκη, σήμερα δεν θα μονοπωλούσαν την ειδησεογραφία οι δυσάρεστες ειδήσεις εκείνες που κάνουν τον πραγματικά φίλαθλο κόσμο να δυσαρεστείται, να θλίβεται και να πενθεί.

Περίληψη από το Οπισθόφυλλο

Στη φτωχογειτονιά μεγαλώνουν τρεις φίλοι. Αυτοί, η μπάλα τους και τα όνειρα τους για «κοινωνική άνοδο».

Πόσους συμβιβασμούς, πόσες υποχωρήσεις πρέπει να κάνουν γι’ αυτή την άνοδο; Τι αντίτιμο πρέπει να δώσουν στα κυκλώματα;

          Ακριβώς πριν από το τέρμα όμως…

          Ένα συναρπαστικό εφηβικό μυθιστόρημα που αγγίζει τα προβλήματα, τη μοναξιά του σύγχρονου νέου και τον συνοδεύει στις έντονες αναζητήσεις του.

Κριτική

       Μια συγγραφέας τιμημένη από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, τον Δήμο Αθηναίων, το Πανεπιστήμιο της Πάντοβα, την Ακαδημία Αθηνών και υποψήφια για το διεθνές βραβείο Άντερσεν, η Γαλάτεια Γρηγοριάδου – Σουρέλη, γράφει εν έτι 1987 ένα εφηβικό μυθιστόρημα το οποίο έμελε να είναι προφητικό για το δυσοίωνο μέλλον και την πορεία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Μολονότι η ιστορία του μυθιστορήματος εξελίσσεται στα τέλη της δεκαετίας του 1970 με αρχές της δεκαετίας του 1980 η ιστορία μοιάζει να είναι τραγικά επίκαιρη. Ας θυμηθούμε την πρόσφατη και εν ψυχρώ δολοφονία του Άλκη Καμπανού στη Θεσσαλονίκη που λόγω της αγάπης του για την ομάδα του Άρη έχασε την ζωή του σε ηλικία μόλις 19 ετών πριν από λίγες μέρες. Με φόντο την θλιβερή επικαιρότητα αναλογίζεται κανείς ότι ενδεχομένως οι νεαροί θύτες του συγκεκριμένου συμβάντος εάν είχαν την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με την λογοτεχνία και με την μελέτη παρεμφερών μυθιστορημάτων με το εξεταζόμενο της Γρηγοριάδου ( βλέπε για παράδειγμα «την Φανέλα με το Νούμερο Εννέα» του Μένη Κουμανταρέα και το «Αρχίζει το Ματς» της Αγγελικής Βαρελά) θα μπορούσαν ενδεχομένως να είχαν αποφύγει να ακολουθήσουν το σκοτεινό μονοπάτι της τυφλής οπαδικής βίας. Ας μην λησμονούμε και το γεγονός ότι υπάρχουν σοβαρές καταγγελίες και για την επονομαζόμενη «Παράγκα» του ελληνικού ποδοσφαίρου.

          Πρωταγωνιστές του βιβλίου «Πριν από το τέρμα» είναι τρεις παιδικοί φίλοι:  Ο Γιάννης που είναι ένας ανερχόμενος και πολλά υποσχόμενος ποδοσφαιρικός αστέρας, ο Λευτέρης που είναι ένας δημοσιογράφος και αθλητικογράφος που αναδύεται γρήγορα σε υπεύθυνο αθλητικού τμήματος μιας εφημερίδας ευρείας κυκλοφορίας και ο Γιώργος που εργάζεται και έχει αναλάβει την εκπροσώπηση, την οργάνωση και τη δράση ενός μεγάλου αθλητικού συνδέσμου.   Σύντομα οι τρεις φίλοι συμβιβάζονται με τα όνειρα τους και προδίδουν τις αρχές και τις αξίες τους.  Ωστόσο, τι θα επιλέξουν οι πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος εντέλει να υπερασπιστούν; Την φιλία τους ή τις ματαιόδοξες απαιτήσεις τους;

          Μια ιστορία για το ευ αγωνίζεσθαι και μια αφήγηση που εξαίρει τον αθλητισμό και το φίλαθλο πνεύμα. Μολονότι  το βιβλίο αυτό μοιάζει να προδιαγράφει την αρνητική τροχιά που διαγράφει ο ελληνικός αθλητισμός σήμερα, ωστόσο οι ιδέες της Γαλατείας Γρηγοριάδου φαντάζουν να είναι ιδεαλιστικές προβάλλοντας τα ιδεώδη μιας άλλης εποχής και έρχονται σε σύγκρουση με τον γυμνό απτό ρεαλισμό. Δεδομένου ότι η αναβίωση του κορυφαίου παγκόσμιου αθλητικού γεγονότος, οι Ολυμπιακοί Αγώνες, πραγματοποιήθηκε από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή το 1896 με κεντρικό  σύνθημα «Πιο Γρήγορα – Πιο Ψηλά – Πιο Δυνατά» και  την εμπορευματοποίηση αυτών  μέσω των χορηγιών και την προβολή διαφημίσεων σε αγωνιζόμενους που είχαν ως αποκλειστικό σκοπό την επίτευξη μιας ακόμη περισσότερο «ακραίας απάνθρωπης» επίδοσης συνειδητοποιούμε ότι η «υγεία» στον αθλητισμό αποτελεί μια κοινοτοπία δεδομένου ότι η ενδημικός αθλητισμός συνιστά ένα γρανάζι μιας παγκόσμιας (αντι)αθλητικής νοσηρότητας.

          Η οπαδική βία και ο χουλιγκανισμός είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που τροφοδοτείται από τα αθλητικά σωματεία και από τα Μ.Μ.Ε. που λειτουργούν ως ιδεολογικοί βραχίονες καταστολής. Η αγνή αγάπη του κόσμου για την τοπική τους ομάδα είναι χωρίς αντίκρισμα εφόσον η πορεία της είναι προϊόν συναλλαγής. Πριν κάποιες δεκαετίες η Θάτσερ στη Μεγάλη Βρετανία κατάφερε να καταστείλει την οπαδική βία.  Πριν 30 χρόνια η Γαλάτεια Γρηγοριάδου – Σουρέλη καταπιάνεται με ένα ζήτημα που μέχρι σήμερα η Πολιτεία στάθηκε τουλάχιστον αναποτελεσματική στην επίλυση του.

          Το βιβλίο «Πριν το Τέλος» είναι ένα εφηβικό μυθιστόρημα που θα έπρεπε να υπάρχει σε κάθε σχολική βιβλιοθήκη και να διδάσκεται στα πλαίσια της Αθλητικής Αγωγής και Εκπαίδευσης. Ωστόσο, ο οπαδισμός αποτελεί την εβδομαδιαία βαλβίδα εκτόνωσης και αποσυμπίεσης της σωρευμένης έντασης και οργής δεκάδων νέων οι οποίοι έχουν απελπιστεί από την ανεργία και την απουσία προοπτικής και ενδεχομένως ο επαγγελματικός αθλητισμός να χρησιμοποιείται από τις ελίτ ατύπως ως ένα άρμα για την πολιτική και οικονομική χειραγώγηση και εξόντωση τους. Το «πριν από το τέρμα» ξεγυμνώνει το βρώμικο ποδοσφαιρικό κύκλωμα και θα μπορούσε να αποτελέσει προϊόν «συνταγογραφημένης λογοτεχνίας» σε υπόδικους που επιλαμβάνεται ο αθλητικός – και όχι μόνο  – εισαγγελέας

Ο  Χαλαζίας διάβασε τα «Πέτρινα Καθίσματα» του Μάνου Κοντολέων

Επτά Κεφάλαια. Επτά Πρόσωπα.  Επτά αρχαίες ελληνικές τραγωδίες  θεμελιωμένες πάνω σε  επτά διαδεδομένους ελληνικούς μύθους συνιστούν το περιεχόμενο του παρόντος βιβλίου που υπογράφει ο Μάνος Κοντολέων. Επτά έργα με πρωταγωνιστές επτά χαρακτήρες –  τον Προμηθέα , την Άλκηστη, την Ιφιγένεια , τον Φιλοκτήτη, τον Ρήσο, την Ελένη και την Ανδρομάχη  – αποτελούν τους προσωποποιημένους πυρήνες αφήγησης και εξιστόρησης των προσωπικών και συλλογικών τους δραμάτων προσαρμοσμένους με το λογοτεχνικό ραβδί του αγαπημένου στο νεανικό κοινό συγγραφέα, Μάνου Κοντολέων.  Και θα αναρωτηθείς: «Γιατί επτά;» Διότι ο αριθμός επτά είναι ο τέλειος αριθμός σύμφωνα με την αρχαία ελληνική παράδοση.

Ένα βιβλίο που προάγει την Θεατρική Παιδεία και προορίζεται να εξοικειώσει και να εντάξει τους νεαρούς αναγνώστες  στη μυσταγωγία του αρχαίου ελληνικού δράματος. Μια συνάντηση του νεανικού κοινού  με την αναγνωστική εμπειρία και τα ρίγη συγκίνησης που προκαλείται στο κοινό  από μια επιλογή  αριστουργηματικών κλασικών έργων του Αισχύλου, του Ευριπίδη και του Σοφοκλή. Τα πέτρινα καθίσματα είναι ταυτοχρόνως και ένα υπέροχο δώρο για όλα τα παιδιά εκείνα που αγαπούν το θέατρο και ενδιαφέρονται ως ενήλικες αργότερα να ασχοληθούν ερασιτεχνικά ή επαγγελματικά ως ηθοποιοί  

Η απουσία στο παρελθόν της θεσμοθετημένης σήμερα Θεατρικής Αγωγής από τα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών  της  Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης οδήγησε συγγραφείς και εκδοτικούς οίκους στην ανάγκη παρουσίασης και προβολής μέσα από σχετικά εκδοτικά εγχειρήματα σημαντικών έργων αρχαίου ελληνικού δράματος. Αντίστοιχα παραδείγματα υπάρχουν και στο πεδίο της κωμωδίας όπου σημαντικά έργα του Αριστοφάνη διασκευάστηκαν, εικονογραφήθηκαν και εκδόθηκαν σε έντυπη μορφή σε comics από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, προκειμένου να είναι περισσότερο εύληπτα για το αναγνωστικό κοινό προκειμένου με τα ειδικά πληθυσμιακά χαρακτηριστικά που διακρίνεται να μπορέσει να τα συλλάβει και να τα κατακτήσει.

Τα «Πέτρινα Καθίσματα» είναι ένα πλωτό όχημα, πάνω στο οποίο οι νεαροί αναγνώστες κωπηλατούν ευχάριστα τις σελίδες του και γίνονται κοινωνοί της ελληνικής μυθιστορίας έτσι όπως την έπλασαν και την εξύμνησαν οι τραγικοί ποιητές της εποχής.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Ένα κορίτσι που θυσιάστηκε…
Και τρεις γυναίκες…
Τη μία την κατηγόρησαν για έναν πόλεμο. Της δεύτερης της στέρησαν την πατρίδα. Κι η τρίτη αγαπούσε, αγαπούσε, αγαπούσε…

Και τρεις άντρες… Τον έναν τον έδεσαν πάνω στα βράχια. Το δεύτερο τον εγκατέλειψαν σε ένα έρημο νησί. Κι ο τρίτος ήταν πολύ όμορφος, πολύ πλούσιος, πολύ άτυχος.

Εφτά πρόσωπα… Εφτά ιστορίες που τις παρακολουθείς καθισμένος πάνω σε πέτρινα καθίσματα.     

Κριτική

          Προσωπικότητες με ηθικές αξίες που θα πρέπει να διδάσκονται και να αποτελούν θετικά πρότυπα για κάθε υπεύθυνο πολίτη προβάλλονται μέσα από το ηθικοπλαστικό αυτό βιβλίο που μας συστήνει ο Μάνος Κοντολέων. Ηθικές αξίες όπως η αυτοθυσία, η φιλοξενία, η πίστη, η αφοσίωση, η στοχοπροσήλωση στο συλλογικό αγαθό έναντι του ατομικού συμφέροντος είναι ορισμένες μόνο από τις αρχές, για τις οποίες ο αναγνώστης προβληματίζεται, δοκιμάζεται και εντέλει ταυτίζεται με τον εκάστοτε χαρακτήρα.

          Σε μια εποχή που οι influencers στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα προβαλλόμενα πρόσωπα από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης από το τυραννικό star system χειραγωγούν συνειδήσεις, ετεροκατευθύνουν εφήβους, επηρεάζουν ανθρώπους και διαμορφώνουν την κοινή γνώμη είναι σκόπιμο να υπάρχουν ορισμένες αναγνωστικές νησίδες σηματοδότησης, οι οποίες θα λειτουργούν ως σημαδούρες προαγωγής θετικών προτύπων.  Μολονότι το βιβλίο αυτό του Μάνου Κοντολέων εκδόθηκε χρόνια πριν αποτελεί μέχρι και σήμερα μια σωστική λέμβο στα ανταριασμένα νερά της σύγχρονης ηθικοπλαστικής βεβήλωσης που επιβεβαιώνεται μέσα από την σπίλωση αξεπέραστων εμβληματικών προσωπικοτήτων και της διάχυτης σύγχυσης που επικρατεί στον σύγχρονο άνθρωπο. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η εκστρατεία των Αχαιών στην Τροία, των οποίων ο αρχηγός ο Αγαμέμνονας δεν δίστασε να θυσιάσει ακόμη και την ίδιοα του την κόρη , την Ιφιγένεια, για να ευχαριστήσει τους θεούς και να φυσήξει ούριος άνεμος προκειμένου να φουσκώσουν με αέρα τα πανιά στα ιστιοφόρα καράβια τους .  Από την άλλη μεριά χιλιάδες χρόνια μετά κατά τη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου όταν ο Hitler διέρρηξε την περίφημη γραμμή Μαζινό και εισέβαλε στη Γαλλία οι στρατιώτες της Γαλλίας αναρωτιούνταν μεταξύ τους “Pourquoi?” δηλαδή: «Γιατί να πολεμήσω;» .  

          Εν Κατακλείδι, τα «Πέτρινα Καθίσματα» δεν είναι το βιβλίο που θα σας κάνει σοφότερους αν γενικά έχετε παρακολουθήσει αρχαίο ελληνικό δράμα τα καλοκαίρια στην Επίδαυρο ή σε άλλα αρχαία ελληνικά θέατρα. Ωστόσο, θα σας βοηθήσει να θυμηθείτε ψηφίδες αγαπημένων σας μύθων που ενδεχομένως έχετε ξεχάσει και δυσκολεύεστε να ανασύρετε από την μνήμη σας.  Τα πέτρινα καθίσματα είναι ένας φόρος τιμής στο αρχαίο ελληνικό θέατρο, το οποίο  άνθισε  χιλιάδες χρόνια πριν και αποτέλεσε έναν πόλο έλξης για την μόρφωση και την καλλιέργεια όλων των πολιτών, τον τόπο συνάντησης  όλων των κοινωνικών ομάδων και τάξεων και μέσα από αυτό εορτάστηκε η ελευθεροστομία και κατ’ επέκταση η δημοκρατία.

Ο Χαλαζίας περιπλανιέται στην «Πλωτή Πολιτεία» του Ιούλιου Βερν

Ο Μεγάλος Ανατολικός. Το πλοίο, με το οποίο ταξίδευσε ο Ιούλιος Βερν από την Ευρώπη στην Αμερική. Το υπερωκεάνιο, το οποίο ενέπνευσε τον Ανδρέα  Εμπειρίκο να γράψει ένα πολυσέλιδο τολμηρό έργο, το οποίο  λοιδορήθηκε ως πορνογραφία από  τις πουριτανικές συντηρητικές μάζες και ταυτόχρονα αποτέλεσε το φανταστικό όχημα για να προκληθεί το σεμνότυφο αναγνωστικό ποίμνιο. Ένα μεταλλικό κουφάρι, πάνω στο οποίο ζυμώνεται και  επιπλέει το ανθρώπινο κεφάλαιο που θα αποτελέσει το έμψυχο δυναμικό που αναζωογονεί και ανατροφοδοτεί την πολυπολιτισμική αμερικανική κοινωνία. Ένα τεχνολογικό επίτευγμα της σύγχρονης ναυπηγικής ικανό να εναντιώσει τους οπισθοδρομικούς φοβικούς εκπροσώπους του λουδισμού και ταυτόχρονα να ενθουσιάσει τους σύγχρονους  προοδευτικούς οπαδούς της τεχνολογικής επανάστασης. Μια «Πλωτή Πολιτεία» καταδικασμένη να συσπειρώσει κατεργάρηδες τυχοδιώκτες και εύπορους αποικιοκράτες που απολαμβάνουν το υπερατλαντικό τους ζενίθ στον πλου για την «δικιά τους κοντινή Αμερική» – όπως μας υπενθυμιζει στιχουργικά εν έτη 1987 και  ο αγαπημένος Γιάννης Αγγελάκας παρέα με τις Τρύπες.   

Περίληψη στο Οπισθόφυλλο

          Ένα τεράστιο ατμόπλοιο, ο «Μεγάλος Ανατολικός» σαλπάρει απ’ την Αγγλία με προορισμό την Αμερική. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στη διάρκεια του περασμένου αιώνα, όταν η επιστήμη δεν είχε ακόμη κατασκευάσει τα σύγχρονα υπερωκεάνια, το πέρασμα του Ατλαντικού ήταν πάντα μια περιπέτεια. Κι όταν μαζί με τα στοιχεία της φύσης παίζουν το ρόλο τους και οι άνθρωποι, κάθε είδους άνθρωποι, τότε η περιπέτεια γίνεται πολύ πιο επικίνδυνη και πολύ πιο γοητευτική.

          Ένα ακόμη βιβλίο γραμμένο από τον μεγαλύτερο δημιουργό περιπετειών, τον Ιούλιο Βερν. 

Κριτική

                Ως ένας από τους κορυφαίους κλασικούς και σημαντικότερους εκπροσώπους της νεανικής λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας θεωρείται σήμερα ο Ιούλιος Βερν.  Μολονότι σήμερα τα υπερωκεάνια ταξίδια  θεωρούνται μια ρεαλιστική πραγματικότητα και διενεργούνται απρόσκοπτα χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα με την συνδρομή των επιστημών της ναυσιπλοΐας και της μετεωρολογίας, μια σοβαρή πρόκληση του 19ου αιώνα  είναι η ολοκλήρωση ενός υπερπόντιου ταξιδιού με ατμήλατο πλοίο. 

          Η δημοφιλής ιστορία με τον Τιτανικό, το μεγαλύτερο πλοίο όλων των εποχών, του οποίου η κατάληξη δεν ήταν ευτυχής και αποτέλεσε εφαλτήριο επιστημονικής έρευνας και κινηματογραφικής μυθοπλασίας χρόνια μετά την βύθιση του, συνεισφέρει ώστε ο υποψιασμένος αναγνώστης να οικοδομήσει και να πλάσει με μεγαλύτερη ευκολία και άνεση την ιστορία που μας περιγράφει ο γάλλος μυθιστοριογράφος.

Η  «Πλωτή Πολιτεία» είναι ένα έργο που διαδραματίζεται στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και διασώζει με παραστατικό και ανάγλυφο τρόπο την αναπροσαρμογή της ιστιοφόρου ναυτιλίας σε ατμήλατης, ωστόσο αξίζει να σημειωθεί ότι συνιστά το ίδιο το έργο μια πλατφόρμα πάνω στην οποία ένα πλήθος διαφορετικών χαρακτήρων με τις δικές τους αξίες, κουλτούρες, χώρους εθνικής και κοινωνικής προέλευσης  και κουβαλώντας τον προσωπικό τους κώδικα τιμής  αλληλεπιδρούν και συναλλάσσονται διαμορφώνοντας και διαπλάθοντας ένα νέο μίγμα ανθρώπων που μοιράζονται κοινές εμπειρίες, πεποιθήσεις και ενδεχομένως και τις ίδιες προσωπικές επιλογές.  

Η «Πλωτή Πολιτεία» μοιάζει σαν να ήταν προάγγελος επιστημονικής έρευνας  και να αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για ένα κοινωνικό πείραμα που διενεργήθηκε έναν αιώνα αργότερα από τον μεξικανό ανθρωπολόγο Santiago Genoves. Το συγκεκριμένο πείραμα ονομάστηκε το «πρότζεκτ της ειρήνης» και η πλωτή σχεδία τους που ονομαζόταν Acali  είχε μετονομαστεί από τους δημοσιογράφους της εποχής και ως «σχεδία του σεξ». Ο Genoves διερευνούσε τις πτυχές και τις σχέσεις της βίας και της σεξουαλικής  επιθυμίας στην ανθρώπινη φύση. Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι κεντρική θέση της αφήγησης στην Πλωτή Πολιτεία του Βερν διαδραματίζει ο απεγνωσμένος έρωτας του Φαμπιάν Μακ Έλβιν για την Έλεν Χότζις και ο ανταγωνισμός του με τον νόμιμο σύζυγο της τον Χάρι Ντρέικ. Ο Φαμπιάν Μακ Έλβιν και ο Χάρι Ντρέικ  καταλήγουν σε μονομαχία πάνω στο κατάστρωμα του πλοίου για τα μάτια της Έλεν Χότζις. Η βία και ο έρωτας στον Μεγάλο Ανατολικό δεσπόζουν εξέχουσα θέση όπως αντίστοιχα συμβαίνει και με το «πρότζεκτ της ειρήνης» .

Η «Πλωτή Πολιτεία» διακρίνεται νοερά σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος αφορά το ταξίδι από την Ευρώπη στην Αμερική. Το δεύτερο μέρος αφορά την ξενάγηση και την περιήγηση του αφηγητή στους καταρράκτες του Νιαγάρα με φόντο την συμπτωματική συνάντηση του με τον Φαμπιάν και της Έλεν στο  τουριστικό αυτό αξιοθέατο γνήσιας νατουραλιστικής έμπνευσης και ομορφιάς.

          Συμπερασματικά, το βιβλίο αυτό προτείνεται για τους νεαρούς αναγνώστες που τους ενδιαφέρει να δραπετεύσουν από την πεζή καθημερινότητα τους ανοίγοντας το παράθυρο του κοσμοπολιτισμού και της περιπέτειας. Η δράση στο βιβλίο αυτό μοιάζει να είναι σχετικά αργή, ωστόσο ο Ιούλιος Βερν είναι  ένας διαχρονικός συγγραφέας που συγκινεί τα παιδιά διότι  βρίσκουν καταφύγιο στα βιβλία του για να ζήσουν αστρικά και υπερπόντια ταξίδια  διαβάζοντας τα μέσα στα διαμερίσματα τους.

Ο Χαλαζίας διαβάζει το  συστημένο «Δέμα» του Sebastian Fitzek

Μια έγκριτη γιατρός, η Έμμα, παρουσιάζει σε ένα ξενοδοχείο στο Βερολίνο στα πλαίσια ενός επιστημονικού συνεδρίου τα αποτελέσματα ενός ριζοσπαστικού και ανατρεπτικού κοινωνικού πειράματος, μέσα από το οποίο καταφαίνεται η σαθρότητα των ψυχιατρικών γνωματεύσεων και αμφισβητείται  η εγκυρότητα των αξιολογήσεων των νοσηλευομένων σε κλειστά κέντρα περίθαλψης κάμπτοντας με αυτήν την ερευνητική της αναφορά την αυστηρή και απαρέγκλιτη φυσιογνωμία της Ψυχιατρικής. Οι συνάδελφοι της εναντιώνονται στα πορίσματα της έρευνας της και προσπαθούν να τα καταρρίψουν. Το ίδιο βράδυ στο ξενοδοχείο που φιλοξενείται δέχεται βίαιη και ταπεινωτική σεξουαλική επίθεση από κάποιον άγνωστο. Ωστόσο, μετά από αυτό το περιστατικό όλα στο μυαλό της είναι θολά και συγκεχυμένα. Οι δικαστικές αρχές και η αστυνομία δεν εμπιστεύονται πλήρως την καταγγελία της εφόσον το ίδιο το θύμα περιέρχεται σε σημαντικές αντιφάσεις. Αναλυτικότερα, ο αριθμός του δωματίου που διατείνεται ότι διέμενε στο ξενοδοχείο σύμφωνα με τη διεύθυνση του ξενοδοχείου δεν υφίσταται και η σχετική διακόσμηση και διαρρύθμιση του δωματίου δεν θυμίζει σε τίποτα με κάποιο δωμάτιο της ξενοδοχειακής μονάδας που φιλοξενήθηκε. Μολονότι μετά την επίθεση προσπαθεί να αναρρώσει σπίτι της διακατέχεται από ακατανίκητο μετατραυματικό στρες. Όταν μια μέρα αιφνιδιάζεται από μια ασήμαντη – εκ πρώτης όψεως – ανατροπή της κανονικότητας της δυσκολεύεται λόγω της κατάστασης της να την διαχειριστεί και  ξεκινά να παρανοεί – αφενός ως παρενέργεια της έντασης της διάχυτης αγχώδους διαταραχής από την οποία βασανίζεται μετά την σεξουαλική επίθεση που υπέστη και αφετέρου λόγω των παρενεργειών και των συμπτωμάτων που φέρουν οι φαρμακευτικές ουσίες τις οποίες λαμβάνει για την ταχύτερη ανάρρωση της. Ποιος κρύβεται όμως πίσω από την χυδαία και ταπεινωτική σεξουαλική επίθεση που υπέστη; Τι σχέση μπορεί να υπάρχει με το δέμα ενός άγνωστου γείτονα; Θα καταφέρει η Έμμα να το διαχειριστεί;  

            ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

          Τους τελευταίους μήνες, μετά το απαίσιο εκείνο γεγονός, μένεις κλεισμένη στο σπίτι σου. Θέλεις να το αφήσεις πίσω σου. Ένα πρωί, ο ταχυδρόμος σου αφήνει ένα δέμα για τον γείτονα που λείπει. Δεν έχεις ακούσει ποτέ ξανά το όνομα του. Κοιτάζεις από τον φράχτη, και ο κήπος του φαίνεται παρατημένος. Δείχνει σαν να μη ζει κάποιος εκεί καιρό τώρα. Κάτι σε σπρώχνει να ανοίξεις το δέμα. Ξεκινάει ο χειρότερος εφιάλτης της ζωής σου.  

ΚΡΙΤΙΚΗ

            Υποψιασμένοι από την «Θεραπεία» του ιδίου συγγραφέα όσον αφορά το ύφος και την γραφή του και έχοντας παρατηρήσει από το οπισθόφυλλο του βιβλίου ότι για το «Δέμα»  έχει τιμηθεί ο Sebastian Fitzek με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Αστυνομικής Λογοτεχνίας 2016 και έχει βρεθεί ο συγκεκριμένος τίτλος για 29 εβδομάδες στην Κορυφή της Λίστας των Best Sellers της Γερμανίας ξεκινήσαμε να διαβάζουμε το βιβλίο με περίσσιο ενθουσιασμό. Ωστόσο, αν και το βιβλίο είναι καθηλωτικό αξίζει να σημειωθεί ότι  καταλήγει στο τέλος να γίνεται αρκετά σύνθετο και δαιδαλώδες. Ο αναγνώστης θέτει στο κάδρο των υπόπτων αρκετά πρόσωπα, τα οποία ενδεχομένως να είχαν κίνητρο για τη διάπραξη της συγκεκριμένης επίθεσης και αρκετά είναι τα ενδεχόμενα σενάρια που φαντάζεται ότι μπορεί να εκτυλίσσονται, ωστόσο το τέλος αν και ανατρεπτικό δεν μοιάζει να είναι ρεαλιστικό και δεν πείθει. Σύγχυση και παράνοια επικρατεί στο μυαλό της πρωταγωνίστριας  και κατ’ επέκταση  και στου αναγνώστη.

          Βασικοί άξονες του συγκεκριμένου ψυχολογικού θρίλερ είναι η έμφυλη βία και τα πρωτότυπα κοινωνικά πειράματα που ενσωματώνονται πλήρως τόσο στους κόλπους της ερευνητικής μεθοδολογίας όσο και της ανακριτικής διαδικασίας χωρίς την πρότερη συγκατάθεση και συναίνεση των συμμετεχόντων. Η εξοικείωση του αναγνωστικού κοινού με τα θέματα αυτά είναι τροφή για περισυλλογή και σκέψη. Η οπτική με την οποία αναφερόμαστε σε αυτούς τους προβληματισμούς δεν σχετίζεται τόσο με μια συντηρητική προσέγγιση που η κοινωνία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τα ζητήματα αυτά ως ταμπού όσο με το γεγονός ότι οι ευρείες μάζες του αναγνωστικού κοινού δεν είναι κατάλληλα εκπαιδευμένες για τέτοια ζητήματα και κατ’ αυτόν τον τρόπο συντηρούνται και αναπαράγονται επικίνδυνες και δυστυχώς παγιωμένες αντιλήψεις. Η παραπλάνηση και η εξαπάτηση από την θεσμική εξουσία αποτελεί ένα σπόρο προβληματισμού και αγωνίας που θα πρέπει να ταλανίζει κάθε ενεργό πολίτη που οξύνει την κριτική του σκέψη. Η συμφιλίωση με την βία και η έμμεση και άμεση σύνδεση της με  τις ψυχικές διαταραχές δεν συνεισφέρουν ιδιαίτερα στην αποασυλοποίηση και την απόϊδρυματοποίηση των ψυχικά νοσούντων. Ανεξάρτητα από την αισθητική απόλαυση θα πρέπει να σταθούμε περισσότερο κριτικά στην ψηλάφηση τέτοιων ζητημάτων ειδικά όταν γίνεται από μη ειδήμονες.  

          Συμπερασματικά, το «Δέμα» είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που έχει ρυθμό αλλά οι διαρκείς ανακατευθύνσεις του αναγνώστη που γίνονται  ως προς το προφίλ του ύποπτου με την σιωπηλή συνδρομή του συγγραφέα αποπροσανατολίζουν, αποδιοργανώνουν και στο τέλος κουράζουν εν τέλει τον αναγνώστη. Η λύση της υπόθεσης είναι αποκαλυπτική αλλά πραγματοποιείται όταν ήδη οι αναγνώστες έχουν στεγνώσει πλέον από φαντασία και δεν λειτουργεί λυτρωτικά για αυτούς λόγω της παρατεταμένης αναγνωστικής έντασης και πίεσης που δυσκολεύει τους αναγνώστες να την εκτονώσουν με την ολοκλήρωση της ιστορίας.

Ο Χαλαζίας  εγκωμιάζει «την Μοναξιά που είναι από χώμα» της Μάρως Βαμβουνάκη

Μια κατάδυση στον βαθύτερο εσώτερο κόσμο μας και μια αναμέτρηση με τις σκοτεινούς συλλογισμούς μας. Ο εξοστρακισμός ενός άνδρα – σύμβολο δύναμης και τόλμης – σε ένα βραχώδες απομονωμένο νησί πλημμυρισμένο από πελάγη μανιασμένης μοναξιάς δημιουργεί το τοπίο, στο οποίο οικοδομείται η ιστορία της συναισθηματικής στέπας που καλείται να διασχίσει ο πρωταγωνιστής έπειτα από τον οδυνηρό χωρισμό του από την σύντροφο του. Θα διαβάσουμε όσα σκέφτηκε αλλά δεν είπε και όσα αλόγιστα ξεστόμισε χωρίς να πολυσκεφτεί. Η ψυχογεωγραφία θα αναδυθεί στην επιφάνεια της ιστορίας για να προτάξει το ψυχικό σθένος του πρωταγωνιστή που παλινδρομεί μεταξύ πηγαίας και ενσυνείδητης απομόνωσης  και μεταξύ απεγνωσμένης  και απέλπιδος προσμονής. Οι καιρικές αντιξοότητες και η γεωγραφία του χώρου αντανακλούν την ψυχική κατάσταση του πρωταγωνιστή. Η αποστασιοποίηση φλερτάρει με την εγγύτητα και η αποξένωση με την οικειότητα.  
Η Μάρω Βαμβουνάκη έγραψε ελεύθερη ποίηση που συμπυκνώνει τις ουσιαστικότερες αλήθειες των πιο μεγάλων μυστηρίων της ζωής, του έρωτα και του θανάτου, με το περίβλημα της διατυμπανιζομενης και βιωμένης μοναξιάς.

Περίληψη από το Οπισθόφυλλο
           

Ένας άντρας αυτοεξορίζεται σε ένα μακρινό νησί ύστερα από έναν δύσκολο ερωτικό χωρισμό. Θα παλέψει ανάμεσα στην αγάπη και στο μίσος που συνιστούν τον έρωτα, μήπως λυτρωθεί από τον πόνο και τη σύγχυση. Θα γράψει αυτές τις δεκαοχτώ, ανεπίδοτες εντέλει, επιστολές προς τη γυναίκα που έχασε σαν ημερολόγια της εσωτερικής ζωής του.

          Θα της λέει:

«Το πάθος είναι πιο σπουδαίο από τα θαύμα», σου διάβαζα από ένα παλιό βιβλίο κάποτε, την ώρα που εσύ έβγαζες τα φρύδια σου μπροστά σ’ ένα μεγεθυντικό καθρεφτάκι. 

Δεν είναι εκμηδένιση η ταπείνωση. Η εκμηδένιση σε κατεβάζει στο τίποτα ενώ η ταπείνωση σε ανεβάζει στο πάν. Πώς να την καταφέρουμε όμως εμείς, αγάπη μου, που από έπαρση είμαστε χαμένοι; Δεν πετυχαίνεται εύκολα για αυτό υποφέρουμε. Κι απ’ τον πολύ τον πόνο, κι απ’ την πολλή την τυραννία αρχίζουμε, για την αυτοσυντήρηση μας, να υποψιαζόμαστε με την υποψία της καρδιάς, κι αρχίζει λίγο λίγο να φέγγει. 

Η Μάρω Βαμβουνάκη μας χαρίζει ένα βαθιά εξομολογητικό, ποιητικό κείμενο, που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος. Η αγαπημένη συγγραφέας 900.000 αναγνωστών, υπογράφει ένα έργο που αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές της ψυχής μας, μια και ψηλαφεί μια κατάσταση που οι περισσότεροι έχουμε βιώσει, την ερωτική απογοήτευση.

Κριτική

                Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου μέσα από 18 ανεπίδοτες επιστολές εξομολογείται το ερωτικό δράμα που βιώνει για έναν έρωτα χωρίς ανταπόκριση. Αξίζει να σημειωθεί  το γεγονός ότι     το πλήθος των επιστολών προφανώς δεν είναι τυχαίο. Δεκαοκτώ είναι τα έτη τα οποία ο δυτικός κόσμος θεωρεί ότι θα πρέπει να έχει συμπληρώσει ένας άνθρωπος για να θεωρείται ενήλικος. Ουσιαστικά μέσα από τις δεκαοκτώ αυτές ανεπίδοτες επιστολές ο πρωταγωνιστής του βιβλίου διανύει και κατακτά την ενηλικίωση. Ωστόσο, θα πρέπει να τονίσουμε ότι ενδεχομένως με αυτόν τον παραλληλισμό η συγγραφέας να θέλει να υπονοήσει ότι οι άντρες δεν ωριμάζουν  αν όχι με τον ίδιο ρυθμό τουλάχιστον με τον ίδιο τρόπο όσο οι γυναίκες.  

          Τα λόγια και οι σκέψεις που ενσαρκώνει η Μάρω Βαμβουνάκη στον πρωταγωνιστή του βιβλίου θεωρούμε ότι είναι δύσκολο να ειπωθούν και να εκδηλωθούν από κάποιον άνδρα. Εξάλλου ας μην ξεχνάμε ότι ένα από τα πορίσματα της κοινωβιολογίας είναι και η «αρσενική ανεκφραστικότητα», για την οποία έχουμε ήδη κάνει λόγο σε κριτική προηγούμενου βιβλίου, δηλαδή η αδυναμία των αντρών να εκφράσουν και να διατυπώσουν τα συναισθήματα τους εν συγκρίσει με τις γυναίκες.  

Το Βιβλίο αυτό αν και έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος σήμερα θα ήταν ως έναν βαθμό ανεπίκαιρο. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε κάποιο σημείο του βιβλίου ο πρωταγωνιστής αναφέρει στην γυναίκα που ποθεί:

 «Θα σε σκοτώσω και μετά θα σκοτωθώ».

Δεδομένου του σημαντικού πλήθους των γυναικοκτονιών που καταγράφηκαν και τα πυκνά περιστατικά έμφυλης βίας και κακοποίησης των γυναικών που σημειώθηκαν  στον τύπο μέσα στο 2021 η συγκεκριμένη βράβευση του βιβλίου θα έμοιαζε σήμερα άστοχη. Η πολιτική ορθότητα επηρεάζει σήμερα ως έναν βαθμό τις ακαδημίες τεχνών, τους εκπροσώπους τους και τους κριτικούς τους καθώς επίσης και τους διαμορφωτές κοινής γνώμης.    

Συνοπτικά, αν επιθυμείτε να διαβάσετε ένα βιβλίο το οποίο απαιτεί από μέρους σας συγκέντρωση, αναστοχασμό και περισυλλογή, προκειμένου να αποπειραθείτε να αναρωτηθείτε και να ανατρέξετε στην προσωπική σας εμπειρική συλλογή που διατρέχεται από αλήθεια περί έρωτος, απώλειας, και πένθους τότε «η μοναξιά είναι από χώμα» είναι το πιο αταλάντευτο δώρο που οφείλετε να χαρίσετε στον εαυτό σας. Μολονότι υποπτευόμουν ότι για κάποιον αδιόρατο λόγο δεν θα εκτιμούσα ιδιαίτερα το έργο της Μάρως Βαμβουνάκη και θα διάβαζα ένα δακρύβρεχτο μελό ανάγνωσμα προορισμένο να συγκινήσει τις διψασμένες γυναικείες προσδοκίες με  ανεκπλήρωτο πριγκηπικό έρωτα, ωστόσο διαψεύστηκα. Η «μοναξιά είναι από χώμα» είναι ένα βιβλίο που σφράγισε με το στίγμα του τα ελληνικά γράμματα.  

Ο Χαλαζίας δοκιμάζει την «Θεραπεία» του Sebastian Fitzek

Σε μια νησίδα της πραγματικότητας που επικρατεί και ορθώνεται ανυπέρβλητη  η ορθολογική σκέψη  και η άρθρωση του επιστημονικού λόγου μια θάλασσα  διάχυτης  νοσηρότητας περιβάλλει τους βασικούς χαρακτήρες του βιβλίου και παρασύρει  τους αναγνώστες σε πελάγη μυστηρίου που κωπηλατούν μανιασμένα να αποκωδικοποιήσουν την εξαφάνιση ενός νεαρού κοριτσιού και την εμφάνιση μιας  γυναίκας που πάσχει από ένα είδος ψυχικής διαταραχής  και συνδέεται με έναν ανεξήγητο και  μεταφυσικό τρόπο μαζί του. Αν η ψυχογεωγραφία εστιάζει στον χώρο και το περιβάλλον που συντελούν και διαμορφώνουν τον ψυχικό κόσμο των υποκειμένων, τότε το συγκεκριμένο πεδίο αναδεικνύεται σε σημαντικό φακό κατόπτευσης – ή ενδεχομένως και παραμόρφωσης – της πραγματικότητας  λόγω του διαταραγμένου εσωτερικού κόσμου και ισορροπίας της συντριπτικής πλειοψηφίας των χαρακτήρων που ζωντανεύουν μέσα από την φαντασία των αναγνωστών.  Χωρίς ανατριχιαστικές φλυαρίες που σκοπό έχουν απλά να σοκάρουν ή να προκαλέσουν κύματα φρίκης  στον αναγνώστη,  η Θεραπεία είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ που προσομοιάζει με γρίφο και που στο τέλος ανατρέπονται και σαμποτάρονται οι αρχικές αντιλήψεις και ιδέες που γεννιούνται στο μυαλό του λογοτεχνικού κοινού αιφνιδιάζοντας το με την εμφάνιση μιας πρωτότυπης –εξίσου οδυνηρής και επώδυνης – εναλλακτικής προσέγγισης.  

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

       ΕΙΣΤΕ ΕΤΟΙΜΟΙ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕΤΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΑΣ;

ΔΙΧΩΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ…

       Η δωδεκάχρονη Γιόζι πάσχει από μια ανεξήγητη ασθένεια. Στη διάρκεια μιας επίσκεψης της στον γιατρό, εξαφανίζεται από το ιατρείο χωρίς κανένα ίχνος. Δεν θα βρεθεί ποτέ. Τέσσερα χρόνια μετά, ο πατέρας της και ψυχίατρος Βίκτορ Λάρεντς έχει αποτραβηχτεί συντετριμμένος σε ένα απομονωμένο νησί της Βόρειας Θάλασσας, προσπαθώντας να διαχειριστεί τον ακατανόητο χαμό της κόρης του…

ΔΙΧΩΣ ΠΤΩΜΑ…

       Ο Βίκτορ δέχεται στο νησί την απροσδόκητη επίσκεψη μιας όμορφης άγνωστης. Πρόκειται για μια συγγραφέα, την Άννα Σπίγκελ, η οποία πάσχει από μια σπάνια μορφή σχιζοφρένειας. Όλοι οι χαρακτήρες που δημιουργεί στα βιβλία της αποκτούν – κατά τα λεγόμενα της – σάρκα και οστά και αρχίζει να επικοινωνεί μαζί τους. Στην τελευταία ιστορία της έγραψε για ένα νεαρό κορίτσι το οποίο πάσχει από μια άγνωστη ασθένεια και εξαφανίστηκε δίχως να αφήσει ίχνη.

ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ;

       Είναι δυνατόν μέσα στις ψευδαισθήσεις της Άννα να κρύβονται στοιχεία για τις τελευταίες μέρες της Γιόζι;

          Ο Βίκτορ πείθεται να αναλάβει την θεραπεία της με μια απέλπιδα προσπάθεια να ανακαλύψει την αλήθεια πίσω από την εξαφάνιση της κόρης του. Πολύ σύντομα όμως οι συνεδρίες θα πάρουν δραματική τροπή καθώς το παρελθόν θα έρθει στο φως με τρομακτικές συνέπειες.  

ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΝΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ;

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΕΧΕΙ ΑΡΧΙΣΕΙ…

ΚΡΙΤΙΚΗ

       Η γερμανική λογοτεχνία και γραμματεία έχει μια σημαντική παρουσία και παράδοση στα γράμματα. Ωστόσο, δυστυχώς δεν αδράξαμε την ευκαιρία να έρθουμε τα τελευταία χρόνια σε επαφή μαζί της και να γευτούμε τους σκοτεινούς και ανέλπιστα ευχάριστους καρπούς της. Οι ζοφερές περιγραφές του χώρου και του επικείμενου κινδύνου που αποτυπώνεται στις καιρικές συνθήκες που διαμορφώνονται συνιστούν ένα εύπλαστο στοιχείο που δημιουργούν συναισθήματα αγωνίας και ανησυχίας στον αναγνώστη. Αξίζει να σημειωθεί και να υπογραμμιστεί ότι ο Sebastian Fitzek δεν καταφεύγει στην άσκοπη χρήση σοκαριστικού λεξιλογίου και εικόνων για να προκαλέσει τον αναγνώστη αλλά επιστρατεύει την αφηγηματική του τέχνη και τεχνική για να επιτύχει τον στόχο του. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η δράση εκτυλίσσεται κατά κύριο λόγο σε ένα μικρό νησί της Βόρειας Θάλασσας, από το οποίο εμφανίζεται να έχει αποκοπεί η ακτοπλοϊκή σύνδεση και κάθε επαφή με τον έξω κόσμο. Αργότερα, ο αναγνώστης θα κατανοήσει ότι υπάρχει και μια δεύτερη ανάγνωση πίσω από αυτό το γεγονός, προκειμένου να αντιληφθεί την πρόθεση του συγγραφέα και την ουσία της ιστορίας στον πυρήνα της.

          Το μυθιστόρημα αυτό θέτει και κάποιους σημαντικούς προβληματισμούς για τα σύγχρονα θέματα ψυχικής υγείας. Ο βαθμός επικινδυνότητας για την πρόκληση σωματικής βλάβης μήπως δεν είναι σταθμισμένος και θεμελιωμένος επιστημονικά όσον αφορά τις διάφορες ψυχικές διαταραχές. Μήπως  ο εγκλεισμός σε μια ψυχιατρική κλινική συνιστά εντέλει μια γραφειοκρατική διαδικασία που επιστρατεύεται για τον εξοστρακισμό ανεπιθύμητων προσώπων για την εξυπηρέτηση προσωπικών και πολιτικών συμφερόντων;  Πόσα ευδιάκριτα είναι τα όρια μεταξύ της απεγνωσμένης ανάγκης για σωτηρία και της απελπισμένης ανάγκης για  απόγνωση;

          Η «θεραπεία» του Sebastian Fitzek είναι ένα άρμα που διασχίζει τους αμμόλοφους του νου και τρυπάει το ήρεμο φιλήσυχο υπόστρωμα της τεμπέλικης συλλογιστικής ερήμου σου αναζητώντας να βρει νερό που αναβλύζει ζωηρή περιέργεια και να ζωντανέψει τις μουδιασμένες και βαριεστημένες  οάσεις των στρατηγικών επίλυσης προβλημάτων. Ο αναγνώστης διαβάζει μαγνητισμένος τις σελίδες και προσπαθεί να εντοπίσει κάποιες λογικές ερμηνείες παρασυρόμενος από τις λέξεις και τα λόγια του συγγραφέα. Η τελική έκβαση της υπόθεσης θα ξετυλίξει το μπερδεμένο κουβάρι της ιστορίας και θα ξεδιαλύνει τα  νεφελώδη νήματα της μυστηριώδους εξαφάνισης. Τέλος, μια λογοτεχνική «θεραπεία» αξίζει να συνταγογραφηθεί  σε κάθε αθεράπευτο αναγνώστη των ψυχολογικών θρίλερ και μυθιστορημάτων μυστηρίου, προκειμένου να διαβάσει την παράνοια και να βιώσει την λογοτεχνική φιλοτεχνία.  

Ο Χαλαζίας συναισθάνεται την “Σιωπηλή Ασθενή” του Alex Michaelides

Όσο η παγκόσμια παραγωγή σκοτεινών μυθιστορημάτων αυξάνεται και νέοι δημιουργοί δοκιμάζουν την απήχηση των έργων τους με τα εκδοτικά τους εγχειρήματα, τόσο μια συγκεκριμένη καλλιτεχνική μανιέρα ζυμώνεται, διαμορφώνεται  και  εμπεδώνεται ως η κυρίαρχη τάση στο συγκεκριμένο είδος της αστυνομικής ψυχολογικής λογοτεχνίας.

Πρωταγωνιστές των μυθιστορημάτων αυτού του είδους – με εξαίρεση τους αστυνομικούς επιθεωρητές – συνηθίζεται να είναι κατά κανόνα επαγγελματίες ψυχοθεραπευτές. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε την Κιτ Κουίν από το «Κόκκινο Δωμάτιο» των Nicci French, την Φρίντα Κλάιν από την  σειρά των μυθιστορημάτων των ιδίων  με τις μέρες και τον Βίκτορ Λάρεντς από την «Θεραπεία» του Sebastian Fitzek. Το μόνο που αλλάζει στην «Σιωπηλή Ασθενή» του Αλέξανδρου Μιχαηλίδη είναι το όνομα του ψυχοθεραπευτή σε Θίο Φέιμπερ. Μια σημαντική  προς σημείωση παρατήρηση αποτελεί το γεγονός ότι η «Σιωπηλή Ασθενής» παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες και αρκετά κοινά στοιχεία με το “Ρέκβιεμ του Σαββάτου”  των Nicci French. Ωστόσο, αξίζει να αναφερθεί ότι η «Σιωπηλή Ασθενής» είναι ένα καλοδουλεμένο βιβλίο με ενδιαφέρουσα πλοκή χωρισμένο σε 5 ενότητες με τίτλους των αποσπάσματα αντλημένα από θεολογικά κείμενα και λόγους  σημαντικών προσωπικοτήτων, για τα οποία και γίνεται επίκληση στην αυθεντία. Ο συγγραφέας και ο επιμελητής του βιβλίου έχει φροντίσει τα κεφάλαια να είναι σχετικά σύντομα  και όχι αρκετά μακροσκελή με αποτέλεσμα να διαβάζονται άνετα και χωρίς ιδιαίτερο κόπο από τον αναγνώστη

Ο χώρος όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα είναι το μουντά δημοφιλές – ως προορισμός σκοτεινού τουρισμού – Λονδίνο. Μολονότι το βιβλίο παρουσιάζει ορισμένες εσωτερικές αντιθέσεις ή αντιφάσεις, το τελικό αποτέλεσμα είναι αρκετά τίμιο και ο αναγνώστης στο τέλος αιφνιδιάζεται λόγω των εκπληκτικών ανατροπών που προκύπτουν στην εκτύλιξη της υπόθεσης. Αξίζει να αναφερθεί η θεμελιωμένη θεωρητική και επιστημονική τεκμηρίωση του συγγραφέα  που εκτός από την βοήθεια που προσφέρει στον αναγνώστη για την υποστήριξη ορισμένων ερευνητικών υποθέσεων της ιστορίας εξυπηρετούν και στο να έρθει σε μια πρώτη επαφή ο αναγνώστης και με ορισμένους σημαντικούς εκπροσώπους της επιστήμης της ψυχολογίας με τρόπο εκλαϊκευμένο και έξω από άκαμπτα θεωρητικά σχήματα και έννοιες.      

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

      Η ζωή της Αλίσια Μπέρενσον είναι φαινομενικά τέλεια. Διάσημη ζωγράφος η ίδια, περιζήτητος φωτογράφος μόδας ο άντρας της, ζουν σ’  ένα μεγάλο σπίτι με θέα στο πάρκο, σε μια από τις πιο όμορφες περιοχές του Λονδίνου.

        Όταν ένα βράδυ ο σύζυγος της γυρίζει αργά από μια φωτογράφιση, η Αλίσια τον πυροβολεί πέντε φορές στο κεφάλι και βυθίζεται στη σιωπή.

        Η άρνηση της να μιλήσει και να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση θα μετατρέψει μια οικογενειακή τραγωδία σε κάτι πολύ μεγαλύτερο, σ’ ένα μυστήριο το οποίο μονοπωλεί τη φαντασία του κοινού και κάνει την Αλίσια διαβόητη. Η τιμή των έργων της απογειώνεται κι εκείνη, η «σιωπηλή ασθενής» μεταφέρεται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας στο Γκρόουβ, μια ψυχιατρική μονάδα υψηλής ασφαλείας στο Βόρειο Λονδίνο.

        Ο Θίο Φέιμπερ είναι ένας ιατροδικαστικός ψυχοθεραπευτής που περίμενε πολύ καιρό την ευκαιρία να δουλέψει με την Αλίσια. Είναι πεπεισμένος ότι εκείνος θα πετύχει εκεί που οι άλλοι απέτυχαν. Η αποφασιστικότητα του να την κάνει να μιλήσει και να ξετυλίξει το μυστήριο της δολοφονίας του άντρα της τον παρασύρει σ’ ένα δύσβατο μονοπάτι που οδηγεί στα βαθύτερα αίτια της σιωπής της.

Κι αν του μιλήσει, θα θέλει να ακούσει την αλήθεια;

ΚΡΙΤΙΚΗ

       Με γνώμονα μια δίκαιη και αμερόληπτη κριτική ανασκόπηση του διαπραγματευόμενου βιβλίου θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε την θέση ότι «η Σιωπηλή Ασθενής» είναι ένα βιβλίο, το οποίο διακρίνεται για την εντιμότητα του δημιουργού του. Ο Αλέξανδρος Μιχαηλίδης χωρίς να επιστρατεύει στη γραφή του την ένταξη στο σώμα των κειμένων του χυδαίων σοκαριστικών αφηγήσεων με πρόθεση να αποσπάσει την προσοχή των αναγνωστών του καταφέρνει και επιτυγχάνει την εστίαση του ενδιαφέροντος τους με την χορήγηση μικρών δόσεων υπαινιγμών που προξενούν την αλλεπάλληλη ανακατεύθυνση των υποψιών τους αφενός για την εξιχνίαση της υπόθεσης σε σχέση με την Αλίσια Μπέρενσον και αφετέρου τη διαλεύκανση της σχέσης του Θίο Φέιμπερ με την σύντροφο του και των προβλημάτων που εμφανίζονται στη σχέση τους. Η προσπάθεια του εκάστοτε αναγνώστη να εξάγει ορισμένα συμπεράσματα, τα οποία όμως στο τέλος ανατρέπονται πανηγυρικά συνιστούν μια ενδιαφέρουσα άσκηση πάνω στην επεξεργασία των προκαταλήψεων και των στερεοτύπων.

        Συμπερασματικά, η «Σιωπηλή Ασθενής» είναι ένα βιβλίο που θα αγαπηθεί από τους λάτρεις των ψυχολογικών μυθιστορημάτων αστυνομικής λογοτεχνίας. Ελκυστικό στοιχείο του βιβλίου αυτού αποτελεί το γεγονός ότι η έκβαση του δεν στηρίζεται στο διαχωρισμό μεταξύ νικητών και ηττημένων  – έστω και υπόρρητα –  αλλά απεναντίας αποδεικνύει με τον πιο πειστικό τρόπο ότι στην ζωή όλοι οι χαρακτήρες έχουν μια υπόσταση ηρωική με πρόσωπα διαχρονικά ηττημένων.  

Ο Χαλαζίας μένει ασυγκίνητος από την Νυχτερίδα του Jo Nesbo

Ο πολυδιαβασμένος Jo Nesbo στο λογοτεχνικό του ντεμπούτο συστήνει τον κεντρικό ήρωα της σειράς των βιβλίων που θα επακολουθήσουν και θα συντροφεύσουν ευχάριστα τις ώρες του φανατικού λογοτεχνικού κοινού του, τον αστυνομικό επιθεωρητή Χάρυ Χόλε.

          Ο Χάρυ Χόλε είναι ένας εμμονικός αυτοκαταστροφικός Νορβηγός, ο οποίο εμφανίζεται να ρέπει προς τον αλκοολισμό. Ο Χάρι Χόλε προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει την κοινωνική διάρθρωση και να συλλάβει την κοινωνική συνοχή των διαφορετικών ομάδων που συνθέτουν την αυστραλιανή κοινωνία, προκειμένου να μπορέσει να την σκιαγραφήσει νοερά στο κεφάλι του και να καταφέρει να αντιληφθεί τις δυναμικές που αναπτύσσονται στον κοινωνικό στοίβο μεταξύ της εξουσίας και της πολιτικής επιρροής που ασκείται  από την κορυφή της πυραμίδας υιοθετώντας μια σοσιαλδημοκρατική προσέγγιση πρακτικών συμπερίληψης, ένταξης και ενσωμάτωσης των μειονοτήτων  από τους  πόλους ισχύος της οικονομικής και πολιτικής ελίτ.  Αυτονόητο είναι ότι ο δαιμόνιος αστυνομικός επιθεωρητής στο τέλος της ιστορίας επιτυγχάνει τη διαλεύκανση της υπόθεσης για την οποία εστάλη από την Μητροπολιτική Αστυνομία του Όσλο στην Αυστραλία ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι στη διάρκεια της παραμονής του στο Σίντνεϊ  φαίνεται με συνέπεια να  τραμπαλίζεται μεταξύ «αλκοολικών δηλητηριάσεων»  και «σεξουαλικών απολαύσεων». Αξίζει να σημειωθεί ότι η «Νυχτερίδα» του Nesbo έχει σημειώσει πωλήσεις 40 εκατομμυρίων αντιτύπων παγκοσμίως με αποτέλεσμα  το συγκεκριμένο βιβλίο να συνιστά τον βατήρα της εμπορικής εκτόξευσης του Jo Nesbo στην λογοτεχνική παραγωγή. Δεν πρέπει να λησμονείται επίσης το γεγονός ότι η «Νυχτερίδα» απέσπασε το 1997 το Riverton Prize για το Καλύτερο Νορβηγικό Μυθιστόρημα της Χρονιάς ενώ το επόμενο έτος απέσπασε το βραβείο Glass Key (Glasnyckeln) για το Καλύτερο Σκανδιναβικό Αστυνομικό  Μυθιστόρημα της Χρονιάς .  

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Ο ΧΑΡΙ ΠΑΙΖΕΙ ΕΚΤΟΣ ΕΔΡΑΣ.

Μια εικοσιτριάχρονη Νορβηγίδα δολοφονείται στο Σίδνεϊ. Ο επιθεωρητής Χάρι Χόλε στέλνεται στην Αυστραλία για να βοηθήσει στις έρευνες. 

ΕΧΕΙ ΡΗΤΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΝΑ ΜΗΝ ΜΠΛΕΞΕΙ.

Όταν όμως αποδεικνύεται πως η δολοφονία της νεαρής Νορβηγίδας είναι απλώς ο τελευταίος κρίκος μιας αλυσίδας ανεξιχνίαστων φόνων, τίποτα δεν μπορεί να συγκρατήσει τον Χάρι. Το κυνήγι του σίριαλ κίλερ ξεκινά… Ο δολοφόνος όμως θέλει να συνομιλήσει μόνο με τον Χόλε.

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΘΥΜΑ;

Κριτική

          Η  Νυχτερίδα είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, το οποίο αγγίζει οριακά τα σύνορα του θρίλερ. Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τρείς ενότητες που στηρίζονται στους τρεις βασικούς χαρακτήρες ενός παλιού αυστραλιανού μύθου  (Γουάλα, Μούρα, Μπουμπούρ) και σε 23 αριθμημένα κεφάλαια. Τα κεφάλαια αυτά διαθέτουν από έναν συμπυκνωμένο τίτλο του περιεχομένου τους και οι τίτλοι λειτουργούν ως άγκυρες που μόνο ο αναγνώστης που τα έχει διαβάσει μπορεί να καταλάβει το περιεχόμενο τους σε αδρές γραμμές ενώ ο αναγνώστης που επιδιώκει διαβάζοντας απλά τους τίτλους των κεφαλαίων να αντλήσει πληροφορίες για την ροή της ιστορίας δεν τα καταφέρνει με επιτυχία. Οι ενότητες του βιβλίου λειτουργούν ως θεμελιακοί άξονες του μυθιστορήματος, το οποίο περιστρέφεται συμβολικά και κατά αναλογία γύρω από έναν τοπικό μύθο του γηγενούς πληθυσμού της Αυστραλίας. Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι μολονότι η γραφή του Jo Nesbo είναι ενδεικτική της οξυδέρκειας και της ευφυΐας για την οποία διακρίνεται, η ιστορία του βιβλίου φάνηκε άτονη και χωρίς δυνατό ρυθμό. Ενδεχομένως, ο χώρος που διαδραματίζεται η υπόθεση του βιβλίου δεν βοηθά τον αναγνώστη στο πλάσιμο εικόνων αγωνίας, φόβου και μυστηρίου. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η Αυστραλία είναι μια ήπειρος, η οποία χαρακτηρίζεται σε γενικές γραμμές από την καλοκαιρία και το εύκρατο κλίμα, ο ευρωπαίος αναγνώστης δεν είναι αρκετά εξοικειωμένος στο πλάσιμο εικόνων που προσιδιάζουν σε αστυνομικά μυθιστορήματα μυστηρίου. Χαρακτηριστικά θα αναφέρουμε ότι το βροχερό Λονδίνο έχει μια σημαντική παράδοση «σκοτεινού τουρισμού» και «κατά συρρροή δολοφονιών» λαμβάνοντας υπόψη για παράδειγμα τον   Jack τον Αντεροβγάλτη.  Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων και ιστοριών μυστηρίου επιλέγουν ως τόπο για την ιστορία τους πόλεις όπως το Λονδίνο και λιγότερο συχνά πόλεις όπως το Σίντνεϊ.     

          Ο Jo Nesbo σε αρκετά σημεία του βιβλίου μέσα από τον πρωταγωνιστή του παραθέτει αρκετά εθνογραφικά και λαογραφικά στοιχεία της Αυστραλίας λησμονώντας ότι στόχος του αναγνώστη δεν είναι να διαβάσει έναν αναλυτικό τουριστικό οδηγό για την πόλη του Σίντνεϊ αλλά να συγκινήσει και να προκαλέσει ρίγη αγωνίας και τρόμου στους αναγνώστες μέσα από την ιστορία που πλέκει. Ο ίδιος ο συγγραφέας εξάλλου σε συνέντευξη του για το συγκεκριμένο βιβλίο έχει δηλώσει ότι το έγραψε κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στην Αυστραλία και ένα σημαντικό κομμάτι του βιβλίου του είναι αποτέλεσμα ταυτόχρονης έρευνας και μυθοπλασίας.   

          Συνοπτικά, θα μπορούσαμε να εκφράσουμε την άποψη ότι η «Νυχτερίδα» του Jo Nesbo ήταν ένα μυθιστόρημα που δεν κατάφερε να αιχμαλωτίσει ζωηρό το αναγνωστικό ενδιαφέρον μας  και δεν κατόρθωσε να αποσπάσει την προσοχή  από τον προσωπικά αναγνωστικό ληξίαρχο της λογοτεχνικής φαντασίας μας. Ωστόσο, δίχως αμφιβολία αποτελεί ένα καλό ξεκίνημα για έναν βραβευμένο πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα που τα βιβλία του διαβάζονται σε μια ευρεία αναγνωστική μάζα.

Ο Χαλαζίας αναμετράται με την «Νέμεση» του Jo Nesbo

Αν η Νέμεσις ήταν το προαιώνιο θείο βρέφος της Νύχτας και του Ερέβους προορισμένο να ενσαρκώσει την αποκατάσταση της ηθικής τάξης και της δικαιοσύνης όταν αυτή διασαλεύεται μεταμφιεσμένη με τον μανδύα της εκδίκησης, τότε ο Jo Nesbo   αποφασίζει με το ομότιτλο βιβλίο του να μας συστήσει ένα πολυσέλιδο αστυνομικό μυθιστόρημα με μια δαιδαλώδη και πολυεπίπεδη πλοκή που  μαγνητίζει τον αναγνώστη και το οποίο καταδεικνύει την απόκλιση που υπάρχει μεταξύ της προσκηνιακής και παρασκηνιακής δράσης.  

Περίληψη στο Οπισθόφυλλο

Ύστερα από ένα δείπνο και ένα γερό μεθύσι στο σπίτι της παλιάς φιλενάδας του Άννας Μπέτσεν, ο ντετέκτιβ Χάρι Χόλε ξυπνάει στο σπίτι του με πονοκέφαλο, χωρίς κινητό και χωρίς καμιά ανάμνηση από τις τελευταίες δώδεκα ώρες της ζωής του. Την ίδια μέρα η Άννα βρίσκεται νεκρή με μια σφαίρα στο κεφάλι στην κρεβατοκάμαρα της και ο Χόλε είναι ο κύριος ύποπτος. Στο μεταξύ οι ληστείες τραπεζών συνεχίζονται με αμείωτη βεβαιότητα και το ρεμάλι της αστυνομίας του Όσλο κλείνει ανίερες συμφωνίες με τον θρυλικό φυλακισμένο τσιγγάνο Ράσκολ Μπάξετ και ξεκινάει έναν ιλιγγιώδη αγώνα δρόμου από τη νορβηγική πρωτεύουσα ως την καυτή Βραζιλία, για να διαλευκάνει ταυτόχρονα δύο υποθέσεις και να ξεκαθαρίσει τη θέση του. Αλλά η Νέμεση, η θεά της εκδίκησης, δεν έχει πει ακόμη την τελευταία λέξη της.

Κριτική

          Πρωταγωνιστής της σειράς και του βιβλίου αυτού παραμένει ο αστυνομικός επιθεωρητής  Χάρι Χόλε και η υπόθεση διαδραματίζεται κατά βάσει στο Όσλο. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι ένα μέρος της ιστορίας λαμβάνει χώρα και σε ένα παραθαλάσσιο χωριό της εξωτικής Βραζιλίας. Ο αλκοολισμός είναι ένα ενδημικό αειθαλές δέντρο το οποίο έχει την τάση να φυτρώνει μέσα στις σκοτεινές ζούγκλες των ψυχών των Σκανδιναβών και μυθιστορηματικά συνηθίζει να αγκαλιάζει ευχάριστα τους αστυνομικούς επιθεωρητές οιασδήποτε αξιοσέβαστης μητροπολιτικής αστυνομίας. Εξάλλου, η κατάθλιψη εν δυνάμει έλκει τους χρήστες ψυχοτρόπων ουσιών  και ο Χάρι Χόλε δυστυχώς δεν έτεινε να πίνει μόνο καφέ στην Νορβηγία.

          Ο Jo Nesbo στο βιβλίο αυτό εστιάζει σε μια ειδική πληθυσμιακή ομάδα, τους Τσιγγάνους. Εισβάλλει  βίαια  με το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του και διαταράσσει τον πολυπόθητη ηρεμία που επιζητά κάθε αναγνώστης που σέβεται τον ελεύθερο χρόνο ανάγνωσης. Οι παλμοί ανεβαίνουν και η αδρεναλίνη εκκρίνεται χωρίς φειδώ. Ο Jo Nesbo βάζει στο κάδρο των υπόπτων τους Τσιγγάνους,  τους τελευταίους  θύλακες ελευθερίας και ο ήρωας του Χάρι Χόλε αποκαλύπτει ότι ένα οργανωμένο σχέδιο  γυναικοκτονίας στήθηκε και σκηνοθετήθηκε με τον μανδύα μιας τραπεζικής ληστείας. Παράλληλα, μια αυτοχειρία σε ένα παραθαλάσσιο χωριό της Βραζιλίας  συνδέεται με την ένοπλη ληστεία στην τράπεζα του Όσλο.     

          Ο Χάρυ Χόλε έχει συνοδοιπόρο στην εξιχνίαση της ληστείας την Μπέτε Λεν, μια νέα και δαιμόνια αστυνομικό, κόρη ενός έμπειρου και καταξιωμένου συναδέλφου του Χάρι Χόλε που σκοτώθηκε πριν κάποια χρόνια στο καθήκον κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με κάποιους ενόπλους κατά τη διάρκεια μιας ληστείας τραπέζης. Η Μπέτε Λεν έχει αρκετά οξυμένη την οπτική της νοημοσύνη με αποτέλεσμα να είναι αρκετά ικανή στην αναγνώριση προσώπων λόγω κάποιας διαταραχής της λειτουργίας του ελικοειδούς έλικα του εγκεφάλου της.

          Ο Χάρυ Χόλε εμφανίζεται μπερδεμένος σε μια σχέση που είχε με μια γυναίκα, η οποία εντοπίζεται μετά την επίσκεψη του στο διαμέρισμα της δολοφονημένη. Ενώ αρχικά φαίνεται η υπόθεση να εξιχνιάζεται σχετικά εύκολα, εν συνεχεία διαπιστώνει ότι τα φαινόμενα απατούν. Ωστόσο, την ίδια εκτίμηση κάνουν και στην μητροπολιτική αστυνομία του Όσλο με  αποτέλεσμα ο Χάρυ Χόλε να διώκεται ως υπόδικος φυγής και κατηγορούμενος για τον φόνο της τσιγγάνας  Άννε Μπέτσεν .

          Το ένα σκέλος της ιστορίας της Νέμεσις του Jo Nesbo παρουσιάζει αρκετά κοινά σημεία με το αστυνομικό μυθιστόρημα «Οργισμένη Παρασκευή» των Nicci French. Πιο συγκεκριμένα, η πρωταγωνίστρια της σειράς, Φρίντα Κλάιν, κατηγορείται από την Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου ύποπτη για την δολοφονία του πρώην συντρόφου της, όπως ακριβώς και ο Χάρι Χόλε, και αποφασίζει να τραπεί σε φυγή, προκειμένου να αποφύγει την σύλληψη και να διαλευκάνει την υπόθεση. Η Φρίντα Κλάιν έχει την υποστήριξη ενός καλού της φίλου όπως και ο Χάρι Χόλε που αποφασίζει να γίνει φυγόδικος. Και στα δύο βιβλία ενορχηστρωτές για την θεμελίωση της κατηγορίας εναντίον τους είναι πρόσωπα της αστυνομίας, τα  οποία εμφανίζονται να είναι διεφθαρμένα και αναμεμειγμένα σε υποθέσεις, οι οποίες τους αγγίζουν και θέλουν κατ’ αυτόν τον τρόπο να τους εξοντώσουν. Και στα δύο βιβλία υπάρχει στο τέλος μια ανατροπή όπου οι υποθέσεις διαλευκαίνονται χάριν της ενεργητικής εμπλοκής και συνεισφοράς των ηρώων, της Φρίντα Κλάιν στη μια περίπτωση και του Χάρι Χόλε στη δεύτερη περίπτωση και αθωώνονται πανηγυρικά δίνοντας ένα γερό χαστούκι σε όσους τους επιβουλεύονται. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι η Νέμεσις του Jo Nesbo προηγείται εκδοτικά της Οργισμένης Παρασκευής των Nicci French.

          Το δεύτερο σκέλος της ιστορίας εμβαθύνει στην κουλτούρα των Τσιγγάνων και στην σημασία που δίνουν στην βεντέτα και στην τιμή. Η αλληλεγγύη και οι αξίες που τους συνδέουν και οι άγραφοι κώδικες που ακολουθούν είναι ένα σημαντικό τμήμα της αφήγησης του μυθιστορήματος του Jo Nesbo.

          Εν κατακλείδι, η Νέμεσις είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται ευχάριστα από τον αναγνώστη που διψά για αστυνομικά μυθιστορήματα, ωστόσο η πλοκή του βιβλίου κουράζει και η εξιχνίαση των υποθέσεων γίνεται με έναν όχι αρκετά εύληπτο τρόπο. Αν και φαίνεται ότι ο Jo Nesbo έχει αρκετά δυνατή πέννα όπου και καταδεικνύεται η ευφυΐα του και η ευρηματικότητα του στην εκτύλιξη της υπόθεσης, ωστόσο σε σχέση με τις διθυραμβικές κριτικές που έχουν δεχτεί τα βιβλία του κρατούμε αρκετές επιφυλάξεις.